Οι τεράστιες καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης έχουν πάψει προ πολλού να είναι απλά ένα παράπονο των διαδίκων και έχουν αναδειχθεί σε δομικό πρόβλημα της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει επανειλημμένα καταδικάσει την Ελλάδα για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας των δικαιοδοτικών διαδικασιών, ειδικά όταν πρόκειται για ζητήματα όπου ακριβώς το να γίνει η δίκη σε ένα λογικό χρονικό πλαίσιο είναι ιδιαίτερα κρίσιμο λόγω της φύσης τους και καθορίζει την ίδια την αποτελεσματικότητα του ένδικου βοηθήματος.

Διότι, για παράδειγμα, σε μια υπόθεση απειλών, όπου ο πολίτης αναζητά άμεση δικαστική προστασία, τι νόημα έχει αν ο θύτης καταδικαστεί 5 χρόνια μετά το συμβάν;

1

Αυτή την ερώτηση κλήθηκε να απαντήσει το Πρωτοδικείο Αθηνών με την απόφαση 1695/2026, η οποία προχώρησε σε μια πρωτοφανή -και τελικά ελπιδοφόρα- επιδίκαση αποζημίωσης σε πολίτη για την ανασφάλεια και την εξουθένωση που υπέστη λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης της ποινικής δίκης.

Πρόκειται για μια απόφαση που στην ουσία μεταφράζει σε απτό κόστος το διαρκές έλλειμμα ταχύτητας της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Το ιστορικό μιας υπόθεσης που λίμνασε αδικαιολόγητα

Διάδικοι σε αυτή τη δίκη-σταθμό ήταν το Δημόσιο και μια γυναίκα που του ζητούσε αποζημίωση για ηθική βλάβη, επειδή το ποινικό δικαστήριο που την αφορούσε είχε καθυστερήσει υπερβολικά να εκδώσει απόφαση.

Η ποινική υπόθεση ξεκίνησε στις αρχές του 2019 όταν η ενάγουσα υπέβαλε μήνυση σε βάρος τρίτου προσώπου για ψευδή κατάθεση και για απειλή κατ’ εξακολούθηση. Επρόκειτο για μια σοβαρή καταγγελία, με την οποία η γυναίκα αυτή ζητούσε από τις αρχές να ασκήσουν ποινική δίωξη εναντίον ατόμου στο επιχειρηματικό της περιβάλλον που την απειλούσε, ώστε να την εκφοβίσει λόγω διαφορών που είχαν μεταξύ τους.

Το πρόβλημα, όμως, ήταν ότι η προκαταρκτική εξέταση άργησε υπερβολικά να ολοκληρωθεί, ενώ και η δίκη, λόγω συνεχών αναβολών, τελείωσε 5,5 χρόνια μετά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την προσφορότητα μιας απόφασης να προστατεύσει τον πολίτη τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση του αδικήματος.

Παρόλο που η γυναίκα δικαιώθηκε και ο θύτης καταδικάστηκε, η καταδικαστική αυτή απόφαση ήρθε πολύ αργά, ώστε να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Γι’ αυτό το λόγο, η ίδια αποφάσισε να ασκήσει αγωγή κατά του ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω αυτής της τεράστιας καθυστέρησης.

Πώς μια απόφαση καταλήγει να εκδίδεται 5,5 χρόνια μετά

Από τη μήνυση της ενάγουσας στις αρχές του 2019 μέχρι την έκδοση της απόφασης τον Ιούνιο του 2024 μεσολάβησαν 5,5 χρόνια και μάλιστα για μια υπόθεση που ήταν ιδιαίτερα απλή, καθώς ο κατηγορούμενος ήταν ένας και το αποδεικτικό υλικό αρκετά περιορισμένο.

Πώς είναι δυνατόν να πέρασαν τόσα χρόνια; Η προκαταρκτική εξέταση μέχρι η υπόθεση να οδηγηθεί στο δικαστήριο διήρκεσε 3,5 χρόνια, παρόλο που κανονικά το στάδιο της προδικασίας πρέπει να είναι σύντομο (ενδεικτικά ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας θέτει ως χρονικό ορίζοντα το εξάμηνο).

Στη συνέχεια, η κύρια διαδικασία στον πρώτο βαθμό (από την κλήση στο ακροατήριο έως την απόφαση) διήρκεσε περίπου 2 έτη καισημαδεύτηκε από τρεις αναβολές. Η μία από αυτές χρεώθηκε στην πλευρά της αιτούσας, λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου της, προκαλώντας καθυστέρηση 10 μηνών, όμως οι άλλες δύο αφορούσαν ζητήματα του δικαστηρίου, με την πρώτη αναβολή να δίνεται λόγω πέρατος ωραρίου του γραμματέα, ενώ η τρίτη λόγω αποχής των δικηγόρων.

Το δικαστήριο, λοιπόν, κλήθηκε να αποφασίσει για το αν η καθυστέρηση τόσων ετών είναι εύλογη ή αν βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και την παροχή δικαστικής προστασίας σε κάθε πολίτη.

Αποζημίωση 3.000 ευρώ κατά του ελληνικού Δημοσίου

Το Δικαστήριο τελικά επιδίκασε 3.000 ευρώ σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου, ως εύλογο ποσό για την ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα από την καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης, αναφορικά με τον χρόνο εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης στον πρώτο βαθμό.

Το καίριο σημείο είναι το «γιατί». Το Δικαστήριο δεν αρκείται στη διαπίστωση της υπέρβασης, αλλά λέει ρητά ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία ευθύνεται το ίδιο το ελληνικό Δημόσιο.

Το Δημόσιο υποστήριξε ότι οι καθυστερήσεις δεν οφείλονταν σε υπαιτιότητα της Πολιτείας αλλά σε αντικειμενικές δυσχέρειες της διαδικασίας και περιστάσεις εκτός ελέγχου, όπως η αναβολή λόγω αποχώρησης του γραμματέα έδρας, η αποχή των δικηγόρων, η υπερφόρτωση των πινακίων και γενικότερα οι λειτουργικές ανάγκες των δικαστηρίων. Με άλλα λόγια, επιχείρησε να παρουσιάσει την καθυστέρηση ως αποτέλεσμα ανωτέρας βίας ή συστημικών συνθηκών που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, απέρριψε αυτή τη συλλογιστική, τονίζοντας ότι, ακόμη και αν οι αναβολές χορηγήθηκαν νομίμως και οι δυσλειτουργίες είναι πραγματικές, οι συνέπειες της οργανωτικής αδυναμίας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης δεν μπορούν να μετακυλίονται στον πολίτη. Η αδυναμία συνεδρίασης λόγω ωραρίου, η καθυστέρηση προσδιορισμού δικασίμων, η επιβάρυνση των πινακίων και οι αναβολές λόγω αποχών συνιστούν ζητήματα οργάνωσης της Δικαιοσύνης για τα οποία υπεύθυνη είναι η Πολιτεία.

Με ρητή αναφορά στο δικαίωμα εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το κράτος οφείλει να εξασφαλίζει επαρκείς υποδομές, προσωπικό και λειτουργική επάρκεια ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρες καθυστερήσεις. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η ευθύνη παραμένει κρατική και θεμελιώνει υποχρέωση αποζημίωσης. Έτσι, η καθυστέρηση δεν αντιμετωπίστηκε ως αναπόφευκτη συγκυρία, αλλά ως αποτυχία του συστήματος, για την οποία το Δημόσιο οφείλει να λογοδοτήσει.

Το πραγματικό διακύβευμα πίσω από την απόφαση

Η απόφαση 1695/2026 δεν είναι απλώς άλλη μία αναφορά στο γνωστό πρόβλημα των καθυστερήσεων. Είναι, κυρίως, μια απόφαση που φέρνει στο επίκεντρο το αυτονόητο. Ότι ο χρόνος της Δικαιοσύνης δεν είναι ουδέτερος, αλλά παράγει βλάβη. Και όταν η βλάβη αναγνωρίζεται δικαστικά ως ηθική βλάβη που αποτιμάται σε χρήμα, τότε το κράτος θα κληθεί να καταβάλει αποζημίωση.

Πάνω από όλα το μήνυμα της απόφασης είναι πολύ ευρύτερο από την αναγνώρισης ευθύνης στο κράτος. Είναι μια προειδοποίηση για το τι μέλλει γενέσθαι και πώς η ίδια Δικαιοσύνη απαντά σε αυτόν που είναι υπεύθυνος να τη βγάλει από το αδιέξοδο. Διότι, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων παγιωθεί ως πραγματική και όχι σπάνια πρακτική, τότε η αργόσυρτη Δικαιοσύνη θα αποκτήσει δημοσιονομικό αποτύπωμα και θα γίνει ασύμφορη για το Δημόσιο.

Σε μια χώρα όπου το ΕΔΔΑ έχει εδώ και χρόνια αναδείξει τις καθυστερήσεις ως δομικό πρόβλημα, η ουσιαστική δικαστική αναγνώριση της ηθικής βλάβης με επιδίκαση ποσού κατά του Δημοσίου δείχνει ότι η προστασία του δικαιώματος σε εύλογο χρόνο δεν είναι ευχολόγιο, αλλά υποχρέωση που πλέον κοστίζει.

Διαβάστε επίσης:

Επαγγελματικά Ταμεία: Νομοσχέδιο αμέσως μετά το Πάσχα – Οι αλλαγές που έρχονται στον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης