Άρθρα

Είναι πολλά τα προβλήματα Jerome


Πιστεύω ότι ελάχιστοι θα ήθελαν να είναι σήμερα στη θέση του προέδρου της κεντρικής τράπεζας (FED) των ΗΠΑ – ή του διοικητή οποιασδήποτε κεντρικής τράπεζας.

Πολύ περισσότερο στη θέση του υπουργού των οικονομικών. Ο λόγος είναι απλός: κυβερνήσεις και πολίτες τους ζητούν το αδύνατο.

Αν ήμασταν στην δεκαετία του 1960, θα έλεγα ότι λύση υπάρχει. Τότε είχε επικρατήσει η λογική μίας οικονομικής πολιτικής που συνδύαζε την δημοσιονομική και τη νομισματική διαχείριση με στόχο την επίτευξη ταυτόχρονα χαμηλού πληθωρισμού (2% – 3%) και χαμηλής ανεργίας (3%-4%).

Γνωστή ως fine tuning, η πολιτική είχε επικρατήσει διότι ήταν πετυχημένη. Βασικό στοιχείο της ήταν η αρμονική συνεργασία της δημοσιονομικής (υπουργείο οικονομικών) με τη νομισματική (κεντρική τράπεζα) αρχή.

Τα σοκ παραγωγής (δηλαδή οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις) με τον επακόλουθο πληθωρισμό και στασιμοπληθωρισμό ανέτρεψαν το fine tuning. Στην αναζήτηση λύσεων επικράτησε η λογική ότι οι ελεύθερες αγορές μπορούσαν από μόνες τους να πετύχουν καλύτερα αποτελέσματα. Η δημοσιονομική αρχή εξουδετερώθηκε (καθηλώνοντας το αποδεκτό πρωτογενές έλλειμμα στο 2%-3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) και η νομισματική απέκτησε το μονοπώλιο σχεδιασμού της μονοδιάστατης οικονομικής πολιτικής υιοθετώντας ως μοναδικό όπλο το επιτόκιο.

Η διάσπαση της αρμονικής σχέσης κράτους και κεντρικής τράπεζας αποτέλεσε την αρχή των σημερινών δεινών.

Η νέα οικονομική πολιτική, που ονομάστηκε «νεοφιλελευθερισμός», διατηρήθηκε αλώβητη από περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μέχρι την κρίση του 2008. Δηλαδή για περίπου 25 χρόνια. Το περίφημο “whatever it takes” του Mario Draghi ήταν η πρώτη διάρρηξη της νομισματικής πανοπλίας. Ο κορωνοϊός η δεύτερη και πιο επικίνδυνη. Ο πόλεμος της Ουκρανίας η τρίτη και καθοριστική.

Σήμερα, κεντρικοί τραπεζίτες και υπουργοί οικονομικών αντιμετωπίζουν στην σχεδόν τέλεια οικονομική καταιγίδα. Η πραγματικότητα, που σχεδόν όλοι παραδέχονται πλέον είναι η εξής:

Ο πληθωρισμός που έχει εμφανιστεί δεν είναι νομισματικό φαινόμενο, αλλά οφείλεται σε πραγματικά γεγονότα που δεν ελέγχονται με τα γνωστά όπλα και την σημερινή δομή του συστήματος: τα γνωστά σοκ στις εφοδιαστικές αλυσίδες, την οικειοθελή μείωση του εργατικού δυναμικού, την ψηφιακή επανάσταση, την άνοδο του οικονομικού εθνικισμού, την γεωπολιτική σύγκρουση, με την ενέργεια και τις κυρώσεις ως δύο από τα όπλα.

Επομένως η αύξηση των επιτοκίων ελάχιστη ως μηδενική επίπτωση μπορεί να έχει στα ανωτέρω αίτια. Θα έχει επίπτωση μόνο μέσω της μείωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό, όμως, ενέχει σοβαρούς πολιτικούς και κοινωνικούς κινδύνους, διότι το σύστημα ήδη υποφέρει από τις τεράστιες ανισότητες και την αναπόφευκτη έτσι αναγέννηση του λαϊκισμού.

Μία λύση είναι η αύξηση του χρέους – δηλαδή ο δανεισμός. Αυτό συνέβη – χωρίς να έχει πληθωριστικές συνέπειες– την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης και στην αρχή της πανδημίας. Τώρα, όμως, με την επανεμφάνιση του πληθωρισμού (όπως στην περίοδο 1975-1985) επανέρχεται στο προσκήνιο η λύση της κυριαρχίας των ελεύθερων αγορών – ισχυρό πνευματικό κατάλοιπο της περιόδου 1985-2010 και πάντως σημαντικός παράγων της περιόδου 2010-2020. Οι αγορές βλέπουν τον πληθωρισμό να ανεβαίνει και τα επιτόκια να παραμένουν χαμηλά – οπότε αρχίζει να επικρατεί μία νοοτροπία που ονομάζεται de-anchoring of inflationary expectations – δηλαδή δημιουργούνται προσδοκίες για συνεχή άνοδο του πληθωρισμού. Κι όταν επικρατήσει η προσδοκία ως νοοτροπία, τότε η προσδοκία αυτοεκπληρώνεται. Αυτόματα σχεδόν, οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού επιστρέφουν στα πνευματικά δεσμά τους: την αύξηση των επιτοκίων.

Είναι σαφές ότι οι περισσότεροι κεντρικοί τραπεζίτες και υπουργοί οικονομικών, αναγνωρίζουν το πρόβλημα και επιδιώκουν να το αποφύγουν. Η λύση τους είναι μία δειλή επιστροφή στο fine tuning. Δηλαδή, μικρές αυξήσεις στα επιτόκια, λελογισμένες αυξήσεις στο χρέος. Κάπως όπως η ρύθμιση του καρμπυρατέρ στα παλιά αυτοκίνητα.

Στην ουσία πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Πολύ συνοπτικά τα κύρια προβλήματα είναι τα εξής δύο:

Η βαθιά εγκαθιδρυμένη νοοτροπία του μονεταρισμού, της κυριαρχίας της ελεύθερης αγοράς, της υποβάθμισης του ρόλου του κράτους, των πληθωριστικών προσδοκιών. Η επιστροφή στο ουσιαστικά Κεϋνσιανό fine tuning θα συναντήσει μεγάλη πνευματική και πρακτική αντίσταση.

Οι διαφορετικές χρηματοπιστωτικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα—με ένα παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα που δεν γνωρίζει γεωγραφικά όρια, έχει αποκτήσει τεράστια τεχνογνωσία αποφυγής του κανονιστικού πλαισίου και αυτόνομη δυναμική και συνδέεται άμεσα με το ανελέητο κυνήγι του άμεσου λογιστικού κέρδους. Το fine tuning απαιτεί πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι έχουμε σήμερα έλεγχο της οικονομίας από το κράτος.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, βρισκόμαστε σε μία μεταβατική περίοδο. Όλες οι κρίσεις έχουν συμπέσει, όλες με ένταση, όλες με επείγοντα χαρακτηριστικά. Οι λύσεις από το παρελθόν μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση μόνο. Τώρα είναι η περίπτωση όπου ισχύει απόλυτα η ανάγκη να υπάρξει καινοτόμος σκέψη. Αυτό που όλοι λένε αλλά σχεδόν κανείς δεν καταφέρνει «to think out of the box», δηλαδή χωρίς τους πνευματικούς περιορισμούς που τώρα ισχύουν.



ΣΧΟΛΙΑ