Άρθρα

Τα δύσκολα μηνύματα της Τραπέζης της Ελλάδος

Αντώνης Κεφαλάς

Αντώνης Κεφαλάς-Αρθρογράφος


Η Ενδιάμεση Έκθεση της κεντρικής τράπεζας, θεωρητικά για τη νομισματική πολιτική, στην πράξη για το σύνολο της οικονομίας, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυξημένη αισιοδοξία.

Από μία άποψη, τη στιγμή που η κοινωνία πάει να ανασάνει με την προοπτική του εμβολιασμούς, έρχεται η Τράπεζα της Ελλάδος και – ως οφείλει—προειδοποιεί ότι τα οικονομικά βάσανα θα αντικαταστήσουν τα ψυχολογικά του εγκλεισμού και τον φόβο για την υγεία.

Ο διοικητής Γιάννης Στουρνάρας εκτελεί το καθήκον του. Κι αυτό δεν είναι να χαϊδέψει αυτιά. Είναι να πει την αλήθεια. Κι αυτή τυχαίνει να είναι δυσάρεστη. Τόσο απλό και τόσο απλά.

Τα μηνύματα είναι πολλά. Θα επικεντρωθώ σε τρία που τα θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά.

Με ρεαλισμό η κεντρική τράπεζα παρουσιάζει το βασικό σενάριο, το ήπιο (δηλαδή το πιο αισιόδοξο) και το δυσμενές. Θεωρητικά το βασικό είναι αυτό στο οποίο πιστεύουν οι υπηρεσίες της. Αναγνωρίζοντας, όμως, την τεράστια αβεβαιότητα που επικρατεί, διατυπώνει δύο ακόμη εναλλακτικές λύσεις.

Το πρώτο μήνυμα που προκύπτει είναι ότι στην καλύτερη περίπτωση η οικονομία της χώρας θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2019 το 2023. Στην πιο αισιόδοξη έκβαση η επιστροφή θα είναι το 2022 και στην πιο απαισιόδοξη κάπου μετά το τέλος του 2023 ή και του 2024.

Το πηγάδι είναι βαθύ.

Μία δεκαπενταετία μετά την κατάρρευση του 2010 και η χώρα δεν μπορεί να επανέλθει. Ένα αίτιο είναι η αδυναμία του τραπεζικού συστήματος να σταθεί στα πόδια του.

Στο θέμα αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος στέλνει ένα δεύτερο μήνυμα. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) εξακολουθούν να καλύπτουν πολύ μεγάλο μέρος των κεφαλαίων των τραπεζών-το 36%. Η αναστολή της οικονομικής δράσης έφερε και την αναστολή στην καταβολή των δόσεων.

Αναπόφευκτα, λοιπόν, μετά την άρση των μέτρων ανακούφισης, τα ΜΕΔ θα αυξηθούν. Είναι σαφές ότι οι εκτιμήσεις της κεντρικής τράπεζας διαφέρουν από τους αισιόδοξους υπολογισμούς των εμπορικών τραπεζών.

Εδώ παρουσιάζεται ένα δεύτερο πρόβλημα. Περίπου το 50% των κεφαλαίων των τραπεζών αντιστοιχεί στην αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση του κράτους. Επομένως, αν ήταν να καταβληθεί αυτή η υποχρέωση, οι τράπεζες δεν θα είχαν καμία επάρκεια κεφαλαίων—που είναι ένας κομψός τρόπος για να λεχθεί ότι θα χρεοκοπούσαν.

Το τρίτο μήνυμα εστιάζεται στην ανάγκη αφενός μεν να συνεχιστεί η σημερινή χαλαρή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, αφετέρου δε να κατανοηθεί πως σύντομα θα υποχρεωθούμε να βάλουμε τάξη στα δημοσιονομικά μας.

Η έκθεση δεν το αναφέρει αλλά η παραπομπή είναι σαφής: ας μην παραβλέπεται το γεγονός ότι η χώρα μας έχει την 5η μεγαλύτερη αύξηση δημόσιου χρέους (+24%) στις 22 μεγαλύτερες οικονομίες που λειτουργούν με δημοκρατικό καθεστώς.

Αυτό σημαίνει ότι θα έρθει η στιγμή – εκτός κι αν υπάρξει κάποια μορφή διαγραφής ή χρονικής διαιώνισης του χρέους – όπου φόροι θα πρέπει να πληρωθούν, ασφαλιστικές εισφορές να καταβληθούν, δάνεια να εξυπηρετηθούν.

Τα πράγματα θα είναι σκούρα.

Η δυσάρεστη εικόνα προσφέρει κάποια αχτίνα ελπίδας. Ας μην θεωρηθεί ότι η κεντρική τράπεζα έκανε ξαφνικά την ανακάλυψη των αιώνων στον τομέα της οικονομίας. Αντίθετα, με ρεαλισμό επαναφέρει την συζήτηση στα πρακτικά πράγματα που μετράνε. Δηλαδή, που έχουν αποτέλεσμα και θα αποτελέσουν την εκκίνηση για να βγούμε γρήγορα και με τις ελάχιστες δυνατόν απώλειες από την κρίση.

Διότι απώλειες θα υπάρξουν. Στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο όλο. Οι μάγοι πέθαναν, οι μαγικές συνταγές τελείωσαν.

Με αναφορά στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα, η Τράπεζα της Ελλάδος πολύ ορθά επανέρχεται στην ίδρυση της Κακής Τράπεζας (Bad Βank), όπου ταυτόχρονα θα αντιμετωπιστεί ο ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο: η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση.

Είναι, πράγματι, καιρός, να σωπάσουν οι αντιδράσεις, να ελεγχθούν τα ειδικά συμφέροντα που την πολεμούν και να προχωρήσουμε στην ίδρυση της ειδικής αυτής τράπεζας. Ότι κάποιοι θα χάσουν χρήματα είναι γεγονός. Αλλά, δεν εφευρίσκουμε τη ρόδα.

Αυτή είναι η διεθνής πρακτική για περιπτώσεις όπως αυτές που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα.

Σε ευρύτερο πλαίσιο, η λογική ανάκαμψης που στηρίζει η τράπεζα συνάδει με τις κατευθύνσεις της Επιτροπής, τις οδηγίες της Ε.Ε. και τις πολιτικές που φαίνεται πως χαράζει η κυβέρνηση.

Πολύ απλά (και πάλι) τονίζεται η επιτακτική ανάγκη να ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις που αποφεύγουμε να κάνουμε εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον και να μην σπαταληθούν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης (ΝGEU).

Το μήνυμα προς την κυβέρνηση και την κοινωνία είναι σαφές» τολμήστε. Οι αγκυλώσεις πρέπει να σπάσουν.

Διαφορετικά, θα ζήσουμε μία ακόμη χαμένη δεκαετία.


ΣΧΟΛΙΑ