Ας ανθίσουν εκατό λουλούδια, ας συναγωνιστούν εκατό σχολές σκέψης» έγραφε ο Μάο Τσε Τουνγκ, δήθεν υποστηρίζοντας την ελεύθερη έκφραση διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων, για να χρησιμοποιήσει τελικά τον προσχηματικό πλουραλισμό ως μέσο μετατροπής του ελεγχόμενου διαλόγου σε μηχανισμό καταστολής.
Θα αναγάλλιαζε, πιθανότατα, βλέποντας τα κόμματα στην Ελλάδα να ανθίζουν ως… εκατό λουλούδια. Αν ταυτόχρονα ανθίζουν και εκατό σχολές σκέψης, δεν θα έπαιρνα όρκο.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος μίλησε για «μη διακυβερνησιμότητα». Η αναφορά του φαίνεται να στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα στη νομιμοποίηση και στη δυνατότητα δράσης. Δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα της κυβέρνησης, αλλά την ικανότητά της να παράγει συνεκτική και αποτελεσματική πολιτική. Και δεν αναφέρθηκε μόνο στη σημερινή κυβέρνηση, αλλά σε μια διαχρονική παθογένεια του συστήματος εξουσίας. Πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, αλληλοεπικάλυψη θεσμών, πολλαπλασιασμός οργανωμένων συμφερόντων, απουσία κράτους που λειτουργεί στρατηγικά και όχι αντιδραστικά: όλα αυτά συνθέτουν, κατά την ερμηνεία του, το τοπίο της ελληνικής «μη διακυβερνησιμότητας». Και, για όσους δεν το αντιλήφθηκαν, η αναφορά αυτή λειτουργεί και ως σαφής αιχμή κατά του λεγόμενου «επιτελικού κράτους».
Το ερώτημα είναι αν τα «εκατό κόμματα» καθιστούν τη χώρα περισσότερο ή λιγότερο διακυβερνήσιμη. Αν κανείς μείνει στις δημοσκοπήσεις και τις εκλάβει ως πολιτικά γεγονότα, η απάντηση μοιάζει αισιόδοξη. Στην πράξη, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική: δεν ανθίζουν πραγματικά εκατό λουλούδια και, κυρίως, η χώρα παραμένει εγκλωβισμένη στη σφαίρα της νομιμοποίησης χωρίς να μεταφράζει αυτή τη νομιμοποίηση σε αποτελεσματική δράση.
Ο πολυκομματισμός χωρίς κουλτούρα συναίνεσης –λέγε με Νίκο Ανδρουλάκη– δεν εξαναγκάζει τη διοίκηση να υπακούσει στην πολιτική, δεν διαρρηγνύει τους κοινωνικούς συσχετισμούς που ακυρώνουν την πολιτική βούληση, δεν εγγυάται την εφαρμογή των νόμων που απλώς στοιβάζονται στα κιτάπια. Αυτή είναι η μία όψη του σημερινού πολιτικού αινίγματος. Η άλλη είναι το κύμα αγανάκτησης που αποτυπώνεται στις μετρήσεις και εκτοξεύει τη Μαρία Καρυστινού στην κορυφή των προτιμήσεων για την πρωθυπουργία.
Ας σοβαρευτούμε. Σε έναν κόσμο όπου τρίζουν συθέμελα 193 κυβερνήσεις, ακριβώς επειδή αδυνατούν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της εποχής, είναι ρεαλιστικό να πιστέψει κανείς ότι τα «λουλούδια» που ξεφυτρώνουν στο ελληνικό πολιτικό έδαφος –χωρίς πρόγραμμα, χωρίς στελέχη, χωρίς εμπειρία, χωρίς συμμαχίες– θα τα καταφέρουν μόνο με καύσιμο την αγανάκτηση;
Θα αντιτείνει κάποιος ότι η αγανάκτηση έφερε στην εξουσία και τον Αλέξη Τσίπρα. Άλλη, όμως, η αγανάκτηση της δεκαετίας της κρίσης, που ισοδυναμούσε με απελπισία, και άλλη η σημερινή, που μοιάζει περισσότερο με διάχυτη γκρίνια. Η πρώτη τετραετία Μητσοτάκη δημιούργησε υψηλές προσδοκίες, τόσο υψηλές ώστε η εκπλήρωσή τους στη δεύτερη να είναι εξαιρετικά δύσκολη, ακόμη και χωρίς τα σοβαρά λάθη που μεσολάβησαν.
Η ελληνική κοινωνία έχει γίνει απαιτητική, όχι αδιάφορη. Τα επόμενα βήματα θα είναι πολιτικά επώδυνα. Η πανσπερμία κομμάτων θα τροφοδοτηθεί από την πίστη ότι κάθε νέος αρχηγός διαθέτει, μόνος αυτός, το όραμα και τη λύση. Στον δεύτερο γύρο, όμως, πολλά λουλούδια θα μαραθούν και πολλοί κηπουροί θα απολυθούν. Για να χάσει η Νέα Δημοκρατία τον έλεγχο, θα πρέπει να διαπράξει πολλά και σοβαρά λάθη. Θα ενισχύσει την προοπτική μιας τρίτης θητείας αν αντιμετωπίσει εγκαίρως ένα διαχρονικό εμπόδιο: τη ρήξη της θεσμικής μνήμης.
Κάθε κυβέρνηση, ερχόμενη στην εξουσία, τείνει να ακυρώνει το έργο της προηγούμενης και να ξεκινά από το μηδέν. Στο σφάλμα αυτό υπέπεσε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης με το περίφημο rotation, θεωρώντας ότι το επιτελικό κράτος θα διασφάλιζε τη συνέχεια. Υποτίμησε, όμως, ότι σε ένα σύστημα πολυδιάσπασης και σύγκρουσης συμφερόντων, η θεσμική μνήμη είναι ισχυρότερη στο μικροεπίπεδο –σε δήμους και υπουργεία– παρά στο Μαξίμου. Αν το λάβει σοβαρά υπόψη και αναθεωρήσει έγκαιρα προτεραιότητες, η νομιμοποίηση για τρίτη θητεία δεν είναι ανέφικτη.
Το ζήτημα της διακυβερνησιμότητας, ωστόσο, θα παραμείνει. Και αυτό θα είναι η μεγάλη πρόκληση για όποια κυβέρνηση κληθεί να κυβερνήσει την περίοδο 2027–2030.
Διαβάστε επίσης