Μέσα σε λίγες ημέρες η Ελλάδα έχασε δύο σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και της σκέψης: Τον Στέλιο Ράμφο και τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά. Δύο άνθρωποι διαφορετικοί, με διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικές ιδέες, διαφορετικές πολιτικές και πνευματικές αφετηρίες. Αλλά και οι δύο υπήρξαν, ο καθένας με τον τρόπο του, κορυφαίες παρουσίες της ελληνικής διανόησης.
Δεν θα κάνω κριτική στο έργο τους, στα γραπτά και στα λεγόμενά τους. Αλλωστε δεν θα μπορούσα ποτέ να διεκδικήσω το ρόλο του «αναλυτή» τέτοιων προσωπικοτήτων, όπως κάνουν διάφοροι «φιλόσοφοι» του καναπέ μέσω του facebook.
Μιλώ για όλους εκείνους του «αποψάκηδες» που έχουν κάτι να γράψουν για τα πάντα, ακόμη κι αν είναι παντελώς άσχετοι με το αντικείμενο, ακόμη κι αν στην πραγματική τους ζωή είναι πιο ξεπουλημένοι κι από τα αφεντικά τους.
Εγώ θα μιλήσω γι’ αυτό που με ενοχλεί ως προς την αντιμετώπιση του θανάτου τους. Μια κατάσταση που δεν είναι τωρινή, δεκαετίες τώρα η Ελλάδα τρώει τις σάρκες της.
Και γι’ αυτό δεν θα πάει ποτέ μπροστά, γι’ αυτό δεν θα γίνει ποτέ κανονική χώρα.
Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, ότι μπροστά στην απώλεια του Ράμφου και του Τσουκαλά θα υπήρχε, έστω για λίγο, μια στοιχειώδης υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών. Ότι θα μπορούσαμε να πούμε: «Έφυγαν δύο σπουδαίοι άνθρωποι. Ας κρατήσουμε από το έργο τους ό,τι μας έκανε να σκεφτούμε».
Δεν συνέβη ακριβώς αυτό.
Ο θάνατος του Ράμφου έτυχε ιδιαίτερης θεσμικής αναγνώρισης από την κυβέρνηση, μέχρι και ο πρωθυπουργός εξέφρασε τη λύπη του ενώ η κηδεία του αποφασίστηκε να γίνει δημοσία δαπάνη.
Για να βγουν οι «αντίπαλοι» να πουν ότι όποιος έζησε δημοσία δαπάνη κηδεύεται και με τον ίδιο τρόπο.
Από την άλλη, ο θάνατος του Τσουκαλά προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, μεγάλη συγκίνηση στον πανεπιστημιακό και στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, όπου η παρουσία του στη δημόσια ζωή και η κριτική του σκέψη είχαν αφήσει ισχυρό αποτύπωμα.
Από την κυβέρνηση ελάχιστες δηλώσεις, κι αυτές συγκρατημένες.
Και κάπου εκεί, αντί να συναντηθούμε μπροστά στην απώλεια, αρχίσαμε πάλι να μετράμε στρατόπεδα.
Ποιος ήταν «δικός μας»; Ποιος ήταν «δικός τους»; Ποιος τιμήθηκε περισσότερο; Ποιος αγνοήθηκε; Ποιος επαινέθηκε από τη Δεξιά και ποιος από την Αριστερά;
Σαν να μην έχουμε καταλάβει ακόμη ότι ένας μεγάλος διανοητής δεν είναι κομματικό λάφυρο.
Ή δεν πρέπει να είναι τουλάχιστον σε μια χώρα που θέλει να είναι σύγχρονη, να ζει στο 2026 κι όχι στα τρομερά χρόνια του Εμφυλίου.
Η Ελλάδα των στρατοπέδων
Υπάρχει κάτι βαθύτερο σε αυτή την ιστορία. Δεν αφορά μόνο τον Ράμφο και τον Τσουκαλά. Δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση, την Αριστερά ή το Κέντρο. Αφορά έναν παλιό και βαθιά ριζωμένο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη δημόσια ζωή.
Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να κοιτάζουμε πρώτα την πολιτική ταυτότητα του ανθρώπου και μετά το έργο του.
Αν είναι «δικός μας», τον αναδεικνύουμε. Αν είναι «των άλλων», ψάχνουμε να βρούμε το ελάττωμά του.
Και αυτό συμβαίνει ακόμη και με ανθρώπους που το μέγεθος του έργου τους θα έπρεπε να κάνει αυτές τις ταμπέλες να μοιάζουν ασήμαντες.
Έτσι, ο διανοούμενος παύει να είναι πρόσωπο που μας προκαλεί να σκεφτούμε και μετατρέπεται σε παράσημο της δικής μας παράταξης.
Η Δεξιά θέλει τον δικό της διανοούμενο. Η Αριστερά θέλει τον δικό της. Το Κέντρο θέλει επίσης να αποδείξει ότι έχει τους δικούς του.
Και στο τέλος όλοι χάνουμε το κυριότερο: Την ίδια τη σκέψη.
Προσέξτε. Βάζουμε ταμπέλες ανάλογα με το που ανήκει ο καθένας ή αν… αυτομόλησε από τις κομματικές γραμμές.
Ο Ράμφος που ξεκίνησε ως αριστερός διανοητής αλλά ανακάλυψε την Ορθοδοξία, έγινε τελικά «απολογητής » του νεοφιλελευθερισμού.
Και τελικά εχθρός των απανταχού αριστερών. Ακόμη και των πιο «βολεμένων», αυτών που αποκαλούμε «αριστεροί του χαβιαριού».
Πώς να συγχωρήσουν όλοι αυτοί τον «ανανήψαντα» Ράμφο; Στην πυρά λοιπόν το έργο του και ο ίδιος γιατί δεν ήταν και τόσο… αριστερός.
Τον δε Τσουκαλά τον ξέχασαν οι δεξιοί γιατί ήταν ο διανοητής της Αριστεράς, ο… δημοκράτης, που μάλιστα είχε μπει και στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, άρα δεν ήταν και τόσο… δεξιός.
Κι έτσι επανέρχεται ξανά το φάντασμα του Εμφυλίου και οι αποφάσεις παίρνονται με βάση την ιστορική μας μνήμη.
Η ελληνική κοινωνία κουβαλά ακόμη το βάρος του Εμφυλίου, της μετεμφυλιακής περιόδου, της δικτατορίας, της Μεταπολίτευσης και των μεγάλων πολιτικών συγκρούσεων που ακολούθησαν.
Οι πολιτικές ταυτότητες δεν υπήρξαν απλώς ιδεολογικές επιλογές. Για πολλές γενιές υπήρξαν οικογενειακές μνήμες, φόβοι, διώξεις, εξορίες, φυλακές, τραύματα.
Κάποτε το να είσαι αριστερός ή δεξιός μπορούσε να καθορίσει τη ζωή σου.
Και το καταλαβαίνω αυτό απόλυτα. Τα βιώματα καθορίζουν και το ποιος θα γίνεις.
Αλλου οι δεξιοί σκότωσαν τον παππού, άλλου οι αριστεροί και πάει λέγοντας. Και θυμάμαι καλά τη σκηνή που ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στην εκπληκτική ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα» λέει στον Μάνο Κατράκη, τον «αντίπαλό» του: «Εσύ από δω, εγώ από την άλλη μεριά. Χάσαμε και οι δυο. Ο άνθρωπος με τον άνθρωπο, ο λύκος με το λύκο».
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι, ενώ η κοινωνία έχει αλλάξει δραματικά, ένα μέρος της πολιτικής μας κουλτούρας εξακολουθεί να λειτουργεί σαν να βρισκόμαστε σε εκείνες τις δεκαετίες.
Και το 2026 μιλάμε με όρους του 1950. Αντί να ρωτάμε «τι είπε αυτός ο άνθρωπος;», ρωτάμε «πού ανήκε;».
Αντί να συζητάμε «τι προσέφερε;», ρωτάμε «ποιον ψήφισε;».
Αντί να διαβάσουμε ένα βιβλίο, διαβάζουμε την πολιτική βιογραφία του συγγραφέα και αποφασίζουμε αν επιτρέπεται να μας αρέσει.
Αντί να λέμε και να συγκλονιζόμαστε ότι φεύγουν οι τελευταίοι μεγάλοι διανοητές και μένουν οι αναλυτές στα social media, αποκηρύσσουμε τον Ράμφο ή τον Τσουκαλά και τούμπαλιν.
Αυτό δεν είναι πολιτική σκέψη. Είναι φυλετισμός με ιδεολογικά σύμβολα.
Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα βρίσκεται δύο γενιές πίσω, στον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη.
Ο Χατζιδάκις καταγράφηκε συχνά ως «δεξιός», παρότι η πολιτική του σκέψη ήταν πολύ πιο σύνθετη από αυτή την ταμπέλα. Ο ίδιος είχε περιγράψει τον εαυτό του ως δημοκράτη, αστό, ουμανιστή και αναθεωρητή της Δεξιάς, ενώ είχε δηλώσει ότι δεν υπήρξε αντικομμουνιστής.
Και όμως, για ένα κομμάτι της Αριστεράς, ο Χατζιδάκις μπορούσε να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως «ο δεξιός Χατζιδάκις».
Ο Θεοδωράκης, αντίστοιχα, συνδέθηκε βαθιά με την Αριστερά, το ΚΚΕ και τους αγώνες της Αριστεράς, αλλά η πολιτική του πορεία υπήρξε πολύ πιο σύνθετη. Έφτασε μέχρι του σημείου να συνεργαστεί πολιτικά με τη Νέα Δημοκρατία και να γίνει υπουργός στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Κι όμως, για πολλούς παρέμεινε απλώς «ο αριστερός Μίκης». Και για άλλους ο… προδότης των αριστερών ιδεών επειδή κάποτε μίλησε για την πατρίδα, για την Μακεδονία.
Δύο τεράστιοι δημιουργοί εγκλωβίστηκαν έτσι σε δύο πολιτικά κουτάκια.
Σαν να μπορούσε η μουσική του Χατζιδάκι να είναι «δεξιά» και η μουσική του Θεοδωράκη «αριστερή».
Σαν να έχει πολιτικό κόμμα η «Ορχήστρα των Χαμένων Ονείρων» ή το «Άξιον Εστί».
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα: Η ιδιοποίηση.
Κάθε πολιτικός χώρος προσπαθεί να αποκτήσει πνευματικούς ή καλλιτεχνικούς ήρωες. Δεν αρκείται να τους θαυμάζει. Θέλει να τους κάνει «δικούς του».
Αλλά ένας μεγάλος δημιουργός δεν ανήκει σε κανέναν.
Ούτε ο Σεφέρης ανήκει πουθενά, ούτε ο Καβάφης.
Ούτε ο Χατζιδάκις ανήκει στους συντηρητικούς. Ούτε ο Θεοδωράκης στους αριστερούς.
Και ασφαλώς ούτε ο Ράμφος μπορεί να γίνει πνευματικό τρόπαιο της κυβέρνησης ούτε ο Τσουκαλάς τρόπαιο της Αριστεράς.
Οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν στην Ελλάδα ακριβώς επειδή την ξεπερνούν. Το έργο τους είναι μεγαλύτερο από την πολιτική τους ταυτότητα.
Υπάρχει βέβαια και μια παγίδα στην αντίθετη κατεύθυνση.
Το να λέμε ότι «όλοι οι μεγάλοι άνθρωποι είναι πάνω από την πολιτική» δεν είναι σωστό. Οι ιδέες έχουν πολιτικές συνέπειες.
Οι διανοούμενοι έχουν δικαίωμα να παίρνουν θέση. Μπορούμε και πρέπει να κρίνουμε τις πολιτικές τους απόψεις.
Αλλά άλλο πράγμα η κριτική και άλλο η ακύρωση.
Άλλο να πεις «διαφωνώ βαθιά με τον Τσουκαλά» και άλλο «είναι αριστερός, άρα δεν με αφορά».
Άλλο να πεις «διαφωνώ με τον Ράμφο» και άλλο «είναι άνθρωπος που εκτιμούσε η Δεξιά, άρα δεν έχει τίποτα να μου πει».
Η δημοκρατία δεν απαιτεί να συμφωνούμε με τους νεκρούς μας.
Απαιτεί να μπορούμε να τους διαβάζουμε χωρίς να τους περνάμε από κομματικό τεστ.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι διαφωνούμε. Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Ελλάδα δεν θα πάει μπροστά επειδή θα πάψουν οι ιδεολογικές διαφωνίες. Αυτό θα ήταν και ανεπιθύμητο. Μια ζωντανή δημοκρατία χρειάζεται διαφωνίες, αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις ιδεών.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαφωνία μετατρέπεται σε εχθρότητα και η ιδεολογία σε ταυτότητα.
Όταν ο άλλος δεν είναι πλέον κάποιος με διαφορετική άποψη αλλά μέλος μιας εχθρικής φυλής. Τότε σταματά η συζήτηση και αρχίζει η κατασκευή στρατοπέδων.
Αυτό βλέπουμε ακόμη και σήμερα στα κοινωνικά δίκτυα. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει γράψει εκατό σημαντικές σελίδες, αλλά αρκεί μία δήλωσή του για να γίνει «δεξιός», «αριστερός», «νεοφιλελεύθερος», «λαϊκιστής», «ελιτιστής», «συντηρητικός» ή «προοδευτικός».
Μια ταμπέλα και τελειώσαμε. Και ξέρετε, τις ταμπέλες τις βάζουν οι ανίδεοι, οι ανεπάγγελτοι και οι επαγγελματίες συκοφάντες.
Καταληκτικά, ίσως αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της σημερινής Ελλάδας: Να μεγαλώσει πολιτικά.
Να πάψει να αντιμετωπίζει την πολιτική σαν ποδοσφαιρικό αγώνα.
Να μπορεί ένας δεξιός να αναγνωρίζει το μεγαλείο ενός αριστερού διανοητή χωρίς να αισθάνεται ότι προδίδει την παράταξή του.
Να μπορεί ένας αριστερός να θαυμάζει έναν συντηρητικό ή έναν φιλελεύθερο στοχαστή χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί.
Να μπορούμε να πούμε «ο άνθρωπος αυτός είχε δίκιο εδώ και άδικο εκεί».
Αυτό είναι ωριμότητα. Και ίσως η καλύτερη τιμή που μπορούμε να αποδώσουμε σε έναν διανοούμενο είναι ακριβώς αυτή: Να μην τον κάνουμε σύμβολο της δικής μας πλευράς, αλλά αφορμή για να σκεφτούμε.
Ο Ράμφος και ο Τσουκαλάς δεν χρειάζονται να συμφωνήσουν μεταξύ τους για να είναι και οι δύο σημαντικοί.
Ούτε εμείς χρειάζεται να συμφωνούμε μαζί τους. Χρειαζόμαστε, όμως, να τους διαβάσουμε.
Γιατί μια χώρα δεν προχωρά όταν όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποί της σκέφτονται το ίδιο. Προχωρά όταν μπορεί να αντέξει ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά, και να αναγνωρίζει το μέγεθός τους ακόμη κι όταν διαφωνεί μαζί τους.
Αυτό είναι πολιτικός πολιτισμός. Και ίσως, τελικά, αυτό είναι το αντίθετο από το αριστερόμετρο και το δεξιόμετρο.
Να μπορείς να πεις, απλά και χωρίς αστερίσκους: Έφυγαν δύο σπουδαίοι Έλληνες. Διαφωνώ με πολλά από όσα πίστευαν. Αλλά η Ελλάδα είναι φτωχότερη χωρίς αυτούς.
Και να το εννοείς.
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Πρεμιέρα στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα με πλήθος στοιχηματικών επιλογών από το Πάμε Στοίχημα
- Παύλος Μαρινάκης: Στο τραπέζι η σταδιακή κατάργηση των τεκμηρίων για τους συνεπείς φορολογούμενους
- Φρίκη στο Λονδίνο: Βίασαν γυναίκα υπό την απειλή μαχαιριού σε πάρκο μπροστά στον σύντροφό της
- Από 31 Αυγούστου εφαρμόζεται νέος κανονισμός 2014/90/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αφορά όλα τα ελληνικά πλοία