Μπορεί το κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ να είναι μικρό. Μπορεί να μην θεωρείται αντιπροσωπευτικό της υπόλοιπης Γερμανίας. Η εκρηκτική άνοδος, όμως, του ακροδεξιού λαϊκισμού δεν μπορεί να περάσει αβρόχοις ποσί — πολύ περισσότερο σε μία χώρα που εξακολουθεί να φέρει μέσα στην ιστορική της συνείδηση το βάρος του εθνικοσοσιαλιστικού παρελθόντος.
Μπορεί ο καγκελάριος Merz και ο Josef Schuster, πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου Εβραίων στη Γερμανία, να εκφράζουν την ανησυχία τους και να επαναβεβαιώνουν την πίστη τους στους δημοκρατικούς θεσμούς. Το γεγονός, όμως, παραμένει: ένα από τα ισχυρότερα μεταπολεμικά πολιτικά ταμπού της Γερμανίας έσπασε — και έσπασε με τρόπο ηχηρό.
Μπορεί στην Πολωνία ο Donald Tusk να δηλώνει πως «στην Πολωνία μόνο ηλίθιοι ή προδότες μπορούν να χαίρονται για τον θρίαμβο της AfD στη Γερμανία».
Μπορεί στη Γαλλία ο υπουργός Ευρώπης Benjamin Haddad να μιλά για «σοβαρή στιγμή για την Ευρώπη» και να τονίζει ότι «ο εθνικισμός και η ξενοφοβία δεν θα αποτελέσουν ποτέ λύση». Πουθενά, όμως, δεν ακούστηκε κάτι πρακτικό. Κάποια ιδέα. Κάποια στρατηγική. Κάποια πρόταση για το πώς ακριβώς σκοπεύει η Ευρώπη να αντιμετωπίσει το πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια της.
Διότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον ότι η Ευρώπη δεν βλέπει. Είναι ότι βλέπει και αποφεύγει να κοιτάξει για να μην πράξει.
Τα κράτη της Ευρώπης μεμονωμένα, αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση ως —έστω ατελές— πολιτικό σύνολο, εξακολουθούν να μην τολμούν να αναφερθούν στον ελέφαντα που βρίσκεται μπροστά τους. Και αυτός δεν είναι πρωτίστως το μεταναστευτικό. Δεν είναι καν η επερχόμενη Marine Le Pen ή η εκλογική άνοδος της AfD. Είναι η γεωπολιτική αδυναμία και η οικονομική παρακμή.
Το μεταναστευτικό, σε μεγάλο βαθμό, αποτελεί επακόλουθο και επιταχυντή αυτών των δύο παραγόντων. Διότι διαφορετικά αντιδρά ο πολίτης μιας Ευρώπης που αισθάνεται ισχυρή, ασφαλής, ευημερούσα και ικανή να καθορίζει το μέλλον της και διαφορετικά ο πολίτης μιας ηπείρου που αισθάνεται ότι υποχωρεί: οικονομικά, στρατηγικά, δημογραφικά και τεχνολογικά. Άλλο είναι να φοβάσαι τον ξένο όταν πιστεύεις στο αύριο και άλλο όταν φοβάσαι ότι το αύριο σου έχει ήδη αφαιρεθεί.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το εύφορο έδαφος του λαϊκισμού — γιατί όχι του εθνοσοσιαλισμού; Ίσως οφείλουμε να αναλογιστούμε ξανά για τις συνθήκες που το έφεραν στην εξουσία.
Στο παρελθόν, έχοντας βολευτεί πίσω από την αμερικανική αμυντική ασπίδα, η Ευρώπη επέλεξε τον δρόμο της διεύρυνσης αντί της εμβάθυνσης. Τα κράτη διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό την εθνική τους κυριαρχία και η Ένωση παρέμεινε μία ιδιόμορφη πολιτική κατασκευή: περισσότερο από διεθνής οργανισμός, λιγότερο από κράτος, οικονομική δύναμη χωρίς αντίστοιχη γεωπολιτική βούληση.
Η επιλογή αυτή ήταν επί δεκαετίες ανεκτή επειδή οι εξωτερικές συνθήκες την επέτρεπαν. Η αμερικανική ισχύς εγγυόταν την ασφάλεια, το παγκόσμιο εμπόριο παρείχε ανάπτυξη, η φθηνή ρωσική ενέργεια στήριζε την ευρωπαϊκή βιομηχανία και η Κίνα λειτουργούσε περισσότερο ως αγορά και εργοστάσιο παρά ως ανταγωνιστής.
Ο κόσμος αυτός δεν υπάρχει πια. Κι όμως η Ευρώπη συμπεριφέρεται ακόμη σαν να υπάρχει.
Ακόμη και σήμερα, ενώ η μεταπολεμική παγκόσμια τάξη έχει ουσιαστικά καταρρεύσει, η Ε.Ε. δεν έχει κατορθώσει να χαράξει ενιαία γεωπολιτική κατεύθυνση. Αντιμετωπίζει κάθε νέα κρίση περιστασιακά, σχεδόν εμπειρικά: την Ουκρανία, τη Ρωσία, τις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Μέση Ανατολή, την άμυνα, την ενέργεια. Κάθε φορά αναζητεί έναν συμβιβασμό για το επόμενο πρόβλημα χωρίς να έχει αποφασίσει ποια ακριβώς θέλει να είναι στο νέο χωρίς τάξη κόσμο που γεννιέται.
Το ίδιο έλλειμμα μεταφέρεται από τη γεωπολιτική στην οικονομία. Ούτε εδώ έχει γίνει αποδεκτό ότι το ευρωπαϊκό σύνολο είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των εθνικών οικονομιών. Έτσι, η Γηραιά Ήπειρος κινδυνεύει να γίνει «γηραιά» όχι μόνο δημογραφικά αλλά και παραγωγικά, τεχνολογικά και πνευματικά.
Το πρόβλημα ξεπερνά πλέον τις αναγκαίες συνθήκες —την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, την ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών, την κοινή χρηματοδότηση της άμυνας, την ενεργειακή ενοποίηση— και αγγίζει τις επαρκείς συνθήκες: τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος. Εκεί όπου η προσήλωση σε παλαιές βεβαιότητες έχει μετατραπεί σχεδόν σε ιδεολογική αιχμαλωσία.
Η ακροδεξιά βρίσκει απήχηση επειδή η Ευρώπη εμφανίζεται ταυτόχρονα γεωπολιτικά ανίσχυρη και οικονομικά κουρασμένη. Ο πολίτης δεν στρέφεται στον λαϊκισμό μόνο επειδή πείθεται από τα επιχειρήματά του. Συχνά στρέφεται προς αυτόν επειδή έχει πάψει να πείθεται από τα επιχειρήματα του υπάρχοντος συστήματος.
Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Διότι εκεί ακριβώς γεννιούνται οι μεγάλες εκτροπές: όχι όταν οι κοινωνίες ελκύονται ξαφνικά από τον αυταρχισμό, αλλά όταν παύουν να πιστεύουν ότι η δημοκρατική τάξη είναι ικανή να τους προσφέρει ασφάλεια, προοπτική και στοιχειώδη δικαιοσύνη.
Αυτό είναι το πιο εύφορο έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να καλλιεργηθεί ξανά ο εθνικισμός, ο αυταρχισμός και —με όποια σύγχρονη μορφή πάρει— το παλιό ευρωπαϊκό φάντασμα της απόρριψης της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η ευθύνη που βαρύνει τις ευρωπαϊκές ηγεσίες είναι, επομένως, τεράστια και για έναν ακόμη λόγο: η ίδια η Ευρώπη αποτελεί πλέον ίσως το τελευταίο μεγάλο πολιτικό οχυρό της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αν η Ευρώπη υποχωρήσει, η δημοκρατία δεν θα υποστεί απλώς μία ακόμη εκλογική ήττα. Θα χάσει το σημαντικότερο ζωντανό παράδειγμα ότι μπορεί να συνδυάσει ελευθερία, κοινωνική προστασία, κράτος δικαίου και ειρήνη.
Ο δρόμος που απομένει είναι στενός — και μοναχικός.
Μπροστά στην άνεση της διαφύλαξης της εθνικής κυριαρχίας και στην ασφάλεια της αμερικανικής προστασίας, η Ευρώπη ανέβαλε επί δεκαετίες τις δύσκολες αποφάσεις. Η αναβολή αυτή, όμως, εξάντλησε σταδιακά τις εναλλακτικές της. Η πικρή αλήθεια χτυπά πλέον επίμονα την πόρτα. Και η απάντηση έχει δύο σκέλη.
Το πρώτο είναι η υιοθέτηση ουσιαστικής κοινής άμυνας και κοινής εξωτερικής πολιτικής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εθνική κυριαρχία και τις ιδιαίτερες στρατηγικές προτεραιότητες των κρατών-μελών.
Το δεύτερο είναι βαθύτερο: η αλλαγή του οικονομικού μοντέλου που κυριαρχεί σήμερα. Όσο κυριαρχεί ένας «καπιταλισμός-καζίνο», προσανατολισμένος πρωταρχικά στη μεγιστοποίηση των βραχυχρόνιων αποδόσεων, τόσο οι επενδύσεις σε παραγωγικό δυναμικό, υποδομές, τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο θα υστερούν. Τόσο η ανάπτυξη θα παραμένει υποτονική, η παραγωγικότητα ασθενής και η χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους μονίμως ανεπαρκής.
Η Ευρώπη των Πατέρων της οικοδομήθηκε πάνω σε μία διπλή υπόσχεση: ειρήνη και ευημερία. Και πάνω σε μία ακόμη, βαθύτερη παραδοχή: ότι αυτά μπορούν να εξασφαλιστούν μέσα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.
Η σημερινή Ευρώπη δυσκολεύεται να τηρήσει και τις τρεις δεσμεύσεις.
Δεν προσφέρει ανάπτυξη για όλους. Δεν μπορεί πλέον να θεωρήσει την ειρήνη δεδομένη. Και δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να υπερασπιστεί αποτελεσματικά το ίδιο το δημοκρατικό της οικοδόμημα.
Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη περνά μία ακόμη κρίση. Κρίσεις πέρασε πολλές και τις ξεπέρασε. Το ερώτημα είναι αν εξαντλείται το ίδιο το ιστορικό μοντέλο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε μετά το 1945;
Τα πολιτικά συστήματα σπάνια καταρρέουν τη στιγμή που εμφανίζεται ο εξωτερικός εχθρός. Αρχίζουν να τελειώνουν όταν χάνουν την πίστη στον ίδιο τους τον σκοπό, όταν οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν αλλά η κοινωνία παύει να πιστεύει σ’ αυτούς. Ο θεσμός παραμένει ως μορφή, αλλά περιεχόμενο δεν έχει.
Αυτός είναι σήμερα ο πραγματικός ευρωπαϊκός κίνδυνος.
Η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη στο τέλος της. Βρίσκεται, όμως, κοντά στο τέλος αυτής της Ευρώπης: της Ευρώπης που μπορούσε να αναβάλλει, να συμβιβάζεται, να προστατεύεται από άλλους και να θεωρεί ότι η οικονομική ευημερία και η δημοκρατική σταθερότητα αναπαράγονται σχεδόν αυτομάτως.
Δεν αναπαράγονται.
Και, ίσως, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο το ερώτημα «Quo Vadis, Europa?» δεν είναι ρητορικό. Είναι υπαρξιακό.
Διαβάστε επίσης:
Γερμανία: Η επόμενη μέρα μετά τη σαρωτική νίκη του AfD – Τρίζει η καρέκλα του Μερτς
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Ολο το παρασκήνιο του deal Πιερρακάκη με Ρόκος: Πώς η Ελλάδα κέρδισε έναν από τους ισχυρότερους traders του κόσμου
- Piaget Polo Minute Repeater: Ο χρόνος αποκτά φωνή
- Χρηματιστήριο: Οι έξι κρίσιμες συνεδριάσεις πριν από την αναβάθμιση
- Πώς θα μειωθεί κατά 30% το κόστος του ρεύματος – Ο οδικός χάρτης του ΥΠΕΝ