Στο Μόντρεαλ κάηκε ολοσχερώς το kosher εστιατόριο Nöam. Στο Λονδίνο πυρπολήθηκαν ασθενοφόρα της Hatzola, της εβραϊκής ομάδας εθελοντών, ενώ συναγωγές έγιναν στόχοι εμπρηστικών επιθέσεων.
Στη Βαρκελώνη δύο Εβραίες γυναίκες εκδιώχθηκαν από γκαλερί επειδή φορούσαν το Άστρο του Δαβίδ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ακυρώθηκε εκδήλωση βιβλίου επειδή η συγγραφέας είναι Εβραία.
Στην Ελλάδα Ισραηλινοί τουρίστες προπηλακίζονται διαρκώς. Και αυτά δεν είναι παρά μερικά από τα περιστατικά που καταγράφονται το τελευταίο διάστημα σε διαφορετικές χώρες.
Μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίζει ένα-ένα και να αναζητά για το καθένα μια ξεχωριστή εξήγηση. Όταν όμως η βία εμφανίζεται ξανά και ξανά, σε διαφορετικές κοινωνίες, με διαφορετικές μορφές, δεν μιλάμε για άθροισμα μεμονωμένων περιστατικών. Είναι αντισημιτισμός.
Η σύγκριση με τη Νύχτα των Κρυστάλλων προκαλεί, ίσως, αντιδράσεις, επειδή το 1938 η βία ήταν οργανωμένη από το ναζιστικό καθεστώς. Είναι όμως προφανής η επανεμφάνιση μιας συγκεκριμένης αντίληψης: ότι οι Εβραίοι μπορούν να διώκονται εξαιτίας της ταυτότητάς τους.
Αυτό είναι το ουσιαστικό σημείο της σύγκρισης. Η Νύχτα των Κρυστάλλων έκανε πράξη την αντίληψη ότι το εβραϊκό κατάστημα, η συναγωγή, το εβραϊκό σπίτι και ο ίδιος ο Εβραίος ήταν θεμιτοί στόχοι. Η βία δεν χρειαζόταν αιτία. Η βία δεν έψαχνε δικαιολογία. Η εβραϊκή ταυτότητα αρκούσε.
Ακριβώς η ίδια αντίληψη εκδηλώνεται σήμερα από ομάδες, από μεμονωμένα άτομα, μέσα σε πολιτικές κινητοποιήσεις, σε πανεπιστημιακούς χώρους, στα κοινωνικά δίκτυα ή σε μια καθημερινή συναλλαγή.
Όλα γενικεύονται από τα αισθήματα για το Ισραήλ, που δεν έχουν να κάνουν με αντισημιτισμό. Η κριτική στην κυβέρνηση είναι θεμιτή. Η καταδίκη στρατιωτικών επιχειρήσεων είναι λογική. Η υποστήριξη των Παλαιστινίων, εξαιρουμένων των τρομοκρατών, είναι κατανοητή. Όλα αυτά ανήκουν στην πολιτική αντιπαράθεση και στην ελευθερία της έκφρασης. Όταν όμως ένας τυχαίος Εβραίος τουρίστας τρώει κλωτσιές, όταν ένα τυχαίο μαγαζί πυρπολείται, όταν μια συναγωγή καταστρέφεται, η επίθεση δεν στοχεύει την ισραηλινή πολιτική. Στοχεύει την εβραϊκή ταυτότητα.
Το γεγονός ότι το Ισραήλ υπάρχει και ότι η πολιτική του βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις πιο σκληρές διεθνείς συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών έχει προσφέρει στον σύγχρονο αντισημιτισμό ένα χρήσιμο καταφύγιο. Ο αντισημίτης δεν χρειάζεται να πει ότι μισεί τους Εβραίους. Μπορεί να μιλήσει για «τους Ισραηλινούς», για «τους σιωνιστές», για τη Γάζα και στη συνέχεια να μεταφέρει την πολιτική σύγκρουση πάνω σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά του.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν απαιτείται από τους Εβραίους να μην αντιδρούν στη βία εναντίον τους. Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 είναι μια πραγματικότητα που πολλοί προσπερνούν: το Ισραήλ δέχθηκε μαζική τρομοκρατική επίθεση εναντίον αμάχων και αντέδρασε στρατιωτικά. Όλο αυτό που συμβαίνει, ξεκίνησε από την επίθεση της Χαμάς, που παραμένει αμετανόητη.
Η ίδια λογική εμφανίζεται στα μικρά περιστατικά. Ένας Ισραηλινός τουρίστας προπηλακίζεται και η συζήτηση καταλήγει στο ότι «έδειξε το μεσαίο δάχτυλο». Δεν εξετάζεται πρώτα ποιος τον πλησίασε, ποιος τον έβρισε ή ποιος ξεκίνησε την ένταση. Εξετάζεται η αντίδραση του θύματος. Σαν να υπάρχει μια υποχρέωση των Εβραίων να δέχονται την εχθρότητα με ψυχραιμία, ενώ κάθε δική τους αντίδραση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για την αρχική επίθεση.
Μετατρέπουν έτσι τον Εβραίο σε κατηγορούμενο για τη βία που υφίσταται. Αν αντιδράσει, προκαλεί. Αν δεν αντιδράσει, αποδέχεται την κατηγορία. Αν μιλήσει για αντισημιτισμό, κατηγορείται ότι χρησιμοποιεί την ιστορία για να φιμώσει την κριτική στο Ισραήλ. Αν μιλήσει για το Ισραήλ, θεωρείται υπεύθυνος για τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο μέσα στον οποίο η εβραϊκή ταυτότητα γίνεται τεκμήριο ενοχής.
Η βία πλέον δεν περιορίζεται στον χώρο όπου συμβαίνει. Η οθόνη την πολλαπλασιάζει. Ένα μικρό περιστατικό που παλαιότερα θα το γνώριζαν οι παριστάμενοι, σήμερα μπορεί να καταγραφεί, να μεταδοθεί, να σχολιαστεί και να αναπαραχθεί σε όλο τον πλανήτη μέσα σε λίγα λεπτά. Η εικόνα της βίας γίνεται ανάρτηση, η προσβολή γίνεται θέαμα, η επανάληψη δημιουργεί εξοικείωση.
Η οθόνη δεν δημιουργεί από μόνη της αντισημιτισμό. Του προσφέρει όμως κάτι που παλαιότερα δεν διέθετε: ταχύτητα, αδιάκοπη επανάληψη και την αίσθηση ότι ο δράστης δεν είναι μόνος. Κανείς δεν νιώθει μόνος μέσα σε όχλο, φυσικό ή διαδικτυακό.
Διαβάστε επίσης:
Ζωντανεύοντας το πεθαμένο χωριό
Αν δεν ήταν το 8%, δεν θα ασχολιόμασταν
Όταν ο γιατρός περνάει τα όρια
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Στον MSCI Standard Greece εισέρχεται η Motor Oil – Στον Small Cap η Κρι Κρι
- Τράπεζες: 4 δισ ευρώ επενδύσεις σε Τεχνητή Νοημοσύνη
- Panerai Immersion: Μια νέα έκθεση διηγείται το ταξίδι από τη Φλωρεντία και το Πολεμικό Ναυτικό στα βάθη της θάλασσας
- Theon: Νέο ρεκόρ η μετοχή – Αγγίζει τα 3 €δισ. κεφαλαιοποίηση, το στοίχημα Χατζημηνά