Η ανακοίνωση του Παύλου Γερουλάνου για τα 100 έργα που είτε απεντάχθηκαν από το ΤΑΑ, είτε περικόπηκαν είτε υπήρξε διαγραφή ή υποβάθμιση ορόσημου ή στόχου, εγείρει ορισμένα ερωτηματικά και αναδεικνύει ορισμένα συμπεράσματα, που κατά τεκμήριο επεκτείνονται στο θέμα της συνολικής διαχείρισης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Καταρχήν να παρατηρηθεί πως ο αριθμός 100 δεν έχει καμία σχέση με τα συνολικά μεγέθη των 106 επενδύσεων και 68 μεταρρυθμίσεων (σύνολο 174) που αναφέρονται επίσημα στο Ελλάδα 2.0. Για παράδειγμα η λίστα Γερουλάνου περιλαμβάνει τρεις περιπτώσεις με τον κωδικό 16919 (Παιδική Προστασία). Συνεπώς, η σύγκριση δεν μπορεί να γίνει ανάμεσα σ’ έναν τριψήφιο και έναν πενταψήφιο αριθμό. Κι αυτό υπογραμμίζεται για να μην πει η αντιπολίτευση κάτι παράλογο, όπως ότι τα 100 έργα συγκρίνονται με τα επίσημα ταξινομημένα 174, οπότε το 57% είναι εκτός του ΤΑΑ!!
Μία διερεύνηση, πάντως, δίνει μία πρώτη εκτίμηση της δομής της λίστας με περίπου 40 απεντάξεις, 25 περικοπές και 35 διαγραφές ή υποβαθμίσεις οροσήμων. Το κατά εκτίμηση ποσό σε 30 περιπτώσεις πλήρους απένταξης ξεπερνά το 1,1 δισ. ευρώ στα οποία μπορούν να προστεθούν τρεις μεγάλες καθαρές περικοπές ύψους 542 εκατ. που αφορούν τα προγράμματα Αναβαθμίζω Σπίτι μου, Σπίτι μου ΙΙ και Ενεργειακή Απόδοση μη Οικιστικών Κτιρίων. Από πλευράς κατανομής η λίστα εντοπίζει 46 επενδυτικά έργα και 22 μεταρρυθμίσεις.
Ενδιαφέροντα είναι μερικά συμπεράσματα. Για παράδειγμα, στο υπουργείο ψηφιακής διακυβέρνησης έχουν αφαιρεθεί έργα που κτυπούσαν την γραφειοκρατία: Ενιαίο Μητρώο Ακινήτων, e-Ναυτολόγιο, επιχειρησιακή συνέχεια/τηλεργασία για 550.000 δημοσίους υπαλλήλους, επέκταση του ΣΥΖΕΥΞΙΣ σε 34.000 κτίρια, Κεντρικό Σύστημα Διαχείρισης Εγγράφων και 130.000 ψηφιακές υπογραφές, νέο ICISnet τελωνείων, και Πληροφοριακό Σύστημα Εποπτείας ΟΤΑ.
Αυτά είναι έργα που δεν πρόσθεταν απλώς έναν υπολογιστή στην υπάρχουσα διαδικασία αλλά αφαιρούσαν σημεία χειροκίνητου ελέγχου, ενοποιούσαν μητρώα, περιόριζαν την διακίνηση εγγράφων και μείωναν την ανάγκη φυσικής ή και διαδοχικής υπηρεσιακής έγκρισης. Άλλαζαν, δηλαδή τον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της διοίκησης—βάζοντας στο κέντρο και την άμεση πρόσβαση στην ίδια βάση δεδομένων και την διαλειτουργικότητα.
Ανά υπουργείο, το Περιβάλλοντος και Ενέργειας έρχεται πρώτο με 18 από τις 100 περιπτώσεις – γεγονός που κάτι λέει για τους προκατόχους του Σταύρου Παπασταύρου, καθώς για τον ίδιο η σκληρή και αποτελεσματική δουλειά είναι σήμα κατατεθέν, ακολουθεί το Ψηφιακής Διακυβέρνησής με 14, που κάτι λέει για την ισχύ της γραφειοκρατίας κόντρα στον υπουργό Δημήτρη Παπαστεργίου, το υπουργείο υγείας με 12, και τα υπουργεία Υποδομών – Μεταφορών και Κοινωνικής Συνοχής με 10 το καθένα—όπου τα αίτια μπορεί να αναζητηθούν σε ευρύ φάσμα παραγόντων.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το συμπέρασμα πως με τις απεντάξεις, μειώσεις, αναθεωρήσεις υποφέρει η λεγόμενη καθημερινότητα του πολίτη. Εδώ, βέβαια δεν υπάρχει αντικειμενικός δείκτης, οπότε αν ληφθούν υπόψη κριτήρια όπως η υγεία, η κοινωνική φροντίδα, η παιδεία/κατάρτιση, οι μετακινήσεις και ασφάλεια, η ύδρευση, η πολιτική προστασία, το ενεργειακό κόστος κατοικίας, η στέγαση, ηπρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες και η μείωση διοικητικής ταλαιπωρίας, τα 51 από τα 100 έργα εντάσσονται στην συγκεκριμένη άτυπη πλην όμως, κρίσιμης πολιτικά και κοινωνικά κατηγορία της «καθημερινότητας». Αν, μάλιστα, προστεθούν κριτήρια όπως οι ενεργειακές υποδομές, οι αστικές αναπλάσεις, οι ψηφιακές δημόσιες υποδομές και οι δράσεις απασχόλησης το μέγεθος φτάνει τα 63 από τα 100 έργα. Πάλι την «πληρώνει» η καθημερινότητα.
Τα έργα στα οποία αναφερόμαστε περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον εξοπλισμό 80 νοσοκομείων, την παιδική φροντίδα, τους άστεγους, την κοινωνική κατοικία, την ύδρευση νησιών και την αφαλάτωση, την απασχόληση, το σύστημα εποπτείας των ΟΤΑ και την ψηφιοποίηση με ειδική αναφορά στα έργα που ήδη αναφέραμε . Από την πλευρά της η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να εξηγήσει γιατί συνέβη αυτό και να αποσαφηνίσει πως ακριβώς θα διασφαλιστεί η υλοποίηση τους. Η απλή αναφορά στην ένταξη τους σε άλλο χρηματοδοτικό φορέα απλώς δεν αρκεί. Ο πολίτης θέλει να συγκεκριμένη απάντηση στο «γιατί» και, κυρίως, αναζητεί απόδοση ευθύνης.
Η συνολική εικόνα (πέρα από τα 100 της ανακοίνωσης) είναι δύσκολο να αποτυπωθεί. Μία πρώτη προσέγγιση δίνει τα εξής: Τα επίσημα ανακληθέντα έργα – 67 στον αριθμό μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2026– έχουν προϋπολογισμό της τάξης του 1,5 δισ. ευρώ. Η συνολική αξία μαζί με την ιδιωτική συμμετοχή που δεν πραγματοποιήθηκε αυξάνει το ποσό στα 2,5 δισ. Σ’ αυτό προστίθενται περίπου 200 εκατ. ευρώ για δαπάνες που έχουν γίνει και θα χρειαστεί να καλυφθούν από άλλες πηγές. Αρκεί να αναφερθεί πως επισήμως το Ελλάδα 2.0 περιλαμβάνει 3000 αποφάσεις ένταξης, τροποποίησης και ανάκλησης.
Ναι, ενίοτε υπάρχουν ανυπέρβλητοι τεχνικοί και διαχειριστικοί λόγοι (π.χ. φράγμα Αλμωπαίου ή Σπίτι μου ΙΙ) που οδηγούν σε αλλαγές. Υπάρχει επίσης ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιωτών στα ΣΔΙΤ και στα άλλα μεγάλα έργα, ενώ ανασταλτικό ρόλο παίζει πολύ συχνά το ίδιο το κράτος—σκόπιμα ή λόγω ανικανότητας.
Η κυβέρνηση, όμως, κλήθηκε να διαχειριστεί 36 δισ. ευρώ – περίπου 18 δισ. σε επιχορηγήσεις και 18 δισ. σε δάνεια. Στους πολίτες οφείλει να δώσει έναν πλήρη απολογισμό: τι δεν υλοποιήθηκε, ποια δάνεια δεν απορροφήθηκαν και γιατί—ταυτόχρονα είτε αποδίδοντας είτε αναλαμβάνοντας την ευθύνη.
Και η αντιπολίτευση ας μην ουρλιάζει. Είναι βέβαιο πως όποιο από τα κόμματα της κι αν βρισκόταν στην εξουσία τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ χειρότερα.
Διαβάστε επίσης
Τουρκία, οικονομία και η μεγάλη πολιτική τύφλωση