ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τον δρόμο των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών θα ακολουθεί πλέον το δικαιοδοτικό σύστημα της Ελλάδας, καθώς θα υπάρχει ένα υποχρεωτικό εξωδικαστικό στάδιο για προσπάθεια συνεννόησης των αντιδίκων, πριν (ή συχνά και χωρίς) να φτάσουν στο δικαστήριο.
Μια εμπορική διαφορά για μια σύμβαση, μια σύγκρουση μεταξύ εταίρων, μια μισθωτική διαφορά ή μια οικογενειακή περιουσιακή διένεξη δεν θα ακολουθούν πλέον την αυτονόητη διαδρομή που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα: εξώδικο, αγωγή και αναμονή μέχρι να αποφανθεί το δικαστήριο.
Ο νέος Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, που τέθηκε σε διαβούλευση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, επιχειρεί να αλλάξει αυτή ακριβώς τη νοοτροπία, βάζοντας πολύ πιο δυναμικά στο παιχνίδι τη διαμεσολάβηση, τη δικαστική μεσολάβηση και τη διαιτησία.
Δεν πρόκειται απλώς για μια νομοθετική παρότρυνση προς πολίτες και επιχειρήσεις να λύνουν τις διαφορές τους εξωδικαστικά. Για ένα ευρύ φάσμα ιδιωτικών διαφορών δημιουργείται πλέον υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία εναλλακτικής επίλυσης, πριν η υπόθεση μπορέσει να προχωρήσει κανονικά προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου.
Το νέο φίλτρο πριν από τη δίκη: Υποχρεωτική η προσπάθεια αλλά όχι ο συμβιβασμός
Αυτό που είναι άξιο επισήμανσης είναι ότι τα μέρη δεν υποχρεώνονται να συμφωνήσουν ούτε να παραιτηθούν από το δικαίωμά τους να ζητήσουν δικαστική προστασία. Υποχρεώνονται, όμως, να περάσουν προηγουμένως από το στάδιο που θεσπίζει ο Κώδικας.
Αυτό που θα ισχύει, δηλαδή, είναι ότι ο διάδικος θα απαιτείται να προσέλθει σε μια οργανωμένη διαδικασία, να ακούσει την άλλη πλευρά και να εξετάσει αν υπάρχει δυνατότητα επίλυσης χωρίς δικαστική απόφαση.
Φυσικά, αν οι διάδικοι δεν συμφωνήσουν, μπορούν να προσφύγουν στα δικαστήρια, οπότε δεν τίθεται ζήτημα αποδυνάμωσης του δικαιώματος κάθε πολίτη για πρόσβαση σε δίκαιη δίκη. Όμως, στις υποθέσεις που υπάγονται στην υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία, η συζήτηση της αγωγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου θα είναι παραδεκτή, μόνο εφόσον η εισαγωγική συνεδρία δεν κατέληξε σε συμφωνία και προσκομιστεί το σχετικό πρακτικό μη επίτευξης συμφωνίας.
Αυτό είναι που μετατρέπει την εναλλακτική επίλυση από μια θεωρητική δυνατότητα σε πραγματικό μέρος της διαδρομής προς τη δίκη.
Ποιες διαφορές περνούν υποχρεωτικά από το νέο σύστημα
Ο νέος Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών δεν εισάγει μια οριζόντια υποχρέωση προδικαστικού σταδίου συνολικά για όλες τις αστικές διαφορές, αλλά περιλαμβάνει ομάδες διαφορών, στις οποίες θα ισχύει η υποχρέωση.
Από τη διατροφή μέχρι τη χρήση της οικογενειακής στέγης
Η πρώτη ομάδα αφορά οικογενειακές διαφορές, όχι όμως όλες. Ο Κώδικας εξαιρεί ρητά τις διαφορές για το διαζύγιο και την ακύρωση του γάμου, οπότε το νέο σύστημα ενδιαφέρει κυρίως τις οικογενειακές διαφορές με οικονομικό ή άλλο αντικείμενο που μπορεί να αποτελέσει πεδίο συνεννόησης.
Ενδεικτικά, εδώ μπορούν να βρεθούν διαφορές για διατροφή μεταξύ συζύγων ή πρώην συζύγων, για τη συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες και για τη χρήση της οικογενειακής στέγης.
Παράλληλα, υπάρχει μια σημαντική δικλείδα ασφαλείας. Ο ίδιος ο Κώδικας εξαιρεί από τις μεθόδους εναλλακτικής επίλυσης τις διαφορές που συνδέονται με ενδοοικογενειακή βία. Δεν δημιουργείται, συνεπώς, υποχρέωση να καθίσει ένα θύμα ενδοοικογενειακής βίας στο τραπέζι της διαμεσολάβησης με τον φερόμενο ως δράστη.
Μισθώσεις και διαφορές μέσα στις πολυκατοικίες
Πρόκειται για τις διαφορές που προκύπτουν από μίσθωση κάθε είδους πράγματος ή άλλου προσοδοφόρου αντικειμένου. Πρακτικά, εδώ συναντά κανείς τη σύγκρουση ιδιοκτήτη και μισθωτή για την καταβολή μισθωμάτων, αλλά και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μίσθωση ή την απόδοση του μισθίου. Για μια επιχείρηση, αντίστοιχα, μπορεί να πρόκειται για διαφορά γύρω από την επαγγελματική μίσθωση του καταστήματος, του γραφείου ή άλλου επαγγελματικού ακινήτου της.
Στην ίδια μεγάλη κατηγορία βρίσκονται και οι διαφορές από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία. Εδώ εντάσσονται οι γνωστές συγκρούσεις μέσα σε μια πολυκατοικία, μεταξύ ιδιοκτητών ή μεταξύ ιδιοκτήτη και διαχείρισης, για δικαιώματα και υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη συνιδιοκτησία. Μια διαφορά για κοινόχρηστες δαπάνες, για τη χρήση κοινόχρηστου χώρου ή για υποχρεώσεις ιδιοκτήτη απέναντι στην πολυκατοικία είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα του είδους των υποθέσεων που βρίσκονται σε αυτό το πεδίο.
Άλλες διαφορές που θα περνούν αναγκαστικά το προδικαστικό στάδιο είναι:
- Εργατικές διαφορές: Συγκρούσεις που γεννώνται από την εξαρτημένη εργασία, όπως χρηματικές αξιώσεις που συνδέονται με την εργασιακή σχέση, απαιτήσεις για αποδοχές, διαφορές γύρω από οικονομικές υποχρεώσεις του εργοδότη ή άλλες αξιώσεις που έχουν ως αφετηρία την παροχή εξαρτημένης εργασίας.
- Κληρονομικές διαφορές: Υποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την εξ αδιαθέτου διαδοχή όταν δεν υπάρχει διαθήκη, τα δικαιώματα του επιζώντος συζύγου, καθώς και ζητήματα νόμιμης μοίρας.
- Εταιρικές αντιδικίες: Όπως διαφωνίες μεταξύ εταίρων και σοβαρές συγκρούσεις γύρω από τη συνέχιση της εταιρικής σχέσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι προσωπικές εταιρείες, όπου μπορεί να ανακύψει σύγκρουση για τη δικαστική λύση της εταιρείας λόγω σπουδαίου λόγου.
- Κτηματολόγιο: Προβλέπεται κτηματολογική διαμεσολάβηση για αγωγές διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής, αλλά και περιπτώσεις ακινήτων αγνώστου ιδιοκτήτη που αποκτήθηκαν με έκτακτη χρησικτησία.
Οι αγωγές άνω των 10.000 ευρώ εντάσσονται συλλήβδην στο νέο πλαίσιο
Εκεί, όμως, όπου η μεταρρύθμιση αποκτά πολύ ευρύτερη πρακτική και επιχειρηματική σημασία είναι στις διαφορές της τακτικής διαδικασίας. Πολλές από τις προηγουμένως αναφερθείσες διαφορές εκδικάζονται με άλλη διαδικασία, οπότε ο Κώδικας έχει και μια οριζόντια διάταξη για τη μεγάλη πλειοψηφία των διαφορών που εκδικάζονται στο Μονομελές και Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Πρόκειται, επί παραδείγματι, για διαφορές από συμβάσεις, χρηματικές απαιτήσεις και γενικότερα ιδιωτικές αντιδικίες, η αξία του αντικειμένου των οποίων υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ. Είναι, άλλωστε, η μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων, όπου αναμένεται ότι το προδικαστικό στάδιο επίλυσης της διαφοράς θα οδηγήσει σε συμφωνία και αποφυγή της δικαστικής αίθουσας για τεράστιο αριθμό αγωγών που περίμεναν για χρόνια τη δικάσιμό τους.
Τι θα συμβαίνει στην πράξη πριν από το δικαστήριο
Τι θα μπορεί, όμως, να κάνει ο κάθε διάδικος, εφόσον έχει κάποια αξίωση;
Όταν γεννηθεί μια διαφορά που εμπίπτει στο νέο καθεστώς, οι εμπλεκόμενοι δεν αντιμετωπίζουν πλέον ως μοναδικό δρόμο την αναμονή της δικαστικής επίλυσής της. Ο Κώδικας βάζει στο τραπέζι τις διαθέσιμες εναλλακτικές μεθόδους και δίνει στα μέρη δυνατότητα να επιλέξουν.
Αν ακολουθηθεί διαμεσολάβηση ή δικαστική μεσολάβηση, προηγείται εισαγωγική συνεδρία είτε από πιστοποιημένο διαμεσολαβητή είτε από δικαστικό λειτουργό αντίστοιχα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν απονέμεται δικαιοσύνη και κανείς δεν υποχρεώνεται να αποδεχθεί πρόταση που δεν επιθυμεί. Διερευνάται, απλώς, αν υπάρχει έδαφος για συναινετική επίλυση.
Εάν υπάρχει, η υπόθεση μπορεί να τελειώσει χωρίς να χρειαστεί δικαστική απόφαση. Εάν δεν υπάρχει, συντάσσεται το πρακτικό μη επίτευξης συμφωνίας και η δικαστική οδός παραμένει ανοιχτή.
Διαφορετική είναι η λειτουργία της διαιτησίας, κατά την οποία τα μέρη δεν προσφεύγουν σε έναν τρίτο προκειμένου απλώς να τα βοηθήσει να συμβιβαστούν, αλλά αναθέτουν την επίλυση της διαφοράς σε διαιτητικό δικαστήριο, το οποίο καταλήγει σε διαιτητική απόφαση. Γι’ αυτό και η διαιτησία προκρίνεται από τον νέο Κώδικα ιδίως για διαφορές μεγαλύτερης οικονομικής αξίας, άνω των 250.000 ευρώ, καθώς και για υποθέσεις ιδιαίτερης τεχνικής ή ειδικής πολυπλοκότητας, διεθνούς χαρακτήρα ή όταν υπάρχει ανάγκη διεθνούς εκτελεστότητας.
Η διαιτησία, αν και δεν είναι υποχρεωτικό να επιλεγεί, εφόσον αυτό τελικά γίνει, παράγει δεσμευτικό αποτέλεσμα για τα μέρη, καθώς η διαφορά δεν καταλήγει σε μια απλή πρόταση συμβιβασμού, αλλά επιλύεται με διαιτητική απόφαση. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη διαμεσολάβηση και τη δικαστική μεσολάβηση, όπου η λύση προϋποθέτει τη συναίνεση των εμπλεκομένων, στη διαιτησία τα μέρη αναθέτουν σε διαιτητικό δικαστήριο την κρίση επί της διαφοράς τους.
Άλλο η διαφωνία και άλλο η άρνηση συμμετοχής
Τι γίνεται, όμως, αν κάποιος γνωρίζει εξαρχής ότι δεν πρόκειται να δεχθεί καμία συμφωνία;
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ισορροπίες του νέου συστήματος. Ο διάδικος εξακολουθεί να έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνήσει. Μπορεί να προσέλθει στην εισαγωγική συνεδρία, να ακούσει την άλλη πλευρά και τελικά να θεωρήσει ότι δεν υπάρχει αποδεκτή λύση. Σε αυτή την περίπτωση η διαδικασία λήγει χωρίς συμφωνία και η υπόθεση μπορεί να συνεχιστεί δικαστικά.
Πολύ διαφορετικά αντιμετωπίζεται, όμως, η αδικαιολόγητη άρνηση να συμμετάσχει κανείς στη διαδικασία, καθώς προβλέπεται χρηματική κύρωση για την αποχή από την εισαγωγική συνεδρία που μπορεί να φτάσει έως το 5% της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και, σε κάθε περίπτωση, έως τις 10.000 ευρώ.
Το πραγματικό στοίχημα του νέου Κώδικα βρίσκεται, πάντως, στην προσπάθεια να αλλάξει μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη για το πώς λύνονται οι ιδιωτικές διαφορές στην Ελλάδα. Η διαμεσολάβηση υπάρχει ήδη και η διαιτησία αποτελεί σημαντικό εργαλείο για μεγάλες επιχειρήσεις, όμως οι μηχανισμοί αυτοί δεν συγκροτούσαν για τον μέσο διάδικο μία ενιαία, αυτονόητη εναλλακτική διαδρομή εκτός δικαστικής αίθουσας.
Ο νέος Κώδικας φιλοδοξεί να ανατρέψει αυτή την εικόνα, όμως φυσικά το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αλλαγή θα λειτουργήσει και στην πράξη.
Μοιραστείτε την άποψή σας
ΣχόλιαΓια να σχολιάσετε χρησιμοποιήστε ένα ψευδώνυμο. Παρακαλούμε σχολιάζετε με σεβασμό. Χρησιμοποιείτε κατανοητή γλώσσα και αποφύγετε διατυπώσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ή να θεωρηθούν προσβλητικές. Με την ανάρτηση σχολίου, συμφωνείτε να τηρείτε τους Όρους του ιστότοπου contact Δημιουργήστε το account σας εδώ, για να κάνετε like, dislike ή report ακατάλληλα/προσβλητικά σχόλια.