Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οι μεγάλες δικαστικές συγκρούσεις στον χώρο της μόδας αφορούσαν κυρίως απομιμήσεις επώνυμων προϊόντων, λογότυπα και διαμάχες μεταξύ οίκων πολυτελείας. Η σύγκρουση όμως ανάμεσα στις Shein και Temu φανερώνει πια ότι το παιχνίδι έχει αλλάξει εντελώς. Πίσω από τις αγωγές για κλεμμένες φωτογραφίες προϊόντων, κρύβεται ένας εξαντλητικός πόλεμος που αφορά τον έλεγχο της παγκόσμιας αγοράς ultra-fast fashion, τις γιγαντιαίες ηλεκτρονικές πλατφόρμες, τους προμηθευτές τους, αλλά ακόμη και τα όρια μεταξύ προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων και αθέμιτου ανταγωνισμού.

Στο Λονδίνο, στην Ουάσιγκτον και σε άλλα μέτωπα, οι δύο κολοσσοί αλληλοκατηγορούνται για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων, καταχρηστικές πρακτικές, πιέσεις προς προμηθευτές και προσπάθεια αποκλεισμού του ανταγωνισμού σε μια μάχη που έχει συγκεντρώσει την ανφάν γκατέ της αγγλικής και αμερικανικής δικηγορίας, με συνηγόρους που αγγίζουν τα όρια του σταρ και έχουν ήδη δημιουργήσει έναν μύθο γύρω από το όνομά τους για αυτόν τον νομικό πόλεμο, όπου κυριολεκτικά παίζονται δισεκατομμύρια.

1

Άλλωστε, όσο προχωρούν οι υποθέσεις, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι δεν πρόκειται για μία ακόμη εμπορική διαφορά, αλλά για μία από τις πιο χαρακτηριστικές συγκρούσεις της νέας ψηφιακής οικονομίας.

Πώς ξεκίνησε ο πόλεμος

Η σύγκρουση ανάμεσα στη Shein και την Temu ξεκίνησε από κάτι φαινομενικά απλό, όπως είναι οι φωτογραφίες των προϊόντων, αν και εξαρχής ήταν ξεκάθαρο ότι από πίσω κρυβόταν μία πολύ μεγαλύτερη μάχη για τον έλεγχο της αγοράς ultra-fast fashion.

Η Shein κατηγόρησε την Temu ότι στην πλατφόρμα της εμφανίζονταν χιλιάδες προϊόντα που χρησιμοποιούσαν φωτογραφίες της Shein χωρίς άδεια. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, πωλητές που δραστηριοποιούνταν στην Temu ανέβαζαν προϊόντα χρησιμοποιώντας αυτούσιες ή σχεδόν πανομοιότυπες εικόνες από τη Shein, ώστε να εκμεταλλευτούν την εμπορική απήχηση και την αισθητική παρουσίαση των προϊόντων της. Η Shein υποστήριξε ότι αυτό δεν ήταν μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μία οργανωμένη και μαζική πρακτική καταπάτησης των πνευματικών της δικαιωμάτων σε βιομηχανική κλίμακα.

Ουσιαστικά, η εταιρεία προσπάθησε να πείσει τα δικαστήρια ότι η Temu δεν λειτουργούσε απλώς ως μία ουδέτερη ηλεκτρονική αγορά όπου ανεξάρτητοι πωλητές ανεβάζουν μόνοι τους προϊόντα, αλλά ότι επέτρεπε ή ακόμη και διευκόλυνε ένα σύστημα μαζικής αντιγραφής περιεχομένου.

Η υπόθεση οδηγήθηκε στο High Court του Λονδίνου, όπου το 2025 η Shein πέτυχε προσωρινές δικαστικές αποφάσεις που είχαν άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα, καθώς χιλιάδες καταχωρίσεις προϊόντων αφαιρέθηκαν από την Temu, τουλάχιστον μέχρι να κριθεί οριστικά η υπόθεση.

Η Temu, ωστόσο, πέρασε αμέσως στην αντεπίθεση, αλλάζοντας εντελώς το αφήγημα.

Η Temu επιχειρεί να παρουσιάσει τη Shein ως «μονοπωλιακή δύναμη»

Αντί να παρουσιάσει την υπόθεση ως μία απλή διαφωνία για φωτογραφίες προϊόντων, η Temu υποστήριξε ότι η Shein χρησιμοποιεί τα πνευματικά δικαιώματα και τα αιτήματα αφαίρεσης περιεχομένου ως εργαλείο για να πλήξει τον ταχέως αναπτυσσόμενο ανταγωνιστή της.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η Shein ασκούσε πιέσεις σε εργοστάσια και προμηθευτές ώστε να μην συνεργάζονται με την Temu, ενώ χρησιμοποιούσε μαζικά αιτήματα αφαίρεσης περιεχομένου για να πλήξει την παρουσία της ανταγωνίστριας πλατφόρμας.

Το κομμάτι αυτό της σύγκρουσης μεταφέρθηκε στο Competition Appeal Tribunal του Ηνωμένου Βασιλείου, το ειδικό δικαιοδοτικό όργανο για υποθέσεις ανταγωνισμού. Εκεί εξετάζεται πλέον αν η συμπεριφορά της Shein παραβιάζει το βρετανικό δίκαιο ανταγωνισμού και αν χρησιμοποιήθηκαν πρακτικές αποκλεισμού ανταγωνιστών μέσω της ισχύος που έχει ήδη αποκτήσει στην αγορά ultra-fast fashion, με τη δίκη να έχει οριστεί για τον Μάρτιο 2027.

Κάπως έτσι, μία υπόθεση που ξεκίνησε από φωτογραφίες προϊόντων μετατράπηκε σε μία πολύ ευρύτερη μάχη για το ποιος θα κυριαρχήσει στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό εμπόριο χαμηλού κόστους.

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο άνοιξε στις ΗΠΑ

Παράλληλα με το Λονδίνο, οι δύο εταιρείες συγκρούονται και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι αγωγές περιλαμβάνουν κατηγορίες για αθέμιτο ανταγωνισμό, καταχρηστικές πρακτικές, παραβίαση εμπορικών μυστικών και πιέσεις προς προμηθευτές. Σε ορισμένα δικόγραφα, μάλιστα, χρησιμοποιήθηκαν ιδιαίτερα σκληρές εκφράσεις, με την Temu να κατηγορεί τη Shein για πρακτικές εκφοβισμού προμηθευτών που θυμίζουν «μαφιόζικες μεθόδους».

Μέρος αυτών των υποθέσεων έχει ήδη κριθεί σε προκαταρκτικό στάδιο. Ομοσπονδιακό δικαστήριο στην Ουάσινγκτον απέρριψε τον Οκτώβριο 2025 σημαντικό μέρος των ισχυρισμών της Temu σχετικά με παραβιάσεις του δικαίου ανταγωνισμού και εμπορικά μυστικά, κρίνοντας ότι μεγάλο μέρος της επίμαχης συμπεριφοράς φέρεται να έλαβε χώρα στην Κίνα και άρα δεν θεμελιώνεται αμερικανική δικαιοδοσία.

Παρά ταύτα, το ίδιο δικαστήριο επέτρεψε να συνεχιστούν άλλες αξιώσεις που σχετίζονται με καταχρηστική χρήση των μηχανισμών προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων και αθέμιτο ανταγωνισμό. Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον σημείο της μέχρι στιγμής πορείας των υποθέσεων. Τα δικαστήρια απορρίπτουν τα πιο επιθετικά αφηγήματα περί μονοπωλιακής συμπεριφοράς, αλλά την ίδια στιγμή αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα αν τα συστήματα προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων χρησιμοποιούνται πλέον ως «όπλο» στον πόλεμο των ψηφιακών πλατφορμών.

Οι «σταρ» δικηγόροι πίσω από τη μάχη δισεκατομμυρίων

Όσο η σύγκρουση μεταξύ Shein και Temu μετατρέπεται σε έναν από τους πιο ακραίους εταιρικούς πολέμους των τελευταίων ετών, τόσο μεγαλύτερα ονόματα αρχίζουν να εμφανίζονται στα δικαστήρια του Λονδίνου και των ΗΠΑ. Και αυτό λέει πολλά. Γιατί όταν μία υπόθεση συγκεντρώνει τα πιο ακριβά και γνωστά δικηγορικά γραφεία της αγοράς, γίνεται ξεκάθαρο ότι η σύγκρουση πλέον κινείται σε μεγάλο βαθμό και σε επίπεδο εντυπώσεων.

Στη μία πλευρά, εκπροσωπώντας τη Shein, βρίσκεται η A&O Shearman, το δικηγορικό «υπερσχήμα» που δημιουργήθηκε μετά τη γιγαντιαία συγχώνευση της Allen & Overy με τη Shearman & Sterling. Η δημιουργία της είχε παρουσιαστεί ως «γάμος υπερδυνάμεων» της παγκόσμιας δικηγορίας. Πίσω όμως από τις επίσημες δηλώσεις, η αγορά συζητούσε επί μήνες για τις εσωτερικές εντάσεις, τις πολιτικές ισορροπίες, τις αποχωρήσεις συνεργατών και τη δυσκολία να συνυπάρξουν η παραδοσιακή βρετανική κουλτούρα της Allen & Overy με το πολύ πιο επιθετικό αμερικανικό μοντέλο της Shearman.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο διεθνές legal gossip η συγχώνευση αντιμετωπίστηκε σχεδόν σαν corporate θρίλερ με πληροφορίες για partners που αποχωρούσαν επειδή θεωρούσαν ότι οι δύο εταιρικές κουλτούρες δεν έδεναν, αλλά και για εσωτερική δυσαρέσκεια γύρω από το πώς θα μοιραζόταν η εξουσία στο νέο σχήμα. Παράλληλα, το νέο σχήμα βρέθηκε και στο επίκεντρο μιας ευρύτερης κρίσης που ξέσπασε στη μεγάλη αμερικανική δικηγορική αγορά γύρω από τις σχέσεις μεγάλων firms με τον πολιτικό κόσμο του Donald Trump. Η A&O Shearman συγκαταλεγόταν μεταξύ των δικηγορικών εταιρειών που βρέθηκαν στο μικροσκόπιο όταν άρχισαν να κυκλοφορούν πληροφορίες ότι μεγάλα δικηγορικά γραφεία προχωρούσαν σε στρατηγικούς συμβιβασμούς και δεσμεύσεις για εκτεταμένο pro bono έργο, προκειμένου να αποφύγουν συγκρούσεις ή πιέσεις από το πολιτικό περιβάλλον του Trump.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει ο Benet Brandreth, ένας από τους βασικούς δικηγόρους που υπερασπίζεται τη Shein. Ο Brandreth δεν είναι ο κλασικός corporate δικηγόρος, αλλά στο Λονδίνο θεωρείται σχεδόν τηλεοπτική προσωπικότητα του δικαστικού χώρου.

Και όχι τυχαία. Είναι γιος του Gyles Brandreth, μίας από τις πιο γνωστές φιγούρες της βρετανικής τηλεόρασης και πρώην βουλευτή των Συντηρητικών. Μεγάλωσε ουσιαστικά μέσα σε ένα περιβάλλον media, πολιτικής και δημόσιας έκθεσης, κάτι που πολλοί λένε ότι φαίνεται ακόμη και στον τρόπο που αγορεύει στο δικαστήριο. Στους βρετανικούς νομικούς κύκλους έχει τη φήμη εξαιρετικά θεατρικού, αλλά ταυτόχρονα πολύ αποτελεσματικού δικηγόρου, από εκείνους που μπορούν να μετατρέψουν μία τεχνική εμπορική διαφορά σε δικαστικό υπερθέαμα.

Ο Brandreth ανήκει στα περίφημα Blackstone Chambers, ένα από τα πιο ελίτ δικηγορικά σχήματα της Βρετανίας. Στο City του Λονδίνου λέγεται συχνά ότι όταν μία υπόθεση αρχίζει να θυμίζει πόλεμο δισεκατομμυρίων, αργά ή γρήγορα θα εμφανιστεί κάποιος από το Blackstone.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, στο πλευρό της Temu, βρίσκεται η Charlotte May KC, ένα από τα πιο βαριά ονόματα στο βρετανικό δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας. Το «KC» δίπλα στο όνομά της σημαίνει King’s Counsel και αποτελεί ουσιαστικά τίτλο της ελίτ των δικηγόρων που εμφανίζονται στα ανώτερα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου. Πρόκειται για διαλεκτή ομάδα δικηγόρων που αναλαμβάνει τις πιο σύνθετες, ακριβές και υψηλού κινδύνου υποθέσεις της αγοράς, ως μέρους του βασιλικού συμβουλίου.

Η May είναι η ακριβώς αντίθετη φιγούρα από τον Brandreth, πολύ πιο χαμηλών τόνων, ακαδημαϊκή, με φήμη εξαιρετικά επικίνδυνης σε τεχνικές υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας. Συγκρούονται, λοιπόν, δύο κόσμοι όχι μόνο σε επίπεδο κινεζικών συμφερόντων της ταχείας μόδας, αλλά και σε επίπεδο στυλ, επιχειρημάτων και συνολικά στρατηγικής σε έναν νομικό πόλεμο που θα καθορίσει το πώς θα συγκρούονται οι γίγαντες του παγκόσμιου ψηφιακού εμπορίου από εδώ και στο εξής.

Ποιος θα κερδίσει αυτόν τον πόλεμο;

Στους διεθνείς νομικούς κύκλους, η αίσθηση που επικρατεί είναι ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει κερδίσει -και ούτε πιθανώς θα κερδίσει- καθαρά.

Η Shein έχει μέχρι στιγμής το πιο ξεκάθαρο προβάδισμα στο καθαρά επιχειρησιακό κομμάτι της μάχης. Στο Λονδίνο, κατάφερε ήδη από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας να πετύχει προσωρινές αποφάσεις που οδήγησαν σε μαζικές αφαιρέσεις προϊόντων από την πλατφόρμα της Temu, κάτι που είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία από μία απλή προσωρινή νίκη στο δικαστήριο. Για μία πλατφόρμα που βασίζεται στην ακραία ταχύτητα κυκλοφορίας προϊόντων και στη συνεχή ροή listings, η αφαίρεση χιλιάδων καταχωρίσεων μεταφράζεται άμεσα σε απώλεια επισκεψιμότητας, διαφημιστικής προβολής και πωλήσεων. Νομικοί κύκλοι στο Λονδίνο θεωρούν ότι αυτό ήταν το πρώτο πραγματικό μήνυμα πως τα βρετανικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν αρκετά σοβαρά το αφήγημα της Shein περί οργανωμένης παραβίασης πνευματικών δικαιωμάτων.

Παράλληλα, στις ΗΠΑ, η Shein πέτυχε ίσως ακόμη σημαντικότερη νίκη σε στρατηγικό επίπεδο. Το ομοσπονδιακό δικαστήριο στην Ουάσινγκτον απέρριψε μεγάλο μέρος των ισχυρισμών της Temu περί αντιανταγωνιστικών πρακτικών και ουσιαστικά μπλόκαρε, τουλάχιστον προς το παρόν, την προσπάθεια να μετατραπεί η υπόθεση σε μία μεγάλη δίκη αντιμονοπωλιακής συμπεριφοράς. Αυτό είναι κρίσιμο για τη Shein, γιατί μία πλήρης έρευνα για πιθανή στρέβλωση του ανταγωνισμού στις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ βαθύτερο έλεγχο του τρόπου λειτουργίας της, των σχέσεών της με εργοστάσια και προμηθευτές, ακόμη και των εσωτερικών εμπορικών πρακτικών της.

Αν, λοιπόν, τελικά η υπόθεση οδηγηθεί προς τα εκεί, όπως επιδιώκει η Temu, τότε η υπόθεση θα αποκτήσει τεράστια σημασία πολύ πέρα από τη μόδα, ανοίγοντας μια επικίνδυνη συζήτηση περί μονοπωλιακής ισχύος στις ψηφιακές αγορές.

Γι’ αυτό και έμπειροι Βρετανοί και Αμερικανοί δικηγόροι έχουν την αίσθηση ότι η Shein μπορεί να συνεχίσει να κερδίζει βραχυπρόθεσμες δικαστικές μάχες, αλλά η Temu ίσως καταφέρει να κερδίσει κάτι πιο μακροπρόθεσμο. Να αλλάξει το πώς τα δικαστήρια βλέπουν τη σχέση μεταξύ πνευματικής ιδιοκτησίας και ανταγωνισμού στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Διαβάστε επίσης:

Άλκης Δαυίδ: Η «πράσινη» αυτοκρατορία των 400 δισ., οι μηνύσεις και η δικαστική ήττα του εκκεντρικού billionaire