Μπορεί μια διαφορά για ένα ενοίκιο, μια μικρή αποζημίωση ή μια εργατική απαίτηση λίγων χιλιάδων ευρώ να φτάνει μέχρι τον Άρειο Πάγο; Για το υπουργείο Δικαιοσύνης η απάντηση είναι, πλέον, όχι. Με το νέο σχέδιο νόμου εισάγεται για πρώτη φορά ένα σαφές χρηματικό όριο για την άσκηση αναίρεσης, με στόχο να περιοριστεί ο αριθμός των υποθέσεων που καταλήγουν στο ανώτατο πολιτικό και ποινικό δικαστήριο της χώρας.
Ο στόχος αυτής της καινοφανούς ρύθμισης είναι αρκετά προφανής. Ένας Άρειος Πάγος που καλείται να εξετάζει χιλιάδες υποθέσεις μικρής οικονομικής αξίας δυσκολεύεται να επιτελέσει τον πραγματικό του ρόλο, δηλαδή να διασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή του δικαίου και να διαμορφώνει τη νομολογία.
Οι δικηγορικοί σύλλογοι, όμως, αντιδρούν εντόνως, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η προσπάθεια αποσυμφόρησης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται. Όχι ο στόχος, αλλά το μέσο, το οριζόντιο μέτρο του οικονομικού κόφτη. Και αυτό επειδή ο Άρειος Πάγος δεν εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά μιας υπόθεσης, αλλά τη νομιμότητα της απόφασης που εκδόθηκε στο εφετείο. Συνεπώς, ο ρόλος του αφορά την εξέταση της σοβαρότητας της νομικής παραβίασης και όχι αυτής καθαυτής της υπόθεσης.
Ποιος έχει τελικά δίκιο σε αυτή την -ακόμη μία- διαμάχη μεταξύ δικηγορικών συλλόγων και Υπουργείου Δικαιοσύνης; Είναι η Ελλάδα πρωτοπόρος ή ακολουθεί ένα μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη στην υπόλοιπη Ευρώπη;
Τι ισχύει σήμερα: Ο Άρειος Πάγος δεν είναι «τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας»
Αυτή τη στιγμή, με το νομοθετικό πλαίσιο ως έχει η πρόσβαση στον Άρειο Πάγο δεν εξαρτάται από το ύψος της διαφοράς. Άλλωστε, η αναίρεση δεν αποτελεί ένα τρίτο στάδιο στο οποίο ο διάδικος επιχειρεί να πείσει ένα ακόμη δικαστήριο ότι έχει δίκιο επί της ουσίας. Ο Άρειος Πάγος δεν επανεκτιμά μάρτυρες, δεν σταθμίζει αποδείξεις και δεν αποφασίζει ποια εκδοχή των πραγματικών περιστατικών είναι ορθή.
Ο ρόλος του είναι διαφορετικός, στην ουσία μόνο θεσμικός, διότι αυτό που ελέγχει είναι αν το δικαστήριο που εξέδωσε τη δευτεροβάθμια απόφαση, ήτοι το εφετείο, εφάρμοσε σωστά τον νόμο και αν τηρήθηκαν οι θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις.
Αν, για παράδειγμα, ένα εφετείο ερμηνεύσει εσφαλμένα μια διάταξη του Αστικού Κώδικα για τη μίσθωση, εφαρμόσει λάθος τις διατάξεις περί αποζημίωσης ή παραβιάσει βασικούς δικονομικούς κανόνες, ο Άρειος Πάγος μπορεί να αναιρέσει την απόφαση. Επομένως, δεν θα κρίνει ποιος διάδικος έχει δίκιο, αλλά αν ο νόμος εφαρμόστηκε ορθά. Αν όχι, τότε θα κάνει δεκτή την αναίρεση και θα επιστρέψει την απόφαση στο εφετείο να την εκδικάσει ξανά.
Με τον τρόπο αυτό, ο αναιρετικός έλεγχος λειτουργεί ως μηχανισμός διασφάλισης της ενότητας της νομολογίας. Αν δύο εφετεία ερμηνεύουν διαφορετικά την ίδια διάταξη, ο Άρειος Πάγος καλείται να δώσει την τελική απάντηση, ώστε ο νόμος να εφαρμόζεται ενιαία σε όλη τη χώρα.
Η νέα ρύθμιση: Τα οικονομικά κριτήρια για το ποιες υποθέσεις θα εκδικάζονται στον Άρειο Πάγο
Το σχέδιο νόμου αλλάζει αυτή τη λογική. Με την προσθήκη νέας παραγράφου στο άρθρο 552 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης όταν το επιδικασθέν ποσό είναι μικρότερο από 20.000 ευρώ, ενώ για τις εργατικές διαφορές το όριο ορίζεται στις 8.000 ευρώ.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα απλή, αλλά και ιδιαίτερα αυστηρή λύση. Αν η υπόθεση βρίσκεται κάτω από το προβλεπόμενο όριο, ο Άρειος Πάγος δεν θα εξετάζει καν αν υπάρχει σοβαρό νομικό σφάλμα στην απόφαση ή αν τίθεται ζήτημα που αφορά την ενιαία εφαρμογή του δικαίου. Το χρηματικό όριο λειτουργεί ως απόλυτο φίλτρο χωρίς εξαίρεση.
Οι δικηγόροι αντιδρούν: Συνήθης υπερβολή ή υπάρχει ουσία;
Η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων και ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά απορρίπτουν κατηγορηματικά τη ρύθμιση, ζητώντας από τον Φλωρίδη να την αποσύρει και να μπει σε διάλογο μαζί τους, ώστε να ανευρεθούν άλλοι τρόποι να ξεπεραστούν οι παθογένειες του Αρείου Πάγου.
Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι η αναίρεση δεν υπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα των διαδίκων, αλλά τη νομιμότητα. Ο Άρειος Πάγος δεν υπάρχει για να κρίνει αν κάποιος δικαιούται 10.000 ή 100.000 ευρώ, αλλά για να ελέγχει αν τα δικαστήρια εφαρμόζουν σωστά τον νόμο. Επομένως, υποστηρίζουν ότι η σοβαρότητα ενός νομικού σφάλματος δεν μπορεί να εξαρτάται από το ύψος της επιδίκασης.
Η εξέλιξη αυτή ήταν καθ’ όλα αναμενόμενη. Οι δικηγορικοί σύλλογοι ανά την Ελλάδα, με προεξάρχοντες βεβαίως τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και Πειραιά μας έχουν συνηθίσει σε άνευ ετέρου αντιδράσεις σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση επιχειρεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Το θέμα είναι ότι εν προκειμένω αυτό που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως η συνήθης αντίσταση στις αλλαγές περιλαμβάνει και τον εύλογο προβληματισμό για το κατά πόσον η επιλογή ενός αποκλειστικά οικονομικού φίλτρου συνάδει με τον θεσμικό ρόλο ενός ανώτατου δικαστηρίου.
Και αν κοιτάξουμε τις ρυθμίσεις που υιοθετούν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα διαπιστώσουμε ότι πράγματι τέτοιου είδους οριζόντιοι περιορισμοί στην πρόσβαση στο ανώτατο δικαστήριο συνοδεύονται και από άλλα κριτήρια, πέρα από ποσοτικά.
Τι κάνουν η Γερμανία και η Γαλλία: Η Ευρώπη φιλτράρει τις υποθέσεις, αλλά με εγγυήσεις
Η ανάγκη αποσυμφόρησης των ανώτατων δικαστηρίων δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Όλες οι μεγάλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις έχουν αναζητήσει τρόπους να περιορίσουν τον αριθμό των υποθέσεων που φτάνουν στα ανώτατα δικαστήριά τους. Οι σχολές που διαμορφώνονται, κατά βάση, εκκινούν από τις δύο κυριότερες χώρες που έχουν και διαφορετικές προσεγγίσεις συνολικά στο δίκαιο.
Στη Γερμανία, η υπόθεση δεν οδηγείται αυτομάτως στο ανώτατο δικαστήριο, το Bundesgerichtshof. Κατά κανόνα, το ίδιο το εφετείο αποφασίζει αν η υπόθεση πρέπει να εξεταστεί από το ανώτατο δικαστήριο, επειδή παρουσιάζει γενικότερο νομικό ενδιαφέρον, συμβάλλει στην εξέλιξη του δικαίου ή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας.
Αν το εφετείο αρνηθεί, ο διάδικος μπορεί να ζητήσει από το ίδιο το ανώτατο δικαστήριο να επανεξετάσει αυτή την άρνηση. Για αυτή την επανεξέταση υπάρχει χρηματικό όριο 25.000 ευρώ, όμως αυτό δεν αποτελεί το βασικό φίλτρο. Το καθοριστικό ερώτημα παραμένει αν η υπόθεση έχει σημασία για το δίκαιο και όχι πόσα χρήματα αφορά.
Στη Γαλλία, αντίθετα, δεν υπάρχει κανένα χρηματικό όριο. Κάθε υπόθεση μπορεί να φτάσει στο ανώτατο δικαστήριο, Cour de cassation, ανεξαρτήτως αξίας. Το ίδιο το ανώτατο δικαστήριο, όμως, διαθέτει μηχανισμό συνοπτικής απόρριψης των αναιρέσεων που είναι προδήλως αβάσιμες, οπότε εδώ πρόκειται για ποιοτικό και όχι οικονομικό φίλτρο.
Συνεπώς, η τωρινή επιλογή του Υπουργείου Δικαιοσύνης αποτελεί μια μάλλον ελληνική πρωτοτυπία. Αντί να αξιολογεί αν μια υπόθεση θέτει ένα σημαντικό νομικό ζήτημα ή αν υπάρχει ανάγκη ενιαίας ερμηνείας του νόμου, αποκλείει οριζόντια ολόκληρες κατηγορίες υποθέσεων αποκλειστικά με βάση το ύψος της επιδίκασης.
Για έναν, δηλαδή, αρκετά κοινότυπο στόχο, όπως αυτός της αποσυμφόρησης του ανώτατου δικαστηρίου, επιλέγεται ένα ανορθόδοξο εργαλείο με τη λογική «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι», παρά μια στοχευμένη επιλογή που διατηρεί ανοικτή την πρόσβαση στον αναιρετικό έλεγχο για τις υποθέσεις όπου το εφετείο μπορεί να έχει υποπέσει σε σοβαρό νομικό σφάλμα.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Castor Maritime (Πέτρος Παναγιωτίδης): Συνέλευση μετόχων στις 11 Σεπτέμβρη
- Toro Corp. (Ευάγγελος Πιστιόλης): Η γενική συνέλευση των μετόχων θα γίνει στις 11 Σεπτεμβρίου
- Στενά του Ορμούζ: Σχεδόν μηδενική η κίνηση μετά τα πλήγματα στα πλοία της Dynacom
- Φωτιά σε χαμηλή βλάστηση στον Δήμο Δέλτα Θεσσαλονίκης – Σηκώθηκαν δύο ελικόπτερα
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.