Η περίπτωση της Κατερίνας Παπακώστα αναδεικνύει μια παθογένεια: τη σύγχυση ανάμεσα στην πολιτική ευθύνη, την αξιολόγηση και το ρόλο του βουλευτή. Η αίτηση για άρση της ασυλίας της, την οποία η ίδια ζητά, δημιουργεί ερωτήματα, για την ουσία της υπόθεσης και για τα όρια της δουλειάς ενός βουλευτή, τα όρια των καθηκόντων του.
Την πιάνουμε ως παράδειγμα επειδή η εμπλοκή της στην υπόθεση των βοσκοτοπίων είναι αστεία, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά της. Δηλώνει ότι προσπάθησε να βοηθήσει έναν κτηνοτρόφο της εκλογικής της περιφέρειας, να πάρει μια επιδότηση, την οποία τελικά δεν πήρε. Άραγε τί έκανε; Ένα τηλεφώνημα; Άντε δύο; Χωρίς πίεση, χωρίς απειλές, μόνο ένα «δείτε σας παρακαλώ την υπόθεση». Αν αυτή η εκδοχή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε εγείρεται ένα κρίσιμο ερώτημα: είναι δυνατόν αυτή ενέργεια (το τηλεφώνημα, υπογραμμίζουμε) να τίθεται υπό ποινικό έλεγχο;
Αν η επικοινωνία ενός βουλευτή με υπηρεσίες, με σκοπό τη διευκόλυνση ενός πολίτη (ιδίως όταν πρόκειται για ζήτημα επιβίωσης) θεωρείται ύποπτη ή επιλήψιμη, τότε ουσιαστικά ποινικοποιείται η ίδια η πολιτική εκπροσώπηση. Η δουλειά του βουλευτή δεν είναι μόνο να ψηφίζει νομοσχέδια ούτε μόνο να κόβει κορδέλες σε εγκαίνια.
Ο βουλευτής είναι και ο δίαυλος ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Ιδίως σε περιφέρειες εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, η προσφυγή των πολιτών στον εκλεγμένο τους εκπρόσωπο είναι συνηθισμένο και θεμιτό. Ο πολίτης που αισθάνεται αδύναμος απέναντι στη γραφειοκρατία απευθύνεται στον βουλευτή του όχι για να παρακάμψει τον νόμο, αλλά για να ακουστεί.
Εάν, λοιπόν, κάθε τέτοια παρέμβαση εκλαμβάνεται ως κατάχρηση εξουσίας, οι βουλευτές είτε θα αποφεύγουν να ασχοληθούν με υποθέσεις πολιτών. Ο χαμένος θα είναι ο πολίτης. Ασφαλώς, υπάρχει μια λεπτή γραμμή. Άλλο η θεσμική διαμεσολάβηση και άλλο η άσκηση πίεσης για παράνομες ή αδιαφανείς διευθετήσεις. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη και πρέπει να γίνεται με σαφήνεια και τεκμηρίωση. Όμως, δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο ότι κάθε επικοινωνία με δημόσιο φορέα είναι ύποπτη.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι η περίφημη επιδότηση δεν εγκρίθηκε ποτέ. Αυτό, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, ενισχύει τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε επιρροή στο τελικό αποτέλεσμα. Δείχνει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί αποφάσισαν αμερόληπτα και με ανεξαρτησία.
Η υπόθεση Παπακώστα είναι μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τι σημαίνει πολιτική εκπροσώπηση στην πράξη. Αν επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί της, τότε η ποινική της διερεύνηση είναι, ίσως, υπερβολική. Δεν μπορεί να τιμωρηθεί επειδή θέλησε να βοηθήσει στα διαδικαστικά έναν άνθρωπο σε ανάγκη. Ούτε έκλεψε ούτε βοήθησε κανέναν να κλέψει ούτε δήλωσε ανύπαρκτα ζώα ούτε παρουσίασε δημόσιες εκτάσεις για ιδιωτικές. Ας μην χάσουμε το μέτρο.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Πόλεμος στο Ιράν: Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε προσωρινή αναστολή κάθε στρατιωτικής επίθεσης για 2 εβδομάδες
- Τα vouchers της ΔΥΠΑ: Ενα σύστημα που δεν αλλάζει γιατί βολεύει…
- Φεύγει ή όχι ο Μεντιλίμπαρ από τον Ολυμπιακό;
- Στο Μαξίμου το «rebranding» των νοσηλευτών: Ιδιωτικό έργο, ιατρεία και προσλήψεις