Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Σε περιπτώσεις μακράς νοσηλείας και κωματώδους κατάστασης, υπάρχει δικαίωμα στην αυτοδιάθεση; Τι προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για τους ασθενείς χωρίς συνείδηση, πότε μπορεί να διακοπεί μια μάταιη θεραπεία και γιατί η ευθανασία παραμένει απαγορευμένη.

Ο θάνατος του Δημήτρη Κόκοτα, έπειτα από μια εξαιρετικά μακρά νοσηλεία που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2024, επαναφέρει με τον πιο οδυνηρό τρόπο μια συζήτηση που στην Ελλάδα δεν έχει γίνει σοβαρά σε ρυθμιστικό επίπεδο.

1

Τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος παραμένει για μήνες ή χρόνια χωρίς δυνατότητα να επικοινωνήσει και να αποφασίσει για τον εαυτό του; Πόσο μπορεί και πρέπει η ιατρική να παρατείνει τη ζωή ενός ανθρώπου που δεν μπορεί πλέον να εκφράσει τη βούλησή του; Ποιος αποφασίζει για τη συνέχιση ή τη διακοπή μιας θεραπείας; Μπορούν οι συγγενείς να ζητήσουν να «τραβηχτεί η πρίζα»;

Σε αυτή τη σύγκρουση μεταξύ ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, η Ελλάδα δεν έχει ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις να λαμβάνονται ad hoc και συχνά να δημιουργούνται ιδιαίτερα περίπλοκες και ηθικά αμφιλεγόμενες καταστάσεις.

Μπορούν οι συγγενείς ή ο γιατρός να τραβήξουν την πρίζα;

Δεν υπάρχει ενιαία απάντηση σε αυτή την ερώτηση, διότι ιατρικά αλλά και νομικά το κώμα και ο εγκεφαλικός θάνατος είναι δύο εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Ο ασθενής σε κώμα είναι ζωντανός, όπως αντίστοιχα ισχύει και στις παρατεταμένες διαταραχές συνείδησης, όπως η φυτική κατάσταση.. Γι’ αυτό και η απλή διάρκεια μιας τέτοιας κατάστασης, είτε πρόκειται για έξι μήνες είτε για δύο ή περισσότερα χρόνια, δεν δημιουργεί αυτομάτως το δικαίωμα διακοπής της υποστήριξης.

Στην πραγματικότητα, σε τέτοιες καταστάσεις, ο γιατρός και οι συγγενείς καλούνται να λάβουν πολλές διαφορετικές αποφάσεις. Άλλο είναι να μη γίνει καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση σε μια νέα ανακοπή, άλλο να μη γίνει περαιτέρω κλιμάκωση μιας επιθετικής θεραπείας, άλλο να αποσυρθεί ο μηχανικός αερισμός και άλλο να τεθεί ζήτημα τεχνητής διατροφής και ενυδάτωσης.

Η αφετηρία του ελληνικού δικαίου βρίσκεται στο άρθρο 12 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας στονν. 3418/2005. Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο γιατρός δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ιατρική πράξη χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ενημερωμένου ασθενούς. Αν ο ασθενής δεν έχει ικανότητα να συναινέσει, η συναίνεση δίδεται από τον δικαστικό συμπαραστάτη, εφόσον έχει οριστεί, διαφορετικά από τους οικείους του.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι συγγενείς αποκτούν απεριόριστη εξουσία πάνω στη ζωή του ασθενούς. Ο ίδιος νόμος προβλέπει ότι σε επείγουσες καταστάσεις ο γιατρός μπορεί να παρέμβει χωρίς συναίνεση και, ακόμη περισσότερο, ότι όταν οι συγγενείς αρνούνται την αναγκαία συναίνεση, ο γιατρός μπορεί να προχωρήσει σε άμεση παρέμβαση εφόσον πρέπει να αποτραπεί κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς.

Επομένως, το ζήτημα είναι σχετικά απλό, αν για παράδειγμα ο ασθενής πρέπει να χειρουργηθεί μετά από κάποιο ατύχημα, αλλά γίνεται πολύ πιο περίπλοκο αν πρόκειται για θεραπεία που δεν θεραπεύει πλέον.

Η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής έχει ασχοληθεί ειδικά με την τεχνητή παράταση της ζωής, εξετάζοντας ακριβώς τις περιπτώσεις στις οποίες οι βιολογικές λειτουργίες ενός ανθρώπου μπορούν να συντηρούνται τεχνητά χωρίς αντίστοιχη θεραπευτική προοπτική.

Η κεντρική έννοια εδώ είναι η ιατρική ματαιότητα. Όταν η κατάσταση έχει διαπιστωθεί ως μη αναστρέψιμη και η θεραπευτική παρέμβαση δεν εξυπηρετεί πλέον θεραπευτικό σκοπό, η ιατρική δεν είναι υποχρεωμένη να μετατρέπεται επ’ αόριστον σε τεχνολογία διατήρησης βιολογικών λειτουργιών.

Όμως, εδώ βρίσκεται και το ελληνικό ρυθμιστικό κενό, καθώς δεν υπάρχει ένας ενιαίος λεπτομερής νόμος που να ορίζει για κάθε περίπτωση ποιο όργανο αποφασίζει, με πόσες ιατρικές γνωματεύσεις, ποια διαδικασία ακολουθείται όταν η οικογένεια διαφωνεί με τους γιατρούς και πότε πρέπει να παρεμβαίνει δικαστήριο, ώστε να διαπιστωθεί αν υφίσταται ιατρική ματαιότητα και αν πρέπει να τερματιστεί η τεχνητή παράταση της ζωής.

Τι ισχύει με τη βούληση του ασθενούς

Η Ελλάδα έχει κυρώσει τη Σύμβαση του Οβιέδο για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, η οποία προβλέπει ότι όταν ο ασθενής δεν μπορεί πλέον να εκφράσει τη βούλησή του, οι επιθυμίες που είχε εκφράσει προηγουμένως σχετικά με μια ιατρική επέμβαση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Συνεπώς, ο γιατρός λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες που είχε εκφράσει ο ασθενής ακόμη και αν, όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, δεν μπορεί πλέον να τις επαναλάβει.

Ωστόσο, στην Ελλάδα υπάρχει μια σημαντική διαφορά από άλλα ευρωπαϊκά συστήματα. Το «λαμβάνονται υπόψη» δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη «εκτελούνται υποχρεωτικά». Η ίδια η επεξηγηματική έκθεση της Σύμβασης του Οβιέδο διευκρινίζει ότι οι παλαιότερες επιθυμίες δεν είναι αναγκαστικά δεσμευτικές σε κάθε περίπτωση, για παράδειγμα όταν έχουν μεσολαβήσει σημαντικές ιατρικές εξελίξεις ή δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματική κατάσταση του ασθενούς.

Συνεπώς, το ερώτημα είναι αν μπορεί ένας υγιής Έλληνας να συντάξει σήμερα ένα έγγραφο που να λέει ότι, εάν υποστεί μη αναστρέψιμη εγκεφαλική βλάβη και χάσει οριστικά τη δυνατότητα επικοινωνίας, δεν επιθυμεί τεχνητή παράταση της ζωής του. Η απάντηση είναι ότι ναι μεν μπορεί να εκφράσει αυτή τη βούληση, όμως στην Ελλάδα δεν υπάρχει ένα τόσο αναλυτικό και τυποποιημένο σύστημα δεσμευτικών οδηγιών που λαμβάνεται αυτοτελώς, υποχρεωτικά και απαρέγκλιτα υπόψη από τον γιατρό.

Από την άλλη, εάν δεν υπάρχει προηγούμενη βούληση, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία η ιατρική εκτίμηση και οι οικείοι. Αυτό όμως απέχει πολύ από το «αποφασίζει η οικογένεια αν θα ζήσει ή θα πεθάνει».

Η πιο ακριβής απάντηση λοιπόν στο ερώτημα «ποιος τραβάει την πρίζα;» είναι ότι κανείς δεν την τραβά μόνος του. Αυτό που μπορεί να αποφασιστεί είναι η μη έναρξη ή η απόσυρση συγκεκριμένης ιατρικής παρέμβασης όταν πλέον δεν εξυπηρετεί θεραπευτικό σκοπό, μέσα σε μια διαδικασία στην οποία βαρύνουν η ιατρική κατάσταση, η προηγούμενη βούληση του ασθενούς και ο ρόλος των προσώπων που καλούνται νόμιμα να συναινέσουν, οπότε πρόκειται πρακτικά για ένα δαιδαλώδες πλαίσιο που δημιουργεί πολλές γκρίζες ζώνες.

Ευθανασία στην Ελλάδα: Παράνομη σε όλες τις περιπτώσεις

Αν, πάντως, πάμε ένα βήμα παραπέρα και ξεφύγουμε από τη λογική της διακοπής της τεχνητής παράτασης της ζωής, προχωρώντας σε πιο ενεργητικές παρεμβάσεις, τότε μιλάμε για ευθανασία. Κάτι που στην Ελλάδα απαγορεύεται απολύτως από τον νόμο.

Το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, με τίτλο «Ανθρωποκτονία κατ’ απαίτηση», προβλέπει ότι όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του ίδιου του θύματος και από οίκτο για εκείνον επειδή έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση.

Με λίγα λόγια, ακόμη και αν ένας ενήλικος ασθενής έχει πλήρη συνείδηση, πάσχει από ανίατη ασθένεια και επαναλαμβάνει με απόλυτη σαφήνεια «θέλω να πεθάνω», ο Έλληνας γιατρός δεν αποκτά δικαίωμα να του χορηγήσει θανατηφόρα ουσία. Η απαίτηση του ασθενούς διαφοροποιεί την ποινική μεταχείριση, καθώς ο γιατρός βρίσκεται αντιμέτωπος με λίγα χρόνια φυλάκιση και όχι ισόβια κάθειρξη όπως στην ανθρωποκτονία, όμως δεν εξαφανίζει τον αξιόποινο χαρακτήρα της πράξης.

Πολύ περισσότερο, φυσικά, δεν μπορεί ένας συγγενής να ζητήσει ευθανασία για λογαριασμό ενός ασθενούς που βρίσκεται σε κώμα. Εφόσον ο ίδιος ο ασθενής δεν μπορεί να διατυπώσει τη «σπουδαία και επίμονη απαίτηση» που περιγράφει το άρθρο 300 ΠΚ, δεν τίθεται καν ζήτημα νομιμοποίησης της ενεργητικής πρόκλησης του θανάτου από τη βούληση της οικογένειας.

Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να διευκρινίσουμε ότι άλλο είναι να σταματά μια ιατρικά μάταιη θεραπεία και να αφήνεται η υποκείμενη ασθένεια να ακολουθήσει τη φυσική της πορεία και άλλο να πραγματοποιείται μια θετική πράξη με σκοπό την πρόκληση του θανάτου.

Από την Ολλανδία μέχρι την Ελβετία: Η Ευρώπη δεν έχει μία ενιαία απάντηση για τον θάνατο

Η Ευρώπη απέχει πολύ από το να έχει ένα κοινό μοντέλο ως προς τη διαχείριση της ευθανασίας και της τεχνητής παράτασης της ζωής.

Η Ολλανδία, για παράδειγμα, επιτρέπει υπό αυστηρές προϋποθέσεις τόσο την ευθανασία όσο και την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Ακόμη και εκεί, όμως, δεν υπάρχει ένα γενικό «δικαίωμα να πεθάνεις». Μόνο ο ίδιος ο ασθενής μπορεί να ζητήσει ευθανασία και ο γιατρός πρέπει να διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση είναι ελεύθερη και καλά σταθμισμένη, ότι υπάρχει αφόρητη οδύνη χωρίς προοπτική βελτίωσης, ότι δεν υπάρχει εύλογη εναλλακτική και ότι έχει προηγηθεί εξέταση από ανεξάρτητο δεύτερο γιατρό.

Αυτό έχει προκαλέσει τεράστιες ηθικές αντιπαραθέσεις. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Aurelia Brouwers, μιας 29χρονης Ολλανδής με βαρύ και μακροχρόνιο ψυχιατρικό ιστορικό, η οποία πέθανε το 2018 με ιατρική βοήθεια έπειτα από έγκριση του αιτήματός της. Η υπόθεση έγινε διεθνώς σύμβολο της δυσκολότερης ίσως ερώτησης γύρω από την ευθανασία σχετικά με το αν μπορεί η ψυχική οδύνη να θεωρηθεί τόσο ανίατη και αφόρητη όσο μια μη αναστρέψιμη σωματική ασθένεια.

Η Ελβετία είναι διαφορετική περίπτωση, καθώς εκεί η άμεση ενεργητική ευθανασία παραμένει αξιόποινη. Αντίθετα, η υποβοηθούμενη αυτοκτονία μπορεί να είναι νόμιμη. Το άρθρο 115 του ελβετικού Ποινικού Κώδικα τιμωρεί τη βοήθεια στην αυτοκτονία όταν παρέχεται από ιδιοτελή κίνητρα. Το καθοριστικό στοιχείο είναι ότι την τελική πράξη πρέπει να την πραγματοποιήσει ο ίδιος ο άνθρωπος που θέλει να πεθάνει.

Συνεπώς, ούτε στην Ελβετία δεν υπάρχει κάποιος τρόπος ένας άνθρωπος σε κωματώδη κατάσταση, χωρίς ικανότητα λήψης απόφασης και χωρίς δυνατότητα να πραγματοποιήσει ο ίδιος την τελική πράξη να μεταφερθεί στην Ελβετία από την οικογένειά του για υποβοηθούμενη αυτοκτονία.

Μπορεί ένας Έλληνας να ταξιδέψει στο εξωτερικό για να πεθάνει;

Ένας Έλληνας που έχει πλήρη συνείδηση – και προφανώς δεν βρίσκεται σε κώμα- μπορεί να απευθυνθεί σε χώρα στην οποία υπάρχει νόμιμη διαδικασία υποβοηθούμενου θανάτου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αρκεί να αγοράσει ένα αεροπορικό εισιτήριο.

Στις περισσότερες χώρες που επιτρέπεται η υποβοηθούμενη αυτοκτονία ή η ευθανασία, όπως η Ολλανδία και το Βέλγιο, ο νόμος δεν αποκλείει ρητά τους μη κατοίκους. Στην πράξη, όμως, η ίδια η ολλανδική κυβέρνηση αναφέρει ότι η ευθανασία μη κατοίκων σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιείται.

Ο γιατρός πρέπει να γνωρίζει σε βάθος το ιατρικό ιστορικό, να εξετάσει προσωπικά τον ασθενή, να διαπιστώσει ότι πληρούνται όλα τα κριτήρια και να ζητήσει ανεξάρτητη δεύτερη ιατρική γνώμη. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες, μήνες ή ακόμη περισσότερο και η ευθανασία δεν αντιμετωπίζεται ως υπηρεσία στην οποία κάποιος ταξιδεύει απλώς για να έχει πρόσβαση.

Η περίπτωση του Δημήτρη Κόκοτα δεν είναι υπόθεση ευθανασίας και δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως τέτοια. Είναι όμως η αφορμή για να ανοίξει μια συζήτηση που η ελληνική έννομη τάξη κάποια στιγμή θα αναγκαστεί να κάνει πολύ πιο καθαρά.

Η σύγχρονη ιατρική μπορεί να κάνει πράγματα που πριν από μερικές δεκαετίες ήταν αδιανόητα. Μπορεί να υποκαθιστά ζωτικές λειτουργίες, να διατηρεί επί μακρόν έναν βαριά ασθενή στη ζωή και να μετατρέπει αυτό που κάποτε θα ήταν ένας άμεσος θάνατος σε μια κατάσταση που μπορεί να διαρκέσει μήνες ή χρόνια.

Το συμπέρασμα, πάντως, είναι ότι το ευρωπαϊκό δίκαιο βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο δίπολο « ζωή με κάθε κόστος» και «ο καθένας έχει απεριόριστο δικαίωμα να πεθάνει», με παραλλαγές βεβαίως ανάλογα με τη χώρα.

Το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβάλλει στα κράτη ισχυρή υποχρέωση προστασίας της ζωής. Το άρθρο 8, όμως, προστατεύει την αυτονομία, τη σωματική ακεραιότητα, την ιδιωτική ζωή και τις βαθύτερες επιλογές του ανθρώπου για τον εαυτό του. Το ευρωπαϊκό δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η πρόσβαση στον υποβοηθούμενο θάνατο αγγίζει τον πυρήνα της προσωπικής αυτονομίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε κράτος υποχρεούται να τη νομιμοποιήσει.

Η Ελλάδα έχει επιλέξει ξεκάθαρα να μην επιτρέψει την ενεργητική ευθανασία και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία, όμως δεν διαθέτει ένα τόσο σαφές νομοθετικό πλαίσιο για την τεχνητή παράταση της ζωής, παρόλο που το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει εδώ και χρόνια καλέσει τα κράτη να αναπτύξουν συστήματα προηγμένων οδηγιών και εκπροσώπησης για την περίπτωση μελλοντικής ανικανότητας, ακριβώς για να προστατεύεται η αυτοδιάθεση όταν ο άνθρωπος δεν θα μπορεί πλέον να μιλήσει και να λάβει αποφάσεις για τον εαυτό του.