Μέχρι σήμερα, το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο αντιμετώπιζε με έναν τρόπο αναχρονιστικό μια σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα: τη σταθερή συμβίωση χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου ένας άνθρωπος έχανε τον σύντροφό του, με τον οποίο είχε μοιραστεί χρόνια κοινής ζωής, και γινόταν νομικά «αόρατος», χωρίς κανένα δικαίωμα στην περιουσία του θανόντος, η οποία μπορεί να κατέληγε σε μακρινούς συγγενείς.

Το ζήτημα αυτό είχε αναδειχθεί έντονα τόσο από ομόφυλα ζευγάρια όσο και από ετερόφυλα, τα οποία, για προσωπικούς, κοινωνικούς ή πρακτικούς λόγους, δεν είχαν επιλέξει να παντρευτούν ή να συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης. Επρόκειτο για μια κατάφωρη αδικία, ειδικά όταν επρόκειτο για αγαπημένα επί έτη ζευγάρια που δεν είχαν τυπική νομική αναγνώριση ή για δραματικές περιπτώσεις όπου συνέβαινε αιφνίδιος θάνατος πριν τον γάμο.

1

Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου επιχειρεί να αμβλύνει -χωρίς πάντως να εξαλείφει- αυτή την αδικία, εισάγοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα κληρονομικής διαδοχής και για τον σύντροφο σε ελεύθερη ένωση, υπό συγκεκριμένες βέβαια προϋποθέσεις.

Το προηγούμενο καθεστώς: Οι τάξεις συγγενών και ο αποκλεισμός του συντρόφου

Το κληρονομικό δίκαιο λειτουργεί με ένα αυστηρά δομημένο σύστημα τάξεων κληρονόμων, το οποίο καθορίζει ποιοι καλούνται στην κληρονομία και με ποια σειρά.

Στην πρώτη τάξη ανήκουν οι κατιόντες του θανόντος, δηλαδή τα παιδιά και τα εγγόνια του. Αν δεν υπάρχουν απόγονοι, καλείται η δεύτερη τάξη, στην οποία περιλαμβάνονται γονείς, αδέλφια και ανίψια. Ελλείψει και αυτών, η κληρονομία περνάει στην τρίτη τάξη, δηλαδή στους παππούδες και τα ξαδέλφια, ενώ σε ακόμη πιο απομακρυσμένες περιπτώσεις καλούνται οι προπαππούδες.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο σύζυγος έχει δικαίωμα συμμετοχής, ως κληρονόμος μαζί με τους συγγενείς. Αν όμως δεν υπάρχει ούτε σύζυγος ούτε συγγενής σε καμία τάξη, τότε με το υφιστάμενο πλαίσιο η κληρονομία περιέρχεται στο Δημόσιο.

Αυτό που προκαλούσε εδώ και χρόνια έντονη κριτική ήταν ότι ο σύντροφος χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης δεν είχε απολύτως κανένα δικαίωμα. Νομικά θεωρούνταν τρίτος, ακόμη κι αν είχε συμβιώσει επί δεκαετίες με τον θανόντα.

Ο σύντροφος αποκτά κληρονομικά δικαιώματα: Οι δύο προϋποθέσεις

Το νέο νομοσχέδιο εισάγει μια σημαντική τομή, αναγνωρίζοντας υπό προϋποθέσεις δικαίωμα κληρονομικής διαδοχής και στον σύντροφο χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης.

Η βασικότερη προϋπόθεση για να συμβεί αυτό απαιτεί μια έλλειψη: την απουσία νομικά αναγνωρισμένου συντρόφου. Δηλαδή, για να μπορεί να καταστεί κληρονόμος ο σύντροφος, δεν πρέπει να υπάρχει σύζυγος ή σύντροφος με σύμφωνο συμβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι αν ο θανών ήταν ακόμη παντρεμένος, ακόμη και σε διάσταση χωρίς να έχει εκδοθεί το διαζύγιο, ή είχε έγκυρο σύμφωνο συμβίωσης, ο άτυπος σύντροφος αποκλείεται.

Παράλληλα, απαιτείται η ύπαρξη σταθερής συμβίωσης. Το σχέδιο νόμου θέτει ως γενικό κανόνα τη διάρκεια των τριών ετών πριν τον θάνατο, κάτι που θα το κρίνει το δικαστήριο με βάση τα αποδεικτικά μέσα που θα προσκομίζονται και θα αποδεικνύουν τη συμβίωση.

Ωστόσο, το νομικό πλαίσιο εισάγει μια σημαντική εξαίρεση. Αν το ζευγάρι έχει αποκτήσει κοινά τέκνα, τότε δεν απαιτείται συγκεκριμένο χρονικό όριο. Η ύπαρξη παιδιού λειτουργεί ως ισχυρή ένδειξη σταθερής και ουσιαστικής σχέσης.

Με τον τρόπο αυτό, ο νομοθέτης επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας των πραγματικών οικογενειακών δεσμών και στον κίνδυνο καταχρήσεων.

Πάντως, ο σύντροφος δεν κληρονομεί ούτε αυτομάτως ούτε πάντα όλη την περιουσία. Το τι τελικά θα κληρονομήσει εξαρτάται από το αν υπάρχουν άλλοι συγγενείς ή όχι.

Τι ισχύει όταν υπάρχουν άλλοι συγγενείς

Σε περίπτωση που υπάρχουν συγγενείς που καλούνται στην κληρονομία, είτε είναι κοντινοί όπως παιδιά είτε πιο μακρινοί όπως ξαδέρφια, ο σύντροφος δεν αποκτά πλήρη κληρονομικά δικαιώματα, αλλά εισέρχεται σε ένα καθεστώς προστασίας, ώστε η ζωή του να διατηρήσει μια στοιχειώδη σταθερότητα μετά τον θάνατο του αγαπημένου του προσώπου.

Η σημαντικότερη προστασία είναι η κληρονομία του εξαίρετου. Πρόκειται για το δικαίωμα να λάβει ορισμένα κινητά πράγματα της καθημερινής ζωής, τα οποία συνδέονται με τη διαβίωση του ζευγαριού, όπως το κοινό αυτοκίνητο, τα έπιπλα, ο οικιακός εξοπλισμός και άλλα αντικείμενα που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές τους ανάγκες. Το εξαίρετο δεν αποτελεί πλήρη κληρονομική μερίδα, αλλά μια ειδική παροχή που αναγνωρίζει τη συμβολή και τη συμβίωση του συντρόφου.

Παράλληλα, προβλέπεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό δικαίωμα παραμονής στην κατοικία. Ο σύντροφος μπορεί να συνεχίσει να διαμένει, χωρίς αντάλλαγμα, για ένα έτος στο σπίτι που ανήκε στον θανόντα, εφόσον αυτό αποτελούσε την κύρια κατοικία του ζευγαριού.

Με λίγα λόγια, με στόχο την αποφυγή αιφνίδιας απομάκρυνσης του συντρόφου από το σπίτι, του δίνεται χρονικό περιθώριο ενός έτους, μέσα στο οποίο οι υπόλοιποι κληρονόμοι δεν μπορούν να διεκδικήσουν το ακίνητο.

Πότε ο σύντροφος γίνεται καθολικός κληρονόμος

Η πιο ριζική αλλαγή εμφανίζεται στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν συγγενείς που να καλούνται στην κληρονομία. Να τονίσουμε εδώ ότι με το σχέδιο νόμου αποκλείονται πλέον οι προπαππούδες ως τελευταία τάξη πριν το Δημόσιο, οπότε ο πιο μακρινός συγγενής που μπορεί να κληρονομήσει τον θανόντα είναι εξάδελφος.

Μέχρι σήμερα, σε περιπτώσεις απουσίας άλλων κληρονόμων, η περιουσία περιερχόταν στο Δημόσιο. Με το νέο καθεστώς, όμως, ο σύντροφος θα μπορεί να αναδειχθεί σε καθολικό κληρονόμο, δηλαδή να αποκτήσει το σύνολο της κληρονομίας.

Η μεταβολή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αναγνωρίζει έμπρακτα ότι η πραγματική οικογενειακή σχέση δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τον γάμο ή τη συγγένεια. Έτσι, αποφεύγονται περιπτώσεις όπου το Δημόσιο καθίσταται κληρονόμος, παρά την ύπαρξη ενός ανθρώπου που είχε ουσιαστική και καθημερινή σχέση με τον κληρονομούμενο.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες τάξεις των συγγενών και με τον σύζυγο/ σύντροφο από σύμφωνο συμβίωσης, ο σύντροφος σε ελεύθερη ένωση δεν καλείται αυτομάτως ως κληρονόμος. Και λογικό, αφού σε αντίθεση με τη συγγένεια και με τη νομικά αναγνωρισμένη συμβίωση, η ελεύθερη ένωση βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά που πρέπει να αξιολογηθούν δικαστικά.

Η διαδικασία: Προθεσμίες και δικαστικός έλεγχος

Η αναγνώριση του συντρόφου ως κληρονόμου απαιτεί ενεργοποίηση του ίδιου μέσω δικαστικής διαδικασίας με προθεσμία αντίστοιχη με την αποποίηση.

Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο της κληρονομίας εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από τη στιγμή που έλαβε γνώση του θανάτου. Σε περιπτώσεις όπου είτε ο ίδιος είτε ο θανών διέμενε στο εξωτερικό, η προθεσμία αυτή επεκτείνεται σε ένα έτος.

Το δικαστήριο εξετάζει αν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου. Ειδικότερα, ελέγχει τη διάρκεια της συμβίωσης, τη σταθερότητα της σχέσης και τη συμπλήρωση της τριετίας. Η διαδικασία αυτή λειτουργεί ως φίλτρο, διασφαλίζοντας ότι το δικαίωμα δεν θα ασκείται καταχρηστικά, αλλά θα απονέμεται σε πραγματικές περιπτώσεις συμβίωσης.

Στη διαδικασία, πάντως, καλείται και το Δημόσιο, με δεδομένο ότι αυτό έχει έννομο συμφέρον να μην κληρονομήσει ο σύντροφος.

Το σχέδιο νόμου, πάντως, βρίσκεται ακόμη υπό διαβούλευση και αναμένεται να επιστρέψει στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή μετά την ολοκλήρωσή της. Συνεπώς, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να αλλάξουν ορισμένα σημεία, αν και η φιλοσοφία της μεταρρύθμισης είναι δεδομένη.

Διαβάστε επίσης:

Μπορεί ένα ζώο να κληρονομήσει περιουσία; Η υπόθεση του Karl Lagerfeld και της γάτας του και τι ισχύει νομικά