Menu
-0.39%
Τζίρος: 146.34 εκατ.

Clawback: Στο επίκεντρο της ΠΕΦ οι υποχρεωτικές επιστροφές, στα 200 εκατ. ευρώ το επενδυτικό κίνητρο

Comments

Η κοινωνική οργή δεν γεννιέται στο κενό. Όταν οι άνθρωποι δυσκολεύονται να πληρώσουν το ενοίκιο, όταν ο μισθός τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα και οι νέοι νιώθουν ότι δεν χωρούν πουθενά, η διαμαρτυρία είναι αναμενόμενη.

Η φτώχεια και η αίσθηση του αποκλεισμού δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Δικαιολογούμε άραγε τα σπασίματα των καταστημάτων και τις φωτιές σε εκκλησίες; Χαιρόμαστε μήπως με το ξεγύμνωμα ηλικιωμένων, που μένουν με τα εσώρουχα στον δρόμο μετά από επίθεση; Όχι. Δεν δικαιολογούμε, ούτε χαιρόμαστε.

1

Όσο κι αν διαφωνούμε με τον τρόπο, δεν μπορούμε να αγνοούμε την αιτία της βίας που καταγράφεται.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο γαλλικό, βελγικό ή αλβανικό. Στην Ελλάδα, η στεγαστική κρίση, η ακρίβεια και οι μισθοί που δεν καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες τροφοδοτούν μια δυσαρέσκεια που δεν καταλαγιάζει με ανακοινώσεις για αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Ούτε ησυχάζει κανείς με στατιστικές που δείχνουν βελτίωση σε οικονομικούς δείκτες. Οι δείκτες δεν τρώγονται. Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην Ευρώπη είναι αδύνατον να αποταμιεύσει έστω ένα μικρό ποσό. Χωρίς ένα ευρώ στην άκρη, οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Ζουν από τον έναν μισθό στον επόμενο, με την αγωνία ενός έκτακτου εξόδου που αρκεί για να ανατρέψει τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Την ίδια ώρα, γύρω μας αναπτύσσεται ένα ψηφιακό σύμπαν επίδειξης. Η νέα γενιά μεγαλώνει μπροστά σε οθόνες όπου η χλιδή παρουσιάζεται σαν κανονικότητα, τα επώνυμα προϊόντα σαν αυτονόητη προϋπόθεση κοινωνικής αποδοχής και η πολυτελής ζωή σαν κάτι που όλοι δικαιούνται, αρκεί να βρουν τον τρόπο να την αποκτήσουν. Influencers, διάσημοι, επιδεικτικές αγορές, ταξίδια και πανάκριβα αξεσουάρ καταλαμβάνουν καθημερινά τον χώρο της επιθυμίας. Η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική ζωή και στην ψηφιακή της σκηνοθεσία είναι τεράστια. Δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιο ότι οι νέοι που τη βιώνουν έχουν πάντοτε τα εργαλεία για να τη διακρίνουν. Η σύγκριση με μια ζωή που δεν μπορούν να αποκτήσουν μπορεί να μετατρέψει την οικονομική στέρηση σε αίσθημα προσωπικής αποτυχίας.

Η Γαλλία δείχνει τι συμβαίνει όταν η δυσαρέσκεια διοχετεύεται σε βία. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν για το κόστος ζωής και την κατάσταση στη δημόσια παιδεία, χωρίς να συμμετέχουν όλοι στις λεηλασίες καταστημάτων, στις εμπρηστικές επιθέσεις σε αυτοκίνητα ή στις καταστροφές δημόσιων κτιρίων. Η διάκριση μεταξύ ειρηνικής διαμαρτυρίας και βίας είναι απαραίτητη. Αλλιώς, οι πράξεις μιας μειοψηφίας αρκούν για να απαξιώσουν τα δίκαια αιτήματα μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Καλό θα ήταν, βέβαια, να μιλάμε με ακρίβεια όταν αναφερόμαστε στις καταστροφές. Μαζί με τα καψίματα και τα σπασίματα, είχαμε και λεηλασίες σε καταστήματα πολυτελείας. Δεν άδειαζαν ράφια με τρόφιμα ή είδη πρώτης ανάγκης. Έκαναν φτερά ακριβά κινητά, επώνυμες τσάντες και προϊόντα που δεν έχουν καμία σχέση με την επιβίωση. Τους έλειπε μια ακριβή τσάντα, επειδή η τσάντα έχει γίνει το όραμα για μια μερίδα της νεολαίας. Ένα λογότυπο στη ζώνη, στο καπέλο, ακριβά παπούτσια, το πιο καινούργιο κινητό. Η κοινωνική εξέγερση συναντά την καταναλωτική επιθυμία και κάπου εκεί η αντίφαση γίνεται εξόφθαλμη.

Το «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» γίνεται φέτος «Gucci – Hermès – Louis Vuitton»; Η ειρωνεία δεν είναι μόνο λεκτική. Στο σύνθημα του Πολυτεχνείου, το ψωμί παρέπεμπε στην επιβίωση, η παιδεία στη δυνατότητα κοινωνικής εξέλιξης και η ελευθερία στην πολιτική χειραφέτηση. Στις λεηλασίες ειδών πολυτελείας, η επιθυμία αφορά την απόκτηση των συμβόλων μιας κοινωνικής θέσης. Η φτώχεια και ο αποκλεισμός είναι πραγματικά προβλήματα. Η αρπαγή μιας τσάντας χιλιάδων ευρώ δεν αποτελεί, όμως, πράξη αναδιανομής του πλούτου. Είναι η διεκδίκηση ενός προϊόντος που έχει αποκτήσει αξία πολύ μεγαλύτερη από τη χρηστική του λειτουργία, επειδή υπόσχεται κύρος και αναγνώριση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέος που επιθυμεί ένα ακριβό κινητό είναι θύμα του καταναλωτισμού. Όταν, όμως, οι στόχοι της λεηλασίας είναι κυρίως προϊόντα πολυτελείας, η εικόνα δεν παραπέμπει σε απόρριψη της καταναλωτικής κουλτούρας. Παραπέμπει σε μια επιθυμία συμμετοχής σε αυτήν, χωρίς τους οικονομικούς περιορισμούς που επιβάλλει η πραγματική ζωή.

Στην Ελλάδα, η συζήτηση για τα γεγονότα στη Γαλλία αποκάλυψε διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από τη διαμαρτυρία και τη βία. Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι «η δύναμη της νιότης, η έμφυτη αντίδραση στην αδικία και τις ακραίες ανισότητες δεν φυλακίζεται, ψάχνει πάντα διέξοδο», προσθέτοντας πως οι νέοι δεν θα το βάλουν κάτω μέχρι να εξασφαλίσουν «στέγη και τροφή». Τοποθέτησε έτσι τις κινητοποιήσεις στο πλαίσιο της κοινωνικής διαμαρτυρίας για τις ανισότητες, χωρίς να πάρει σαφή θέση απέναντι στις λεηλασίες και στις καταστροφές που συνόδευσαν τα επεισόδια. 

Η αναφορά στη στέγη και στην τροφή είναι εύλογη όταν μιλάμε για κοινωνική φτώχεια. Δεν αρκεί, όμως, για να ερμηνεύσει τις εικόνες των καταστημάτων πολυτελείας που αδειάζουν ή τις επιθέσεις σε χώρους λατρείας. Η κοινωνική οργή δεν έχει μία μόνο έκφραση και η πολιτική ανάλυση οφείλει να κοιτάζει και εκείνες τις πλευρές που δεν εξυπηρετούν το αφήγημά της.

Ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Παππάς, ήταν πιο σαφής. Με αφορμή τις εικόνες έντασης, κάλεσε τη νεολαία να βγει στους δρόμους, χαρακτηρίζοντας τις μαζικές κινητοποιήσεις «οξυγόνο για την κοινωνία» και «ανάσα για τη δημοκρατία», αρκεί να μένουν «μακριά από περιστατικά βίας που αμαυρώνουν τους αγώνες και δίνουν χώρο σε ανιστόρητες προσεγγίσεις». Η διάκριση είναι ουσιαστική. Η μαζική διαμαρτυρία μπορεί να πιέσει την εξουσία, να αναδείξει προβλήματα που αγνοούνται και να δώσει πολιτική έκφραση σε ανθρώπους που αισθάνονται αποκλεισμένοι. 

Η βία, αντίθετα, μπορεί να υπονομεύσει τα αιτήματα και να στρέψει την κοινωνική συζήτηση αλλού. Όταν, όμως, ένας πολιτικός καλεί τη νεολαία στον δρόμο αμέσως μετά από εικόνες εκτεταμένων καταστροφών, η αποσαφήνιση των ορίων δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μέρος της πολιτικής ευθύνης του.

Διαφορετικό τόνο είχαν οι δηλώσεις ενός πρώην γραμματέα της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ και πλέον στελέχους της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης: «Άντε και στα δικά μας! Να πάρει σειρά η Ελλάδα. Είμαστε κοντά». Προέβλεψε ότι τον Νοέμβριο θα βγουν στους δρόμους μαθητές και φοιτητές με κύρια αιτήματα τη στεγαστική κρίση και την ακρίβεια. Να πάρει σειρά η Ελλάδα, αλλά ποια σειρά; Η φράση μπορεί να σημαίνει ότι έρχεται η ώρα μιας μαζικής κοινωνικής κινητοποίησης, στην οποία οι νέοι θα διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Όταν, όμως, διατυπώνεται με αφορμή εμπρησμούς και λεηλασίες, δεν είναι παράλογο να αναρωτηθεί κανείς αν ο ομιλητής γοητεύεται και από την εικόνα της ανεξέλεγκτης σύγκρουσης. Δεν υπάρχει λόγος να αποδώσουμε προθέσεις που δεν έχουν διατυπωθεί. Υπάρχει, όμως, λόγος να ζητήσουμε σαφήνεια από όσους προσδοκούν να μεταφέρουν την κοινωνική αναταραχή στην Ελλάδα. Η φράση «άντε και στα δικά μας» δεν έχει το ίδιο πολιτικό περιεχόμενο όταν αναφέρεται σε ειρηνικές διαδηλώσεις και όταν ακούγεται ως επιδοκιμασία μιας πόλης που καίγεται.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται παραδείγματα από το εξωτερικό για να γνωρίζει πώς μπορεί να εξελιχθεί μια μαζική διαμαρτυρία όταν η οργή ξεφεύγει από τον έλεγχο. Η δικαιολογημένη οργή για τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου  οδήγησε σε εκτεταμένες καταστροφές. Καταστήματα, τράπεζες, αυτοκίνητα και δημόσια κτίρια πυρπολήθηκαν ή λεηλατήθηκαν. Η Αθήνα βρέθηκε αντιμέτωπη με εικόνες που κυριάρχησαν στη δημόσια συζήτηση και επισκίασαν σε μεγάλο βαθμό το αρχικό αίτημα για δικαιοσύνη. Η εμπειρία αυτή θα έπρεπε να έχει διδάξει ότι η οργή μπορεί να είναι δικαιολογημένη και ταυτόχρονα να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από εκείνους που επιδιώκουν τη σύγκρουση για τη σύγκρουση. 

Ο Γιάννης Αγιάννης, στους «Αθλίους» του Βίκτορος Ουγκό, κλέβει ένα καρβέλι ψωμί για να ταΐσει την οικογένειά του. Η πράξη του παραβιάζει τον νόμο, αλλά η ανάγκη που την προκαλεί βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνικής αδικίας που περιγράφει το μυθιστόρημα. Η πείνα του ήρωα δεν είναι μια επιθυμία που καλλιεργήθηκε από τη διαφήμιση. Είναι βιολογική ανάγκη που δεν μπορεί να περιμένει.

Μια τσάντα Louis Vuitton ή ένα πανάκριβο κινητό δεν έχουν την ίδια σημασία. Δεν είναι η τιμή τους που κάνει τη διαφορά, αλλά η ανάγκη που υποτίθεται ότι ικανοποιούν. Ο Ουγκό περιγράφει έναν άνθρωπο που τιμωρείται επειδή προσπαθεί να επιβιώσει σε μια κοινωνία που του στερεί τα στοιχειώδη. Οι σύγχρονες λεηλασίες ειδών πολυτελείας αποκαλύπτουν μια διαφορετική αντίφαση: άνθρωποι που μπορεί να βιώνουν πραγματική φτώχεια επιλέγουν να αρπάξουν τα σύμβολα μιας καταναλωτικής κουλτούρας που τους υπόσχεται ότι η ευτυχία και η αποδοχή βρίσκονται στην κατοχή τους.

Η σύγκριση δεν γίνεται για να υποτιμήσει τη φτώχεια των σημερινών νέων ούτε για να εξιδανικεύσει μια άλλη εποχή. Γίνεται επειδή οι λέξεις έχουν σημασία. Όταν μιλάμε για κοινωνική δικαιοσύνη, χρειάζεται να ξεχωρίζουμε την ανάγκη από την επιθυμία και την επιβίωση από την επίδειξη. Η κοινωνική ανισότητα μπορεί να εξηγεί γιατί ένας νέος αισθάνεται αποκλεισμένος. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι η λύση βρίσκεται στην αρπαγή ενός προϊόντος πολυτελείας. Εκεί παρεμβάλλεται μια ολόκληρη κουλτούρα που έχει μάθει να μετρά την αξία του ανθρώπου με βάση όσα κατέχει.

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Vinted: Βάζει «μπλόκο» σε Louis και Burberry από τα λεηλατημένα καταστήματα της Γαλλίας
LVMH: Χάνει τα πρωτεία στη Γαλλία και βγαίνει από το top 10 της Ευρώπης
Louis Vuitton: Βουτιά 30% στις πωλήσεις στην Κίνα μετά τη δικαστική διαμάχη με την Molly Tea

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κοινωνίες στα κάγκελα: Ο πλούτος συσσωρεύεται, η δημοκρατία κλονίζεται
Γιατί φλέγεται το Παρίσι και πόσο κοντά είμαστε σε μια κοινωνική έκρηξη στην Ελλάδα – Άρθρο παρέμβαση
Η κρυφή εφεδρεία της κυβέρνησης
Η φετινή παράσταση του Λαζόπουλου έχει τίτλο: «Ο κολωτούμπας Λάκης σε νέες περιπέτειες»
Το καλώδιο που ηλεκτρίζει τη Μεσόγειο: Ποιος φοβάται μια γραμμή στον βυθό;
Ένας αλλιώτικος Τσίπρας
Πιραντέλο, Ιονέσκο και Μπέκετ στην αντιπολίτευση
Ο Βελόπουλος δεν είναι χαζός. Και αυτό είναι το πρόβλημα
Η μάχη κυβέρνησης – επιχειρηματιών για τις μπαταρίες και τι γίνεται στην Ευρώπη – Άρθρο παρέμβαση
Η Τουρκία, ο Μπάρακ και η απομάκρυνση Γκίλφοϊλ