
Στις τελευταίες ημέρες, με αφορμή την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο πολιτικός κόσμος έχει κυριολεκτικά ξεσαλώσει.
Η αναφορά δεν είναι μόνο στην αντιπολίτευση που κατ’ έθιμο προβάλει μόνο μαξιμαλιστικές θέσεις, χωρίς σχέση με την πολιτική πραγματικότητα και την κοινωνική πλειοψηφία. Η αναφορά είναι και στα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας που έβγαλαν τα μαχαίρια από τα θηκάρια τους και τελειωμό δεν έχουν. Ευτυχώς, προς το παρόν μόνο τα κραδαίνουν. Το αλληλοσφάξιμο δεν είναι μακριά, όμως, αν δεν συνετιστούν.
Κατανοητός ο πανικός. Μετά τη τραύμα των Τεμπών έρχεται ένα νέο σκάνδαλο συνοδευόμενο με το εύλογο ερώτημα «καλά, ουδείς γνώριζε;». Κι αυτό, όταν «ο κόσμος το’ χε τούμπανο» και η κυβέρνηση ξεκινά τον τρίτο χρόνο της δεύτερης θητείας της.
Η αντιπολίτευση κάνει την δουλειά της – κατ’ αυτήν άριστα, κατά τις δημοσκοπήσεις κακά, στραβά κι ανάποδα. Αυτό λένε τουλάχιστον για το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη που δεν μπορεί να πάρει πάνω κεφάλι. Όσο για την Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η άνοδος της δεν εκφράζει επιθυμία της κοινωνίας να της αναθέσει την διακυβέρνηση – είναι απόδειξη του θυμού που διακατέχει την κοινωνία επειδή η κυβέρνηση δεν περνά τον πήχη των προσδοκιών που δημιούργησε.
Το περιβάλλον γύρω μας είναι, όμως, τρομακτικό. Δεν είναι μόνο οι πόλεμοι. Αυτοί κοντεύουν να ενσωματωθούν στη νέα καθημερινότητά μας, κι ας ενέχουν υπαρξιακούς κινδύνους – όπως άλλωστε και η τεχνητή νοημοσύνη. Οι οικονομίες κινδυνεύουν, κι ας εξακολουθούν να υπάρχουν ανόητοι που μιλούν για εθνική θωράκιση (κάπου έχει ξανακουστεί η συγκεκριμένη λέξη) και διεθνή ανθεκτικότητα.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο πληθωρισμός έχει σηκώσει το άγριο κεφάλι του και η δασμολογική μανία του Τραμπ τον τρέφει αδιάκοπα. Η διαμάχη του με τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας J. Powell σε συνδυασμό με την άνοδο του οικονομικού εθνικισμού ενισχύει τις ανισορροπίες που έχουν ήδη εκδηλωθεί στις ροές εμπορίου με την διατάραξη των αλυσίδων εφοδιασμού. Η ρευστότητα παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα που δεν δικαιολογούνται από το μέγεθος του παγκόσμιου ΑΕΠ, των υποδομών που το παράγουν και των κεφαλαίων που απαιτούνται για την χρηματοδότησή του. ΟΙ μεταναστευτικές ροές φέρνουν στο άμεσο προσκήνιο την σύγκρουση μεταξύ των δημογραφικών εξελίξεων (που επηρεάζουν την οικονομία) και των πολιτισμικών δεδομένων που χαρακτηρίζουν μία κοινωνία.
Στην Ελλάδα, ειδικά, ο τουρισμός είναι ανά πάσα στιγμή…φευγάτος, το κόστος της ενέργειας παραμένει υψηλό, ο πληθωρισμός δεν κάμπτεται, η οικοδομή έχει εμπλακεί στα νομικά και περιβαλλοντολογικά πλοκάμια, η παραγωγικότητα είναι εξαιρετικά χαμηλή, χωρίς ενδείξεις ότι μπορεί να υπάρξει κάποια σημαντική βελτίωση, η οικονομική επιβίωση εξαρτάται ως ένα βαθμό από την εισροή κοινοτικών πόρων, το τραπεζικό σύστημα δεν έχει τα πνευμόνια να δώσει οξυγόνο στην οικονομία, οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών διακρίνονται για ολιγοπωλιακές τάσεις, κι αυτές των επαγγελμάτων για τα στεγανά τους.
Στις 7/3 η στήλη έφερε τον τίτλο «Όποιος πιστεύει ότι η κρίση πέρασε ας το ξανασκεφτεί σοβαρά». Δεν άρεσε, διότι και πάλι ζούμε σε μία εφήμερη ευφορία και μας ενοχλεί να μας διακόπτουν το όνειρο. Η αλήθεια είναι, όμως, πως η δεκαετία 2010-2019 άφησε βαθιά ανεξίτηλα σημάδια στην ίδια την οικονομία με πρωτεύων οικονομικό πρόβλημα την αδυναμία να αποκαταστήσουμε την καταστροφή του παραγωγικού ιστού.
Πολύ απλά, λοιπόν, και παρά τα πολλά και σημαντικά που κατάφερε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, είμαστε ευάλωτοι – και ως οικονομία και ως κοινωνία. Επιπλέον, είμαστε ευάλωτοι γεωπολιτικά – η Τουρκική απειλή όπως εκδηλώνεται και πρόσφατα μέσω Λιβύης είναι ζωντανή, παρούσα, άμεση.
Στο πλαίσιο αυτό τα αλληλομαχαιρώματα στη Ν.Δ. και τα προσωπικά παιγνίδια που παίζουν νυν και πρώην πολιτικοί παράγοντες και κατέχοντες υψηλές θέσεις τεχνοκράτες δεν έχουν θέση—διότι αποτελούν απειλή για την χώρα.
Δεν μας αρέσει ότι, άλλοτε ενίοτε, άλλοτε ως κανόνα, αντιμετωπίζουμε την κυβέρνηση με την λογικό του «μη χείρον βέλτιστον» ή, όπως θα έλεγαν οι Γάλλοι faute de mieux. Αυτή είναι η πραγματικότητα, όμως, και δεν μπορεί να αλλάξει στο ορατό μέλλον. Γιατί «αυτή είναι η αντιπολίτευση».
Μόλις πριν από μερικές ημέρες «γιορτάσαμε» την επέτειο της διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ με τους …θεσμούς, το κλείσιμο των τραπεζών, την κολοτούμπα του δημοψηφίσματος, το αχρείαστο τρίτο μνημόνιο (για το οποίο δεν φταίει μόνο ο Αλέξης Τσίπρας αλλά και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου που νόμιζε ότι μπορούσε να κοροϊδέψει τους δανειστές μας).
Ας μην θεωρήσουμε ότι όλα έφυγαν και δεν ξαναγυρνούν. Αντίθετα. Αν ξαναγυρίσουν θα είναι ακόμη χειρότερα. Ας δείξουμε, λοιπόν, κάποια αυτοσυγκράτηση, λίγη ψυχραιμία, ψήγματα αυτογνωσίας, δείγματα εθνικής συνείδησης. Ας μην κατεβάσουν οι επαΐοντες της Ν.Δ. τον πήχη των προσδοκιών ακόμη πιο χαμηλά, ας μπουν τα μαχαίρια ξανά στα θηκάρια. Καιρός για σφάξιμο υπάρχει και αύριο.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
