Menu
0.81%
Τζίρος: 201.21 εκατ.

Δ. Κόκοτας: Η σιωπηλή δοκιμασία, τα 2,5 χρόνια στη ΜΕΘ και το χρονικό της μοιραίας μάχης

Κέβιν Γουόρς, πρόεδρος FED
Comments

Με το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ να έχει ξεπεράσει τα $40 τρισ., που ισοδυναμεί με το 122% του ΑΕΠ, και την αγορά των ομολόγων να δείχνει σαφείς ανοδικές τάσεις ως προς την απόδοση (άρα πτώση των τιμών) είναι αν όχι κρίσιμο πάντως εύλογο το ερώτημα σχετικά με την πορεία των επιτοκίων.

Μία σειρά από παράγοντες ενισχύει την πιθανότητα αύξησης τους και μάλιστα όχι απλώς βραχυχρόνια αλλά τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Η προοπτική αυτή, μεταξύ άλλων παραγόντων, δικαιολογεί απόλυτα και την απόφαση των Μητσοτάκη, Πιερρακάκη και Τσάκωνα για την πρόωρη αποπληρωμή μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους.

1

Ένας πρώτος παράγων που έχει προβληματίσει τις αγορές είναι η φαινομενική αδυναμία του υπουργού οικονομικών των ΗΠΑ Scott Bessent να κατανοήσει τα μαθήματα της ιστορίας.

Παραδοσιακά, σε περιόδους κρίσης με το δολάριο σε αδύνατη θέση – όπως σήμερα-  οι ΗΠΑ θεωρούσαν πως στηρίζοντας άλλα νομίσματα μέσω παρεμβάσεων δημιουργούσαν μία πρώτη γραμμή άμυνας για το δικό τους νόμισμα. Αυτό δοκίμασαν, π.χ., στην δεκαετία του 1980 στηρίζοντας το Βρετανικό νόμισμα. Στις συναλλαγματικές ή και τις ευρύτερες οικονομικές κρίσεις, όμως, οι αγορές πάντα κερδίζουν και ο Bessent δεν δείχνει να το έχει συνειδητοποιήσει, τώρα επιχειρώντας να στηρίξει το γιεν ως πρώτη γραμμή άμυνας για το δολάριο.

Η κίνηση του είχε περιορισμένο αποτέλεσμα καθώς καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να επιβάλει στις αγορές μία συναλλαγματική ισορροπία που δεν στηρίζεται στα θεμελιώδη μεγέθη. Ρόλο έπαιξε, επίσης,  η άκαμπτη θέση της Ιαπωνίδας πρωθυπουργού Sanae Takaichi να μην δεχτεί ανατροπή της δικής της νομισματικής πολιτικής. Το σημαντικό συμπέρασμα, όμως, είναι πως κλονίστηκε η εμπιστοσύνη των αγορών στο πρόσωπο του Bessent, καθώς υιοθέτησε πολιτική και εργαλεία που έχουν ιστορικά αποδειχθεί ανεπαρκή.

Ο δεύτερος παράγων σχετίζεται με το νέο διοικητή της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ  Kevin Warsh. Μολονότι ο ίδιος υποστηρίζει πολιτική χαμηλών επιτοκίων (κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τον στήριξε ο Τραμπ), οι αποφάσεις λαμβάνονται από την 12μελή επιτροπή FOMC, και όχι μονομερώς από τον ίδιο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Warsh έφερε ως αντίβαρο υπέρ της ελεύθερης αγοράς τον ουσιαστικό περιορισμό της ενημέρωσης που πάντα έδινε η FED ως προς τις προοπτικές – την αποκαλούμενη forward guidance. Οι αγορές έχασαν, έτσι, ένα σχετικά σταθερό σημείο αναφοράς και αντίστοιχα οφείλουν τώρα να βασιστούν πολύ περισσότερο στις δικές τους εκτιμήσεις. Το θέμα δεν είναι αν αυτές θα είναι πιο συντηρητικές ή πιο ριζοσπαστικές. Είναι ότι αυξήθηκε ο βαθμός αβεβαιότητας– και η αβεβαιότητα έχει τιμή που εμφανίζεται συνήθως ως υψηλότερη απαιτούμενη απόδοση.

Ένας τρίτος παράγων εστιάζεται στον διαρκώς αυξανόμενο φόβο πως οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δεν θα καταφέρουν να πετύχουν τα προσδοκόμενα από τις αγορές κέρδη. Οι λόγοι είναι πολλοί και σχετίζονται με το ύψος των απαιτούμενων επενδύσεων σε σχέση με τα έσοδα που ήδη καταγράφονται. Δύο στοιχεία, όμως, έχουν ιδιαίτερη σημασία: η κυκλική χρηματοδότηση μεταξύ  πελατών και κατασκευαστών και, κρίσιμα, η ολοένα αυξανόμενη χρηματοδότηση των επενδύσεων με την έκδοση εταιρικών ομολόγων και όχι από τις ελεύθερες ροές της επιχείρησης (free cash flow).

Αν και πρόκειται για δύο διαφορετικές αγορές, η αλληλεπίδραση είναι ισχυρή, επειδή η αγορά των treasuries λειτουργεί ουσιαστικά ως η τιμή αναφοράς του κεφαλαίου (χρήματος) χωρίς πιστωτικό κίνδυνο, οπότε η αγορά των εταιρικών ομολόγων θα έχει πάντα ένα premium πάνω από την αγορά των κρατικών ομολόγων. Και εφόσον η απόδοση των κρατικών αυξάνεται, αύξηση θα έχει και η απόδοση των εταιρικών. Τα κόστη αυξάνονται, δηλαδή, και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.

Ένας τέταρτος παράγων που υπεισέρχεται στην εξίσωση είναι η πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ, όπου ο Τραμπ πράττει κατά θέληση και το Κογκρέσο δυσκολεύεται να εμφανίσει είτε ανεξάρτητη πολιτική βούληση είτε ουσιαστική θεσμική αντίσταση. Πρόκειται για την σχεδόν απόλυτη ισχύ της εκτελεστικής εξουσίας, σε περιβάλλον όπου ο τρίτος πυλώνας της δημοκρατίας, στην συγκεκριμένη περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) δεν φαίνεται να θέλει να εμποδίσει την ουσιαστικά ανεξέλεγκτη λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας.

Με ιδιαίτερη αναφορά στον δημοσιονομικό τομέα, ο Τραμπ λειτουργεί σ’ ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από υψηλότατο δημοσιονομικό έλλειμμα, διαρκώς αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες καθώς και δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, χωρίς να εμφανίζεται η ελάχιστη έστω προοπτική πως αυτός ο κατήφορος θα σταματήσει. Η αγορά γνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν λύνεται με παρεμβάσεις στις τιμές των ομολόγων αλλά μόνο με αλλαγή των ίδιων των δημοσιονομικών μεγεθών.

Στους τέσσερις οικονομικούς παράγοντες προστίθενται και δύο πολιτικοί.

Είναι λίγοι οι παρατηρητές που πιστεύουν πως τα αποτελέσματα των εκλογών το Νοέμβριο θα είναι ικανά να αλλάξουν την πολιτική ισορροπία στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ και οι σύμμαχοι του έχουν ήδη αποδοθεί σε μία μάλλον επιτυχημένη προσπάθεια να περιορίσουν (μέσω επεμβάσεων στην χρήση της επιστολικής ψήφου)  το δικαίωμα ψήφου σε εθνικές και κοινωνικό-οικονομικές ομάδες που στηρίζουν τους Δημοκρατικούς. Από την πλευρά του το Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχει προβάλει καθαρή ιδεολογική εικόνα και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έχει αναδείξει νέα ηγετικά στελέχη, οπότε η πρωτοκαθεδρία Τραμπ πολύ δύσκολα θα θιγεί. Ακόμη και μία εκλογική υποχώρηση των Ρεπουμπλικανών δεν θα συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άμεση αλλαγή της οικονομικής πολιτικής.

 Μία τελευταία παρατήρηση. Θα ήταν κοντόφθαλμο να αγνοηθεί  ο γεωπολιτικός κίνδυνος—κι αυτός, πέρα από τις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις—εμπεριέχει δύο επικίνδυνες εστίες. Η μία αφορά στο γνωστό αδιέξοδο ΗΠΑ-Ιράν, η άλλη στο οικονομικό αδιέξοδο της Ρωσίας (υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα και διαρκώς αυξανόμενος πληθωρισμός σε συνδυασμό με το πολεμικό αδιέξοδο στην σύγκρουση με την Ουκρανία. Και στις δύο περιπτώσεις τα αδιέξοδα δεν είναι ούτε καν μεσοπρόθεσμα βιώσιμα.

Η εικόνα που συνθέτουν αυτοί οι 4+2 παράγοντες δείχνουν άνοδο των επιτοκίων στο σύντομο χρονικό διάστημα – το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα υπάρξει αλλά ποια θα είναι η έκταση της και πόση η διάρκεια της περιόδου των αναμενόμενων διαδοχικών αυξήσεων. Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη μεταβολή: επί χρόνια η συζήτηση για τα επιτόκια ήταν σχεδόν ταυτόσημη με τη συζήτηση για τον πληθωρισμό. Αυτό δεν αρκεί πλέον. Η πορεία τους καθορίζεται όλο και περισσότερο από το ύψος του δημόσιου χρέους, την προσφορά κρατικών και εταιρικών ομολόγων, την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και το γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου. Αν αυτή η ανάγνωση είναι σωστή, τότε η εποχή του φθηνού χρήματος δεν βρίσκεται απλώς σε μία προσωρινή παύση. Έχει τελειώσει — και οι κυβερνήσεις που δεν το έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει θα πληρώσουν την καθυστέρηση πολύ ακριβότερα από εκείνες που προετοιμάζονται από τώρα.

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Fed: Η κρίσιμη ώρα του Κέβιν Γουόρς – Τι περιμένουν οι αγορές από την ομιλία του στο Jackson Hole
Ευρωαγορές: Στο «κόκκινο» με επίκεντρο τα σήματα Fed και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή
Πρακτικά FED: Πιθανή νέα αύξηση των επιτοκίων αν δεν υπάρξει μια σαφέστερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, λένε οι αξιωματούχοι

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το μεγαλύτερο δώρο στην Ακροδεξιά είναι να της εκχωρήσεις την πατρίδα
Ο Μαρκ Κάρνεϊ έχει τον λαό του
Τα έργα κόπηκαν – Η κυβέρνηση οφείλει ονόματα και ευθύνες
Τουρκία, οικονομία και η μεγάλη πολιτική τύφλωση
Η φρίκη ως θέαμα
Ορμούζ, funds κι ένα Brent που μπορεί να γυρίσει
Η ψυχραιμία ως στρατηγική επιλογή
Ο Ράμφος, ο Τσουκαλάς και τα αριστερόμετρα και δεξιόμετρα που διχάζουν
Στα Chloé της τα παπούτσια
Όλοι για έναν και ένας για τον εαυτό του