Την παραλλαγή του εμβληματικού συνθήματος «Η τέχνη για την τέχνη» —Ars Gratia Artis, όπως το καθιέρωσε η μυθική MGM— φαίνεται πως υιοθέτησαν οι δράστες της Θεσσαλονίκης, μετατρέποντάς το σε «Η βία για τη βία».
Η επιλογή των συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων, με διαφορετικές κομματικές εξελίξεις, διαφορετικές θέσεις και σε διαφορετικές φάσεις της δημόσιας διαδρομής τους, αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν υπάρχει ίχνος ρεαλιστικής, συνεκτικής και σύγχρονης ιδεολογικής στερέωσης στη συγκεκριμένη πράξη.
Η λογική της «βίας για τη βία» βρίσκει τις καταβολές της στον αναρχισμό του τέλους του 19ου αιώνα, ο οποίος στηρίχθηκε στην αντίληψη ότι η προπαγάνδα οφείλει να μεταφράζεται σε πράξη, καθώς και στον ρωσικό επαναστατικό και λογοτεχνικό μηδενισμό του 19ου αιώνα, από τον Bakunin μέχρι τον Dostoevsky.
Εισάγοντας τη λογική αυτή σε μία οργανωμένη, όμως, κοινωνία, ο Georges Sorel, στο βιβλίο του Σκέψεις πάνω στη βία (Réflexions sur la violence), ανέδειξε τη βία ως ηθική πράξη που θα μπορούσε να αναζωογονήσει μία παρακμασμένη κοινωνία. Την τοποθετούσε, βέβαια, στο πλαίσιο της γενικής απεργίας των εργαζομένων, η οποία, λόγω του κρατικού συστήματος καταπίεσης, αναπόφευκτα θα κατέληγε στη βία. Διαφοροποιούνταν έτσι από τη ρωσική παράδοση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να γκρεμιστεί το παλιό για να γεννηθεί το νέο — ό,τι κι αν γίνει, όποιες κι αν είναι οι πολιτικές συνθήκες.
Ο φασισμός έφερε τη θέση «η βία για τη βία» στο αποκορύφωμά της. Κατά τη δική του λογική, το έθνος αναγεννάται μέσα από τη δοκιμασία της βίας. Η σύγκρουση ήταν, λοιπόν, εγγενές χαρακτηριστικό του. Είναι βέβαιο πως οι δράστες της Θεσσαλονίκης δεν λειτουργούν με βάση αυτά τα φιλοσοφικά ρεύματα. Αυτό, όμως, δεν τους κάνει λιγότερο επικίνδυνους. Το αντίθετο.
Η πράξη τους έχει ως υπόβαθρο μία μορφή μετά-ιδεολογικής βίας, η οποία εδράζεται σε διαδικτυακές υποκουλτούρες που προσδίδουν μαζικότητα στη σημασία του χάους. Τα γκαζάκια στη Θεσσαλονίκη υποδηλώνουν ότι το αυγό του φιδιού έσπασε: η επίθεση, ιδιαίτερα και με τον, έστω αθέλητο, θάνατο που επέφερε, αποτελεί ευθεία επίθεση κατά της δημοκρατίας. Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης αντιμετωπίζει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της υπουργικής του καριέρας, ίσως τη μεγαλύτερη μετά τη «17 Νοέμβρη». Η μη σύλληψη και η μη παραδειγματική τιμωρία των ενόχων θα είναι και αδιανόητη και επικίνδυνη.
Όπως έχω ξαναγράψει, όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα, ο Benjamin Franklin απάντησε: «Δημοκρατία, αν είστε ικανοί να τη διαφυλάξετε» — και αυτή είναι μία πολιτικά φορτισμένη απόδοση. Εμμένω στη λέξη «πολιτικά», διότι στην Ελλάδα η σύγκρουση και η καταγγελία κατά κανόνα υπερισχύουν της ειλικρίνειας, του συμβιβασμού και της ευθύνης.
Γιατί, λοιπόν, «της γης οι κολασμένοι» του Frantz Fanon να μη βάλουν γκαζάκια όταν —παράδειγμα φέρω— η αντιπολίτευση αρνείται να ψηφίσει την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για την ισότητα αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, την οποία έφερε στη Βουλή η Νίκη Κεραμέως; Η συγκεκριμένη σιωπηρή άρνηση, στο όνομα του δήθεν κομματικού συμφέροντος, δεν έχει απλώς κοινωνικές επιπτώσεις. Έχει και βαθύτατα πολιτικές, διότι αναδεικνύει καθαρά την αποποίηση της ευθύνης σε βάρος του κοινού συμφέροντος.
Κι όταν η ευθύνη μένει ορφανή, η βία γεννά δίδυμα και τετράδυμα — ιδιαίτερα όταν η ατιμωρησία αποτελεί μέρος του μόνιμου σκηνικού: πενήντα οι προσαγωγές, πέντε οι συλλήψεις, άντε δύο ή μάλλον καμία η καταδίκη.
Στην πλειοψηφία του, ο πολιτικός μας κόσμος —ιδιαίτερα λέγε με Ζωή Κωνσταντοπούλου και Κυριάκο Βελόπουλο, με τον Νίκο Ανδρουλάκη να ακολουθεί ασθμαίνοντας— αρνείται να κατανοήσει ότι η λεκτική βία κάνει οικεία τη βίαιη πράξη. Έτσι, ο πολίτης παύει να σοκάρεται όταν η φυσική βία εκδηλωθεί, ενώ ο «κολασμένος» τη βλέπει ως διέξοδο από αυτό που ερμηνεύει ως εγκλωβισμό του σ’ ένα σύστημα με το οποίο διαφωνεί και θεωρεί πως τον έχει αποβάλει.
Προφανώς η πράξη δεν δικαιολογείται. Προφανώς η ευθύνη βαρύνει αυτούς που έβαλαν τα γκαζάκια. Προφανώς θα υπάρξουν πράξεις βίας ακόμη κι αν οι βουλευτές αρχίσουν να απευθύνονται ο ένας στον άλλο με άψογη αγγλική ευγένεια και αυτοσαρκασμό. Όταν, όμως, η λεκτική βία γίνεται μέρος της καθημερινότητας, όταν η υπερβολή και η δραματοποίηση κυριαρχούν μέσα στη Βουλή και έξω στα ΜΜΕ, όταν το διαδικτυακό λιντσάρισμα γίνεται παιγνίδι και τα ψηφιακά παιχνίδια αναπαράγουν ατέλειωτη βία, τότε ας μην αναρωτιόμαστε ούτε για τη νεανική βία ούτε για τους «γκαζάκηδες».
Η βία δεν γεννιέται ποτέ στο κενό. Γεννιέται όταν η πολιτική απαξιώνεται, οι θεσμοί δεν πείθουν, η ατιμωρησία κανονικοποιείται και ο δημόσιος λόγος μετατρέπει τον αντίπαλο σε εχθρό. Τότε η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από εκείνους που βάζουν τα γκαζάκια. Απειλείται και από εκείνους που, κάθε μέρα, κάνουν τη βία να μοιάζει φυσική συνέχεια της πολιτικής. Αν αυτό δεν σταματήσει τώρα, το αυγό του φιδιού δεν θα έχει απλώς σπάσει. Θα έχει ήδη εκκολαφθεί.
Διαβάστε επίσης
Από το επιτελικό κράτος στο κράτος-ορχήστρα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Μιχάλης Στασινόπουλος (ElvalHalcor): Στις 13 Ιουλίου η AMK – Το raodshow στην Αγγλία και οι επενδύσεις στην ανακύκλωση
- The Chalet Edition: Όταν η Mulliner συνάντησε τον Gstaad Guy
- Profile: Το ράλι της μετοχής, τα πακέτα, η διπλή επιβράβευση των μετόχων και οι εξελίξεις που τρέχουν
- «Δεν σας φοβόμαστε»: Στο στόχαστρο της κυβέρνησης η κουλτούρα ανοχής