Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Ένα ασυνήθιστο νομικό και θεσμικό ζήτημα έχει προκύψει μετά τον θόρυβο που προκάλεσε η δημόσια παρέμβαση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη για την υπόθεση στην οποία εμπλέκεται ο γιος του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου. Καθώς εξετάζεται το ενδεχόμενο πειθαρχικού ελέγχου του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού, που αμφισβήτησε δημοσίως την αμεροληψία της Δικαιοσύνης, η διαδικασία προσκρούει σε μια ιδιαιτερότητα που δεν αφορά απλώς τις οικογενειακές σχέσεις δύο δημόσιων προσώπων, αλλά το ίδιο το Σύνταγμα.

Αρμόδιος να εγείρει την πειθαρχική αγωγή είναι ο υπουργός Δικαιοσύνης, δηλαδή ο αδελφός του, Γιώργος Φλωρίδης, ο οποίος ωστόσο οφείλει κατά τα άλλα να απέχει από την υπόθεση που αφορά στενό συγγενή του. Έτσι, μια αντιπαράθεση που ξεκίνησε από τη διαφωνία για τον χειρισμό συγκεκριμένης ποινικής δικογραφίας έχει εξελιχθεί σε ένα ευρύτερο θεσμικό ερώτημα για το πώς μπορούν δύο αδέρφια να συνυπάρχουν σε μια τόσο λεπτή ισορροπία που τώρα γίνεται ολοφάνερο πόσο εκκωφαντικά μπορεί να διαταραχθεί

1

Μια συγγένεια που είχε προκαλέσει προβληματισμό ήδη από το 2023

Η συγγενική σχέση του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, με τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Βασίλη Φλωρίδη, δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά ως προβληματική με αφορμή τη σημερινή αντιπαράθεση. Το ζήτημα είχε απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση ήδη από το καλοκαίρι του 2023, όταν οι επαγγελματικές διαδρομές των δύο αδελφών συνέπεσαν στην κορυφή της πολιτικής και δικαστικής ιεραρχίας.

Ο Βασίλης Φλωρίδης είχε προαχθεί στον βαθμό του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τον Μάιο του 2023, με ανάληψη των νέων καθηκόντων του από τις 16 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, ενώ στο μεταξύ, στις 27 Ιουνίου 2023, ο αδελφός του, Γιώργος Φλωρίδης, ορκίστηκε Υπουργός Δικαιοσύνης. Ήδη τότε, είχε επισημανθεί σε νομικό αλλά και θεσμικό επίπεδο η ασυνήθιστη συνύπαρξη δύο αδελφών σε τόσο υψηλές θέσεις στον χώρο της Δικαιοσύνης.

Το ζήτημα επανήλθε με μεγαλύτερη ένταση το καλοκαίρι του 2025, όταν ο Βασίλης Φλωρίδης διεκδίκησε τη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συγκεντρώνοντας μάλιστα τις περισσότερες ψήφους στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Παρά τη θετική αυτή γνωμοδότηση, η τελική επιλογή της κυβέρνησης ήταν ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, με τη συγγένεια του υποψηφίου με τον υπουργό Δικαιοσύνης να έχει αναφερθεί τότε ως ζήτημα ηθικής τάξης, ανεξάρτητα από τα υπηρεσιακά προσόντα του.

Τώρα, η σχέση των δύο αδελφών αποκτά μια εντελώς διαφορετική διάσταση, εξαιτίας της δημόσιας παρέμβασης του Βασίλη Φλωρίδη για την ποινική υπόθεση στην οποία εμπλέκεται ο γιος του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου. Η σύγκρουση προέκυψε από την επιμονή του Βασίλη Φλωρίδη ότι οι έντεκα κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο γιος του Τάκη Θεοδωρικάκου, δεν έπρεπε να παραπεμφθούν σε δίκη, καθώς, κατά την εκτίμησή του, δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Παρότι τέσσερις εισαγγελικοί λειτουργοί είχαν ταχθεί σε διαφορετικά στάδια υπέρ της απαλλαγής τους, τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια αποφάσισαν την παραπομπή.

Ο ίδιος, χειριζόμενος την υπόθεση στον Άρειο Πάγο, ζήτησε την αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος και την απαλλαγή των κατηγορουμένων, χωρίς όμως να γίνει δεκτή η πρότασή του. Στο άρθρο που ακολούθησε στην «Καθημερινή», ο αντεισαγγελέας δεν αρκέστηκε να αμφισβητήσει τη νομική ορθότητα των αποφάσεων, αλλά διατύπωσε αιχμές περί κατασκευασμένων δικαστικών κρίσεων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η εμπλοκή συγγενούς εν ενεργεία υπουργού ενδέχεται να είχε επηρεάσει τον χειρισμό της υπόθεσης. Οι αιτιάσεις αυτές προκάλεσαν την αντίδραση της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, η οποία υπενθύμισε ότι τα δικαστικά συμβούλια δεν δεσμεύονται από τις εισαγγελικές προτάσεις και ότι η διαφωνία με μια δικαστική κρίση δεν δικαιολογεί από μόνη της δημόσιες καταγγελίες περί διαφθοράς.

Η παρέμβασή του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς δεν επρόκειτο για κριτική ενός εξωτερικού παρατηρητή, αλλά για δημόσια αμφισβήτηση δικαστικών κρίσεων από εισαγγελικό λειτουργό που είχε χειριστεί προσωπικά την ίδια υπόθεση και του οποίου η πρόταση είχε απορριφθεί.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων υπενθύμισε μάλιστα ότι ο ίδιος ο Βασίλης Φλωρίδης είχε υποστηρίξει σε άρθρο του προ δεκαετίες πως οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν συγγενείς με ενεργή πολιτική παρουσία πρέπει να απέχουν από τον χειρισμό υποθέσεων στις οποίες εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα προσωπικής τους εντιμότητας.

Το επόμενο ερώτημα, λοιπόν, τώρα δεν είναι τόσο αν απαιτείται πειθαρχική διερεύνηση, αλλά περισσότερο αν και πώς μπορεί να γίνει αυτή, όταν ο μόνος αρμόδιος να την κινήσει είναι ο αδερφός του δικαστικού λειτουργού.

Το Σύνταγμα δείχνει τον Υπουργό, αλλά ο νόμος τη σύγκρουση συμφερόντων

Το ενδεχόμενο πειθαρχικής διερεύνησης φέρνει στο προσκήνιο μια ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος που αφορά την πειθαρχική εξουσία στις περιπτώσεις ανώτατων δικαστικών λειτουργών.

Σύμφωνα με το άρθρο 91 παρ. 1 του Συντάγματος, για τους δικαστικούς λειτουργούς από τον βαθμό του αρεοπαγίτη ή του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, την πειθαρχική εξουσία ασκεί το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Ωστόσο, η ίδια διάταξη ορίζει ρητά ότι την πειθαρχική αγωγή εγείρει ο υπουργός Δικαιοσύνης.

Ο υπουργός, επομένως, δεν αποφασίζει αν ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός είναι πειθαρχικά ένοχος ούτε επιβάλλει ο ίδιος την ποινή. Έχει, όμως, την αρμοδιότητα να κινήσει τη διαδικασία, ώστε η υπόθεση να εξεταστεί από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο. Στην περίπτωση του Βασίλη Φλωρίδη, η συγκεκριμένη συνταγματική αρμοδιότητα ανήκει στον Γιώργο Φλωρίδη, όμως το σοβαρό πρόβλημα είναι ότι ο υπουργός καλείται να αποφασίσει για την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας κατά του ίδιου του αδελφού του.

Η συγγένεια αυτή, όμως, δεν αποτελεί μόνο ένα πολιτικά άβολο δεδομένο. Το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κατοχυρώνει την αρχή της αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, προβλέπει ότι τα όργανα οφείλουν να απέχουν από τη συμμετοχή σε αποφάσεις όταν συνδέονται με ενδιαφερόμενο πρόσωπο με συγγένεια εξ αίματος σε πλάγια γραμμή μέχρι και τέταρτου βαθμού. Τα αδέλφια είναι συγγενείς εξ αίματος δεύτερου βαθμού, οπότε η συγκεκριμένη οικογενειακή σχέση εμπίπτει στο εύρος συγγένειας που περιγράφει η διάταξη.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν ο Γιώργος Φλωρίδης θα μπορούσε να αντιμετωπίσει πολιτική κριτική επειδή θα έκρινε την υπόθεση του αδελφού του. Είναι κατά πόσο μπορεί να ασκήσει τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα χωρίς να ανακύπτει ζήτημα νόμιμης αποχής, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για ειδική εξουσία που του αναθέτει απευθείας το Σύνταγμα.

Μπορεί τελικά να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη;

Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, ο χειρισμός της υπόθεσης εξετάζεται αν είναι δυνατόν να περάσει στον υφυπουργό Δικαιοσύνης Ιωάννη Μπούγα, προκειμένου να αποφευχθεί το ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων. Η λύση αυτή, ωστόσο, προϋποθέτει να υπάρχει νόμιμη βάση για την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας από τον υφυπουργό. Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη διοικητική απόφαση του υπουργείου, αλλά για αρμοδιότητα την οποία το ίδιο το Σύνταγμα απονέμει στον υπουργό Δικαιοσύνης.

Υπάρχει, πάντως, και ένα δεύτερο ερώτημα, ανεξάρτητο από το ποιος θα κινήσει τη διαδικασία. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να εξεταστεί διεξοδικά αν το άρθρο του Βασίλη Φλωρίδη μπορεί πράγματι να στοιχειοθετήσει πειθαρχικό παράπτωμα. Το άρθρο 109 του ν. 4938/2022 προστατεύει καταρχήν τη δημόσια έκφραση γνώμης των δικαστικών λειτουργών, προβλέποντας όμως εξαίρεση όταν αυτή γίνεται με προφανή σκοπό τη μείωση του κύρους της Δικαιοσύνης ή υπέρ ή κατά συγκεκριμένου κόμματος ή πολιτικής οργάνωσης. Επομένως, η δημοσίευση ενός επικριτικού άρθρου δεν αρκεί από μόνη της για τη θεμελίωση πειθαρχικής ευθύνης, αλλά απαιτείται αξιολόγηση του συγκεκριμένου περιεχομένου και των συνθηκών της δημόσιας παρέμβασης.

Διαβάστε επίσης:

Οδυσσέας Αθανασίου: «Αφήνω τη Lamda σε καλή κατάσταση – Δεν πουλά το Ελληνικό ο Λάτσης»