Η άνοδος του AfD έρχεται μετά την προσπάθεια εγκαθίδρυσης ενός αυταρχικού καθεστώτος στην Ουγγαρία και πριν από την ισχυρή προοπτική νίκης της Lepen στη Γαλλία. Μία απλή ανάγνωση των προγραμμάτων αναδεικνύει πως υπάρχει ιδεολογική συνέχεια ανάμεσα σε ρεύματα της σημερινής ευρωπαϊκής ακροδεξιάς και τον ιστορικό εθνικοσοσιαλισμό: ο οργανικός εθνικισμός, ο κοινωνικός σοβινισμός, η συνωμοσιολογία περί «αντικατάστασης» πληθυσμού και η χρήση της γλώσσας παραπέμπουν σε εποχές που νομίζαμε πως έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Αν τώρα η δίψα για το αλόγιστο κέρδος έχει μετατρέψει τον καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο της περιόδου 1945-1975 στο σημερινό αδηφάγο και ανεξέλεγκτο τέρας, στους εαυτούς μας ας αναζητήσουμε τις ευθύνες—για ότι μας επιφυλάσσεται.
Δεν ισχυρίζεται η στήλη πως ο εθνικοσοσιαλισμός της Γερμανίας του 1933 είναι ξανά εδώ. Αλλά οι εμφανείς ομοιότητες είναι τραγικές.
Η πρώτη, και ίσως η σοβαρότερη, ομοιότητα βρίσκεται στην έννοια του έθνους. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αντιλαμβάνεται το έθνος ως κοινότητα πολιτών αλλά ως Volksgemeinschaft: μία οργανική κοινότητα που προσδιορίζεται από καταγωγή, φυλή και πολιτισμική ομοιογένεια και από την οποία έπρεπε να αποκλειστούν όσοι θεωρούνταν «ξένοι». Σε σημαντικά τμήματα και στη ρητορική του AfD εμπεριέχεται μία συγγενή πολιτισμική αντίληψη του έθνους, με την πρόσθετη διάσταση του κοινωνικού σοβινισμού: την θέση, δηλαδή, ότι οι παροχές του κράτους πρόνοιας πρέπει να κατευθύνονται προνομιακά προς όσους θεωρούνται ότι ανήκουν στην εθνική κοινότητα. Το πρόγραμμα του AfD, εξάλλου, συνδέει τη μεταναστευτική πολιτική με τον περιορισμό πρόσβασης στις κοινωνικές παροχές.
Η δεύτερη ομοιότητα βρίσκεται στην αντίθεση στον πλουραλισμό, μόνο που τώρα δεν επιδιώκεται ανοιχτά η εγκαθίδρυση ενός μονοκομματικού κράτους. Η ακραία δεξιά (extreme right) απορρίπτει, βέβαια, θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας. Αντίθετα, η ριζοσπαστική δεξιά (radical right) διατηρεί τη νομιμότητα των εκλογών, αλλά θεωρεί πως αυτή και μόνο εκπροσωπεί την πραγματική —άραγε;— λαϊκή βούληση, οπότε όλοι οι άλλοι θεσμοί οφείλουν τελικά να υποταχθούν σ’ αυτήν: ανεξάρτητες αρχές, δικαιοσύνη, ΜΜΕ. Η δημοκρατία γίνεται έτσι ένα «άδειο πουκάμισο».
Η χρήση των όρων είναι ένα τρίτο σημείο ομοιότητας. Ο όρος Remigration, που χρησιμοποιεί επισήμως πλέον το AfD, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας γλώσσας η οποία μεταφέρει ένα πολύ σκληρό πολιτικό περιεχόμενο μέσα από ένα φαινομενικά ουδέτερο τεχνικό όρο. Το AfD έχει εντάξει τη Remigration στο επίσημο πρόγραμμά του για τη μεταναστευτική πολιτική. Η δε έκφραση Kreide fressen —να «τρως κιμωλία»— έχει ακριβώς την έννοια της προσωρινής απόκρυψης της επιθετικότητας και της επίδειξης ενός τεχνητά ήπιου δημόσιου προσώπου. Η πολιτική πρακτική που περιγράφει είναι ιστορικά γνώριμη: η δημόσια μετριοπάθεια δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην μετριοπάθεια των πραγματικών στόχων.
Με βάση αυτές και μόνο τις ομοιότητες, οι όροι ακραία ή ακόμη και ριζοσπαστική δεξιά λειτουργούν, σε σημαντικό βαθμό, και ως ευφημισμοί. Δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο το γεγονός πως γερμανικές υπηρεσίες Προστασίας του Συντάγματος έχουν χαρακτηρίσει συγκεκριμένα τμήματα και περιφερειακές οργανώσεις του AfD ως gesichert rechtsextremistisch — επιβεβαιωμένα ακροδεξιά με την τεχνική και νομική έννοια. Η οργάνωση του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, που μόλις πέτυχε το ιστορικό εκλογικό αποτέλεσμα άνω του 40%, βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτήν την κατηγορία.
Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν ήρθε, και ούτε τώρα θα έρθει, ξαφνικά. Είναι μία σταδιακή διαδικασία που τώρα βλέπουμε ξανά να εξελίσσεται —με τις κατάλληλες προσαρμογές— πάνω στη βασική θέση της αποδόμησης της ιδέας πως όλοι οι πολίτες είναι ισότιμα μέλη της πολιτείας. Τι λέει, στην ουσία, η Le Pen, και μάλιστα σ’ ένα έθνος που πάντα θεωρούσε τον εαυτό του «ξεχωριστό» και με πείσμα διαφυλάσσει τη γλώσσα του από την εισαγωγή «ξένων» όρων; Πως υπήρχε κάποτε ένα ισχυρό, συνεκτικό έθνος, που το αποδυνάμωσαν ορισμένες ελίτ, οι ξένοι και οι υπερεθνικοί θεσμοί. Εμείς, υπόσχεται η Le Pen, θα το αποκαταστήσουμε.
Όποιος δεν βλέπει την ομοιότητα με τον παραδοσιακό ευρωπαϊκό εθνικοσοσιαλισμό και τη συνάφεια με το βασικό μήνυμα που εκπέμπει ο Τραμπ και έχει αγκαλιάσει ένα πολύ μεγάλο τμήμα των Αμερικανών πολιτών, μάλλον εθελοτυφλεί διότι δεν αντέχει την πραγματικότητα.
Υπάρχουν, εξάλλου, εξελίξεις που per se δεν παραπέμπουν στον Μεσοπόλεμο, αλλά, αν το περιβάλλον αλλάξει με την υποβάθμιση της δημοκρατίας, μπορούν να μετατραπούν σε ισχυρούς συμμάχους του εθνικοσοσιαλισμού. Η αναφορά είναι στους εξοπλισμούς και στον οικονομικό εθνικισμό. Σήμερα, τουλάχιστον στην Ευρώπη —διότι η κατάσταση στις ΗΠΑ έχει αρχίσει να διαφοροποιείται— και οι δύο εξελίξεις κινούνται μέσα στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Ενός δημοκρατικού πολιτεύματος που νόμιμα, και χωρίς την αποδυνάμωση των θεσμικών αντιβάρων, επιδιώκει να υπερασπιστεί τον εαυτό του—γεωπολιτικά και οικονομικά.
Αν, όμως, αντί να ανατρέπονται μετωπικά οι θεσμοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας, βιώνουμε ένα περιβάλλον —αυτό που ο Enzo Traverso έχει ονομάσει «μεταφασισμό»— νομιμοφάνειας με σταδιακή κατάληψη της δικαιοσύνης, των ΜΜΕ, ακόμη και της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Το gerrymandering (η αναχάραξη εκλογικών περιφερειών) στις ΗΠΑ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο εύκολα οι τυπικοί κανόνες μιας δημοκρατίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αλλοιωθεί στην πράξη ο πολιτικός ανταγωνισμός. Αν συμβεί αυτό, τότε ο εθνικοσοσιαλισμός θα έχει σηκώσει ξανά το άγριο κεφάλι του — μόνο που τώρα είναι ήδη κάπως φτιασιδωμένο.
Το θέμα είναι ο ορισμός του πεδίου μέσα στο οποίο κινείται η ριζοσπαστική δεξιά, σε συνδυασμό με την ευκολία με την οποία μπορεί να επέλθει η κρίσιμη μεταβολή. Η χρήση δύο-τριών παραδειγμάτων είναι χρήσιμη στην προκειμένη περίπτωση.
Στη μετανάστευση ο εθνικοσοσιαλισμός θέτει φυλετικό αποκλεισμό. Η ακροδεξιά και η ριζοσπαστική δεξιά θέτουν περιορισμούς, remigration και πολιτισμική συνάφεια. Στον πλουραλισμό η κατάργηση που επιδιώκει ο εθνικοσοσιαλισμός μετατρέπεται σήμερα σε έμμεση αμφισβήτηση ή περιορισμό. Στην οικονομία, η κρατικά κατευθυνόμενη και αυτάρκης οικονομία του εθνικοσοσιαλισμού γίνεται ένα συνονθύλευμα από νεοφιλελευθερισμό μέχρι έντονο κρατικό παρεμβατισμό και προστατευτισμό.
Αυτές οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι γραμμένες σε ατσάλι. Γραμμένες σε άμμο είναι.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη αυταπάτη της εποχής μας: θεωρούμε πως επειδή οι δημοκρατικοί θεσμοί εξακολουθούν να υπάρχουν τυπικά, είναι και ασφαλείς. Η Ιστορία δείχνει το αντίθετο. Οι δημοκρατίες δεν καταλύονται πάντοτε με μία θεαματική έφοδο– συχνά “αδειάζουν” σιγά-σιγά από το περιεχόμενό τους, μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι το όριο είχε ξεπεραστεί.