F

Οικονομία

Η επιτυχία της αναπτυξιακής προσπάθειας στη «μέγγενη» της πιθανής ανόδου των επιτοκίων

  • Ηρακλής Ρούπας
Ρούπας Ηρακλής

Ηρακλής Ρούπας. Οικονομολόγος


Η πρόσφατη έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος που εμμέσως εκφράζει προβληματισμό για ένα πρόσθετο πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, σε συνδυασμό με την πρόσφατη κρίση στην διεθνή αγορά ομολόγων, επαναφέρει στην μνήμη μας γεγονότα και επισημάνσεις που αναδεικνύουν περισσότερο τώρα παρά ποτέ, την στρεβλότητα ενός συστήματος που ισορροπεί επικίνδυνα μεταξύ πραγματικών δεδομένων των οικονομιών και δημιουργικής νομισματικής πολιτικής των Κεντρικών τραπεζών.

Αν οι αναταράξεις – όπως προσδιορίσθηκαν από την ανοδική τάση των αποδόσεων των εντόκων γραμματίων στις ΗΠΑ – είναι αποτέλεσμα της αναπτυξιακής εκκίνησης των οικονομιών μετά την πανδημία, τότε η διαχείριση μίας προδιαγεγραμμένης κρίσης μετατίθεται για μετά το 2022.

Αν, όμως, με την πορεία αυτή των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σηματοδοτείται μία πραγματική αναμονή αύξησης του πληθωρισμού, τότε τα προβλήματα είναι μπροστά μας.

Ακόμα και αν υποθέσουμε πως η εξέλιξη στην αγορά ομολόγων δεν είναι παρά μία πρόσκαιρη αντίδραση – όπως υποστήριξαν τόσο η Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Janet Yellen, όσο και ο Πρόεδρος της Fed, Jerom Powel – θα πρέπει να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στο οικονομικό επιτελείο για δύο κυρίως λόγους.

Κατά πρώτον, η πιθανότητα μονιμοποίησης αυξητικής τάσης των επιτοκίων θα μείωνε τις δυνατότητες της Κυβέρνησης να αντλήσει φθηνό χρήμα από τις αγορές, ανεβάζοντας τις εκτιμήσεις των ετήσιων χρηματοδοτικών αναγκών πάνω από το αποδεκτό όριο του 15% του ΑΕΠ με άμεσο θέμα βιωσιμότητας του χρέους.

Κατά δεύτερον, θα αφαιρούσε την δυνατότητα από τις τράπεζες να στηρίξουν – έστω και με υβρικές και οριακά αποδεκτές από την ΕΚΤ προσεγγίσεις – την αναχρηματοδότηση του χρέους με χαμηλό κόστος, όπως συνέβη πρόσφατα με την έκδοση τριακονταετούς ομολόγου με απόδοση 1,5% που απορροφήθηκε από την Εθνική Τράπεζα.

Η οικονομία κινείται με δανεικό χρήμα, την ίδια στιγμή που οι τράπεζες αδυνατούν – άγνωστο για ποιους λόγους – να επιτελέσουν τον ρόλου τους ως προς την χρηματοδότηση της μεσαίας και μικρής επιχειρηματικότητας.

«Αφήνουν» το κράτος να λειτουργεί στην βάση ορθής βραχυπρόθεσμα επιδοματικής πολιτικής, με μακροπρόθεσμα όμως αρνητικές συνέπειες στην προσπάθεια σχεδιασμού ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου.

Την ίδια στιγμή «παρκάρουν» την ρευστότητά τους σε κρατικούς τίτλους αντλώντας κέρδη εκ του ασφαλούς.

Αξίζει να υπενθυμίζω πως σε πρόσφατη συζήτηση που οργάνωσε το ΙΟΒΕ με την συμμετοχή των επικεφαλής συστημικών τραπεζών, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας επεσήμανε πως «οι τράπεζες έχουν λάβει σχεδόν 40 δις ευρώ με αρνητικό επιτόκιο, αλλά τα υπόλοιπα των δανείων στον ιδιωτικό τομέα δεν αυξάνονται».

Κατά συνέπεια, εύκολα γίνεται αντιληπτό πως σε περίπτωση εδραίωσης μία τάσης ανόδου των αποδόσεων των ομολόγων διεθνώς, η μερική χρηματοδοτική αποχή των τραπεζών θα δημιουργήσει ένα επιπρόσθετο αρνητικό πλαίσιο πέραν εκείνου που διαγράφεται εξαιτίας των νέων κόκκινων δανείων λόγω της κρίσης της πανδημίας.

Σε συνδυασμό με την παραπάνω επισήμανση, είναι ανάγκη να αναφέρουμε κατά πρώτον τις εκτιμήσεις της ΤτΕ για νέα κόκκινα δάνεια ύψους 8-10 δισ. εξαιτίας της πανδημίας, κατά δεύτερον τη στρεβλότητα που εμφανίζεται στους ισολογισμούς των τραπεζών λόγω της δυσανάλογα μεγάλης συμμετοχής των αναβαλλόμενων φόρων στην κεφαλαιακή βάση των τραπεζών.

«Οι συνέπειες της πανδημίας στον τραπεζικό τομέα αναμένεται να ενταθούν το 2021» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Στουρνάρας. Αναφορά πού πιθανώς σηματοδοτεί ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης των τραπεζών.

Αυτός ο «Γόρδιος δεσμός» της πολιτικής χρηματοδοτήσεων και του κυοφορούμενου ελλείμματος πραγματικών κεφαλαίων στους τραπεζικούς ισολογισμούς, μέσα από την κυοφορούμενη στρεβλότητα, δύσκολα θα μπορέσει να λυθεί για να στηριχθεί η ανάπτυξη της χώρας στην επόμενη φάση στην περίπτωση που τα επιτόκια λάβουν την «άγουσα».

Ακόμα όμως και αν το φαινόμενο είναι μόνον βραχυπρόθεσμο, τότε η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην στόχευση δυναμικής ανάπτυξης με έμφαση στην ανάδειξη καινοτόμων προσεγγίσεων προκειμένου ο λόγος χρέους πως ΑΕΠ να ακολουθήσει την προγραμματισμένη φθίνουσα πορεία.

Μπορεί τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ να διέψευσαν θετικά ακόμα και το υπουργείο Οικονομικών, καθώς η ύφεση τοποθετήθηκε στο 8,2%, όμως η πραγματικότητα θα αναδείξει πως η οικονομία δεν έχει περιθώρια αναιμικών ρυθμών ανάκαμψης.

Τα διαρθρωτικά της προβλήματα δεν θα λυθούν απλά επειδή ή καταγεγραμμένη στατιστικά ύφεση ήταν μικρότερη του αναμενόμενου. Ούτε βέβαια πρέπει το στοιχείο αυτό να αποτελέσει εργαλείο επικοινωνιακής πολιτικής.

Άλλωστε όλοι γνωρίζουν πως οι αριθμοί επιδέχονται πολλαπλές αναγνώσεις. Ειδικά όταν το συνολικό χρέος της χώρας το 2020 εκτοξεύθηκε στο ποσό των 374 δις ευρώ παρά το γεγονός ότι αυτό διαμορφώθηκε στο 222% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από το προβλεπόμενο 228%.

Η «ανάφλεξη» της συζήτησης περί πληθωρισμού μπορεί να αποτελεί μέρος κερδοσκοπικών πιέσεων για να δοκιμασθούν οι αντοχές των υφιστάμενων πολιτικών των κεντρικών τραπεζών, με δεδομένη την σοβαρή στρεβλότητα που επικρατεί στις αγορές ομολόγων. Μπορεί οι ΗΠΑ να έχουν την δυνατότητα επί της ουσίας να διοχετεύσουν 1,9 τρις νέο χρήμα στην οικονομία.

Δεν είναι δυνατόν όμως να διαφεύγει της προσοχής μας πως το χρέος της Ευρώπης για πρώτη φορά έφθασε το 100% του ΑΕΠ, ενώ η Barclays κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των οικονομιών με σαφώς μη βιώσιμο χρέος.

Την στιγμή που κατατίθενται «οι στρατηγικές κατευθύνσεις του Ελληνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», οι εξελίξεις επαναφέρουν την συζήτηση για την βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους στο προσκήνιο. Ίσως πρώιμα, αλλά το επαναφέρουν.

Εν μέσω πανδημίας, αλλά και παροχής τεράστιας ρευστότητας στο σύστημα από την ΕΚΤ καθώς το αφήγημα των μοχλευμένων 62 δις έχει ουσιαστική βάση. Όμως, δεν δίνει λύση στην διαμόρφωση άμεσου αναπτυξιακού αποτυπώματος που είναι αναγκαίο για την «αμυντική» θωράκιση της οικονομίας σε περίπτωση κρίσης χρέους.

Η χώρα δεν διαθέτει τις αναπτυξιακές εκείνες διεξόδους άμεσης αντίδρασης άλλων χωρών που θα ενεργοποιούσαν άμεσα αντανακλαστικά.

Με μικρό ποσοστό βιομηχανικής παραγωγής, υπερβολική βαρύτητα στον τουρισμό και αδύναμο παραγωγικά πρωτογενή τομέα ο δυναμική αύξηση του ΑΕΠ θα απαιτήσει σημαντικό χρόνο που ίσως να μην επαρκέσει αν η άνοδος των επιτοκίων αναδειχθεί ως το πιθανότερο σενάριο μετά το 2022.

Το ζητούμενο παραμένει ως προς το πώς θα αντιμετωπισθεί η διόγκωση του κρατικού και ιδιωτικού χρέους όταν θα έλθει η στιγμή εκείνη που η πολιτική αυτή θα κριθεί αναγκαίο να αντιστραφεί. Θα είναι η στιγμή που οι ρυθμίσεις της οικονομίας θα πρέπει να αντισταθμισθούν με ρυθμίσεις πολιτικής.

Σε αυτές τις περιπτώσεις όμως, η ιστορία μας έχει διδάξει πως οι αδύνατοι, αδυνατίζουν περισσότερο.

Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι.

Διαβάστε ακόμη:

Στουρνάρας: Ολιστική αντιμετώπιση κόκκινων και αναβαλλόμενου φόρου

Γιάννης Στουρνάρας: Aύξηση του ΑΕΠ κατά 4,2% προβλέπει για το 2021 η Τράπεζα της Ελλάδος

ΤτΕ: Στους servicers δάνεια ύψους 39 δισ. ευρώ – Η κατανομή

Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News για την πιο ξεχωριστή ενημέρωση


ΣΧΟΛΙΑ