Άρθρα

Άρθρο παρέμβαση του Ι.Κ. Μαντζουράνη: Τι σηματοδοτεί το νέο σχέδιο του Ποινικού Κώδικα

  • Contributor

Ο δικηγόρος Γιάννης Μαντζουράνης


Έπειτα από 70 χρόνια εφαρµογής του Ποινικού Κώδικα, µε συχνές τροποποιήσεις και ανολοκλήρωτες προσπάθειες αναµόρφωσής του, η κυβέρνηση Α. Τσίπρα θέτει σε δηµόσια διαβούλευση ένα σχέδιο Ποινικού Κώδικα το οποίο γίνεται δεκτό µε θετικά σχόλια από τους περισσότερους αρµόδιους επαγγελµατικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, αλλά και την πλειονότητα των νοµικών, και ιδίως των ποινικολόγων, χωρίς να λείπουν επικρίσεις για ορισµένες από τις προτεινόµενες ρυθµίσεις. Κύριο χαρακτηριστικό τού υπό διαβούλευση σχεδίου ΠΚ είναι ο εξορθολογισµός των ποινών µε προσαρµογή στη σύγχρονη µορφολογία και τυπολογία του εγκλήµατος, εναρµόνιση στο ευρωπαϊκό δικαιοπολιτικό κεκτηµένο και στις αντίστοιχες εξελίξεις στην ΕΕ, και κυρίως σεβασµό στις συνταγµατικά κατοχυρωµένες αρχές του κράτους δικαίου, και ειδικότερα της αναλογικότητας. 

Με το νέο ποινολόγιο καθιερώνεται η ειλικρίνεια των ποινών µε την πραγµατική έκτιση των επιβαλλόµενων ποινών και όχι την επιβολή ονοµαστικά αυστηρών ποινών, όπως συµβαίνει µέχρι σήµερα, και γι’ αυτό προβλέπεται ότι ποινές φυλάκισης από 3 έως 5 έτη για πληµµελήµατα ούτε αναστέλλονται ούτε µετατρέπονται, αλλά εκτίονται στις φυλακές.

Ο αποκλεισµός της δυνατότητας εξαγοράς της ποινής για πληµµελήµατα µε πλαίσιο ποινής από 3 έως 5 έτη, καθώς και η εισαγωγή του θεσµού της κοινωφελούς εργασίας αποτελούν σοβαρές τοµές στο υπάρχον σύστηµα ποινών, οι οποίες σχεδόν οµοφώνως επιδοκιµάζονται από τον νοµικό κόσµο. 

Οι επικρίσεις για το ύψος της απειλούµενης ποινής σε εγκλήµατα, όπως είναι η κατοχή εκρηκτικών υλών και η διεύθυνση εγκληµατικής οργάνωσης, καθώς και οι διαφωνίες για τη µη αυτεπάγγελτη ποινική δίωξη ορισµένων εγκληµάτων, όπως η κλοπή, αλλά και για άλλες επιµέρους ρυθµίσεις, που προκαλούν προβληµατισµούς, έτυχαν της προσοχής του υπουργού ∆ικαιοσύνης και πρόκειται να ληφθούν υπόψη κατά την κατάρτιση του τελικού σχεδίου ΠΚ, που θα κατατεθεί προς ψήφιση στη Βουλή.

Οι µοµφές εναντίον της κυβέρνησης για δήθεν ευνοϊκές ρυθµίσεις είτε υπέρ της Χρυσής Αυγής λόγω µείωσης της ποινής για την πράξη της διεύθυνσης εγκληµατικής οργάνωσης είτε υπέρ αναρχικών, µπαχαλάκηδων και άλλων δραστών παρόµοιων εγκληµάτων εξαιτίας της µείωσης του ορίου των προβλεπόµενων ποινών για τη διεύθυνση εγκληµατικής οργάνωσης και της µετατροπής της κατοχής εκρηκτικών υλών σε πληµµέληµα, πέραν του ότι ενέχουν σοβαρή αντίφαση, αφού δεν είναι λογικά αναµενόµενο να ευνοούνται ταυτόχρονα τα δύο άκρα του πολιτικού φάσµατος χωρίς αφανή ή εµφανή ιδιοτελή αιτία, πολιτική σκοπιµότητα και κοµµατικό συµφέρον, δεν ανταποκρίνονται στην πραγµατικότητα, αφού πρόκειται για προϊόν µακρόχρονης εργασίας επιτροπής ειδικών επιστηµόνων εγνωσµένου κύρους, που εκπροσωπούν θεσµικούς φορείς, και όχι για έργο της κυβέρνησης που θα φέρει την αποκλειστική ευθύνη για το τελικό νοµοσχέδιο, το οποίο θα κατατεθεί στη Βουλή.

Σηµειωτέον ότι ουδεµία σηµαντική νοµοθετική πρωτοβουλία πρέπει να εξαρτάται από την εκάστοτε τρέχουσα πολιτική συγκυρία και να επηρεάζεται από εν εξελίξει δίκες για σοβαρές υποθέσεις, αφού πάντα υπάρχουν πολιτικές εξελίξεις και εκκρεµείς δίκες, και η νοµοθέτηση ουδέποτε γίνεται σε δικαστικά και πολιτικά ουδέτερο χρόνο. 

Ορθά παρατηρείται ότι η λελογισµένη µείωση των ποινών κατ’ εφαρµογή της συνταγµατικά κατοχυρωµένης αρχής της αναλογικότητας είναι θεµιτή και δικαιοπολιτικά και από τη σκοπιά της αντεγκληµατικής πολιτικής, πλην όµως πρέπει να συνοδευτεί από αναπροσαρµογή των όρων και προϋποθέσεων εφαρµογής της υφ’ όρον απόλυσης για να διασφαλίζεται η ουσιαστική έκτιση της επιβαλλόµενης ποινής και η πραγµάτωση των σκοπών της γενικής και ειδικής πρόληψης των εγκληµάτων. 

Παντού και πάντοτε οι Ποινικοί Κώδικες είναι από τα πιο κρίσιµα για τη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης νοµοθετήµατα. 

Στις διατάξεις τους συµπυκνώνεται το δόγµα του ποινικού δικαίου, που επικρατεί στη θεωρία και την πράξη στη συγκεκριµένη κοινωνία, και γι’ αυτό στο κείµενό τους απεικονίζονται οι αναζητήσεις της θεωρίας και οι απαιτήσεις της πράξης µε αναπόφευκτη συνέπεια να είναι αδύνατη η οµοφωνία γύρω από όλα τα αναφυόµενα σχετικά ζητήµατα.

Οι όποιες αντιρρήσεις, διαφωνίες και επιφυλάξεις µπορεί να αντιµετωπιστούν µε διάλογο και πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι σε όλες τις κοινωνίες οι ριζικές αλλαγές προκαλούν ανησυχίες και προβληµατισµό σε πολλούς ανθρώπους και φοβικά σύνδροµα σε ορισµένους πολίτες, που αντιδραστικές πολιτικές δυνάµεις εκµεταλλεύονται, πλην όµως στα δηµοκρατικά κράτη το ανέφικτο της οµοφωνίας αντιµετωπίζεται µε την καθιέρωση της αρχής της πλειοψηφίας, η οποία στα κοινοβουλευτικά πολιτεύµατα ορίζει την κυβέρνηση, που έχει και την τελική ευθύνη της επιλογής και της απόφασης.