ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Στην ελληνική πραγματικότητα, το να δικαιωθεί κανείς απέναντι στο Δημόσιο δεν σημαίνει ότι θα δει και στην πράξη την απόφαση να εφαρμόζεται. Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι ότι πολίτες και επιχειρήσεις που κερδίζουν μια δικαστική μάχη ενάντια σε μια δημόσια αρχή έρχονται αντιμέτωποι με το εξής παράδοξο. Η υπόθεση έχει τελεσιδικήσει, όμως η διοίκηση καθυστερεί ή ακόμη και παραλείπει να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση.
Και αν το να διεκδικήσει κανείς από το Δημόσιο μια χρηματική απαίτηση που του επιδικάστηκε μπορεί να γίνει μέσω της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (ακόμη και με πλειστηριασμό), τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα όταν ο πολίτης περιμένει από το Δημόσιο να προβεί σε μια ενέργεια, όπως π.χ. να εκδώσει μια άδεια.
Ακριβώς αυτό επιχειρεί να αλλάξει το νέο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο αναδιαμορφώνει πλήρως το υφιστάμενο πλαίσιο και προχωρά στη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις.
Το πρόβλημα (για άλλη μια φορά) δεν ήταν η έλλειψη νόμου, αλλά η αποτελεσματικότητά του
Η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις δεν αποτελεί φυσικά νέα θεσμική πρόβλεψη. Το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος επιβάλλει ήδη ρητά στο Δημόσιο να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, ενώ ο ν. 3068/2002 εξειδίκευσε τη συνταγματική αυτή επιταγή, θεσπίζοντας ειδική διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης και συγκροτώντας τις Επιτροπές Συμμόρφωσης στα ανώτατα δικαστήρια.
Παράλληλα, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, καταργήθηκε η γενική απαγόρευση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του Δημοσίου. Έτσι, σήμερα είναι δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως για παράδειγμα η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, όταν αυτό υποχρεούται να καταβάλει ένα ποσό βάσει δικαστικής απόφασης.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν εντοπίζεται στις χρηματικές απαιτήσεις, αλλά στις περιπτώσεις όπου η συμμόρφωση προϋποθέτει την ίδια τη δράση της διοίκησης. Όταν, για παράδειγμα, μια δικαστική απόφαση ακυρώνει μια διοικητική πράξη και υποχρεώνει τη διοίκηση να εκδώσει νέα απόφαση, να χορηγήσει μια άδεια, να διορίσει έναν επιτυχόντα διαγωνισμού, να επανεξετάσει μια αίτηση ή να ανακαλέσει μια παράνομη πράξη, η αναγκαστική εκτέλεση του ΚΠολΔ δεν δίνει προφανώς λύση. Ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να κατασχέσει χρήματα ή να προχωρήσει σε πλειστηριασμό, δεν μπορεί όμως να υπογράψει μια διοικητική πράξη αντί του αρμόδιου οργάνου ούτε να ασκήσει δημόσια εξουσία στη θέση της διοίκησης.
Ακριβώς γι’ αυτό δημιουργήθηκε ήδη από το 2002 ο θεσμός των Επιτροπών Συμμόρφωσης, ώστε να υπάρχει ένας μηχανισμός πίεσης προς τη διοίκηση. Στην πράξη, βέβαια, όλο αυτό δεν λειτούργησε, γιατί ο πολίτης υποχρεούνταν να κινήσει εκ νέου μια χρονοβόρα διαδικασία στην επιτροπή και στις περισσότερες περιπτώσεις να αρκεστεί στην είσπραξη της χρηματικής ποινής, κάτι που δεν του έλυνε το βασικό του πρόβλημα.
Υπήρχε, επομένως, ξεκάθαρο κενό για το τι συμβαίνει όταν η δικαστική απόφαση απαιτούσε από τη διοίκηση μια ενέργεια και δεν αρκούσε η διαδικασία εκτέλεσης για χρηματική απαίτηση. Το νέο πλαίσιο εισάγει επιπλέον εργαλεία σε αυτόν τον γόρδιο δεσμό.
Πώς θα λειτουργεί το νέο σύστημα συμμόρφωσης
Το νέο πλαίσιο εγκαταλείπει τη λογική μιας αποσπασματικής παρέμβασης και εισάγει μια κλιμακωτή διαδικασία, η οποία αυξάνει σταδιακά την πίεση προς τη διοίκηση όσο αυτή εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται.
Αρχικά, η αρμόδια δημόσια αρχή υποχρεούται να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία. Εάν η συμμόρφωση δεν είναι πλήρης ή δεν πραγματοποιηθεί εγκαίρως, επιλαμβάνεται το αρμόδιο Συμβούλιο Συμμόρφωσης, το οποίο αντικαθιστά το μέχρι σήμερα ισχύον σύστημα των Επιτροπών Συμμόρφωσης, λειτουργεί σε κάθε δικαστήριο και εξετάζει αν η διοίκηση έχει πράγματι εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Εφόσον διαπιστωθεί ότι η μη συμμόρφωση είναι αδικαιολόγητη, το Συμβούλιο μπορεί να επιβάλει δύο διαφορετικές χρηματικές κυρώσεις. Η πρώτη είναι μια κατ’ αποκοπή χρηματική κύρωση, ενώ η δεύτερη είναι επαναλαμβανόμενη χρηματική κύρωση, η οποία επιβάλλεται για κάθε μήνα που συνεχίζεται η παράλειψη συμμόρφωσης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να δημιουργηθεί ένα πραγματικό οικονομικό αντικίνητρο για τη διατήρηση της παρανομίας, αντί η επιβολή των κυρώσεων να εξαντλείται σε έναν περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα.
Το νέο σύστημα, όμως, δεν σταματά εκεί. Οι οικονομικές κυρώσεις δεν αποτελούν πλέον το τελευταίο διαθέσιμο μέσο πίεσης, αλλά ένα ενδιάμεσο στάδιο μιας πιο πιεστικής διαδικασίας που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στη δικαστική υποκατάσταση της διοίκησης.
Η μεγάλη καινοτομία είναι η δικαστική υποκατάσταση
Η σημαντικότερη θεσμική τομή του νομοσχεδίου βρίσκεται στο άρθρο που εισάγει για πρώτη φορά τον θεσμό της περιορισμένης δικαστικής υποκατάστασης.
Σύμφωνα με το νέο σύστημα, εάν η διοίκηση εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται ακόμη και μετά την επιβολή τόσο της κατ’ αποκοπή όσο και της επαναλαμβανόμενης χρηματικής κύρωσης και η κατάσταση αυτή διαρκεί για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών από την έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου Συμμόρφωσης, τότε ενεργοποιείται ο μηχανισμός της υποκατάστασης.
Το Συμβούλιο Συμμόρφωσης μπορεί, είτε κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου είτε ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου αυτό να αποφασίσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για περιορισμένη δικαστική υποκατάσταση.
Η έννοια αυτή δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια αναλαμβάνουν τις αρμοδιότητες της διοίκησης ούτε ότι υποκαθιστούν συνολικά τη διοικητική δράση. Το νομοσχέδιο είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στο σημείο αυτό. Η υποκατάσταση επιτρέπεται μόνο στον βαθμό που είναι απολύτως αναγκαία για να καταστεί αποτελεσματική η εκτέλεση της συγκεκριμένης δικαστικής απόφασης και δεν μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα που ανήκουν στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Πρακτικά, η υποκατάσταση μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο όταν η Διοίκηση δεν έχει πλέον πραγματική ευχέρεια επιλογής για το τι πρέπει να κάνει. Το περιεχόμενο της οφειλόμενης πράξης ή ενέργειας πρέπει να προκύπτει ευθέως και με σαφήνεια από το σκεπτικό ή το διατακτικό της δικαστικής απόφασης, ώστε το δικαστήριο να μην καλείται να χαράξει διοικητική πολιτική, αλλά απλώς να ολοκληρώσει την εκτέλεση μιας ήδη διαμορφωμένης νομικής υποχρέωσης.
Για παράδειγμα, η υποκατάσταση θα μπορούσε να εξεταστεί όταν από την απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι πρέπει να εκδοθεί συγκεκριμένη πράξη, να γίνει ορισμένη υπηρεσιακή μεταβολή ή να ολοκληρωθεί μια ενέργεια με προκαθορισμένο περιεχόμενο (π.χ. να επαναπροκηρυχθεί ένας διαγωνισμός). Αντίθετα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί όταν η Διοίκηση πρέπει να σταθμίσει περισσότερες νόμιμες λύσεις, να αξιολογήσει τεχνικά δεδομένα, να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών μέτρων ή να καθορίσει το περιεχόμενο μιας πράξης με βάση τη διακριτική της ευχέρεια.
Με λίγα λόγια, ο νέος θεσμός λειτουργεί ως το έσχατο μέσο προστασίας του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Όταν η διοίκηση εξακολουθεί επί μακρόν να αγνοεί μια δεσμευτική δικαστική απόφαση, το δικαστήριο αποκτά πλέον τη δυνατότητα να διασφαλίσει ότι η απόφασή του δεν θα παραμείνει κενό γράμμα.
Διαβάστε επίσης:
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Marfin: Η επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας για τους δύο συλληφθέντες
- AI Act: Τι αλλάζει για πολίτες, επιχειρήσεις και Δημόσιο – Το νέο πλαίσιο για την Τεχνητή Νοημοσύνη
- Φωτιά σε αγροτοδασική έκταση στον Έβρο – Επιχειρούν ένα ελικόπτερο
- Στον εισαγγελέα οι συλληφθέντες για την δολοφονία της Βάγιας Νέστορα – Στα 200 μέτρα το κρησφύγετο από το σπίτι της οικογένειας
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.