ΥΓΕΙΑ

Μεφλοκίνη: Το «νέο» παλαιό φάρμακο για τον κορονοϊό και την Covid-19


Άλλο ένα παλαιό φάρμακο κατά της ελονοσίας, η μεφλοκίνη  (mefloquine), τίθεται υπό διερεύνηση για τη θεραπεία της λοίμωξης από το νέο κορονοϊό (Covid-19).

Ενώ οι ειδικοί σε όλο τον κόσμο έχουν αποδυθεί σε πυρετώδεις προσπάθειες για την ανάπτυξη εμβολίου και ειδικών θεραπειών κατά του νέου κορονοϊού, γίνονται επίσης προσπάθειες για την εκ νέου χρήση υφιστάμενων φαρμάκων σε ασθενείς με Covid-19 που χρειάζονται επειγόντως θεραπεία.

Στο πεδίο αυτό, κυρίαρχο ρόλο φαίνεται ότι διαδραματίζουν τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την προφύλαξη και τη θεραπεία της ελονοσίας. Μετά τη «χλωροκίνη» και το ανάλογό της «υδροξυχλωροκίνη», που ήδη χορηγούνται σε ασθενείς με Covid-19,  η επιστημονική κοινότητα εξετάζει την αποτελεσματικότητα της «μεφλοκίνης», ενός επίσης παλαιού ανθελονοσιακού  φαρμάκου.

Η μεφλοκίνη ενδείκνυται σήμερα για τη θεραπεία της ελονοσίας από πλασμώδια ανθεκτικά στην χλωροκίνη ή τα άλλα ανθελονοσιακά φάρμακα καθώς και για χημειοπροφύλαξη από τη νόσο.

Σύμφωνα με τις συστάσεις του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ),  η μεφλοκίνη είναι σκόπιμο να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ελονοσίας μόνο σε περιπτώσεις που δεν είναι διαθέσιμα τα άλλα προτεινόμενα σχήματα, λόγω των συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Σημειώνεται ότι οι πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες  του φαρμάκου περιλαμβάνουν πεπτικές, νευρολογικές και ψυχικές διαταραχές, λευκοπενία ή λευκοκυττάρωση, θρομβοπενία κ.ά.

Η χρήση της στην Covid-19

Ρώσοι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιώντας την μεφλοκίνη έχουν καταλήξει σε μία αποτελεσματική θεραπεία  κατά της Covid-19.

Όπως αναφέρει η Ομοσπονδιακή Ιατροβιολογική Υπηρεσία (FMBA) της Ρωσίας, η μεφλοκίνη, η οποία υπάρχει από τη δεκαετία του 1970, εμποδίζει την εκφυλιστική επίδραση της Covid-19 στα κύτταρα και δεν επιτρέπει στον ιό να αναπαραχθεί περαιτέρω, ενώ η ανοσοκατασταλτική δράση της αποτρέπει τη φλεγμονώδη αντίδραση που προκαλείται από την ασθένεια.

Οι Ρώσοι εργάζονται πάνω σε «ένα αποτελεσματικό και ασφαλές πρόγραμμα για την πρόληψη της μόλυνσης από κορονοϊό με βάση τη μεφλοκίνη, η οποία όχι μόνο θα υπερνικήσει την κορύφωση των κρουσμάτων, αλλά θα την ελέγχει αποτελεσματικά και στο μέλλον», ανέφερε η FMBA.

Σχολιάζοντας το θέμα, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας για τον κορονοϊό, καθηγητής Παθολογίας – λοιμωξιολόγος, Σωτήρης Τσιόδρας, σημείωσε:  «Η  μεφλοκίνη είναι ένα φάρμακο που το χρησιμοποιούμε πολλά χρόνια στη χημειοπροφύλαξη για την ελονοσία, αντίστοιχο με τη χλωροκίνη που είχε επίσης την ίδια χρήση. Ένα φάρμακο που και αυτό έχει τις τοξικότητές του και που θα δοκιμαστεί και αυτό, όπως και άλλα φάρμακα, στο πλαίσιο κλινικών μελετών για να δούμε την αποτελεσματικότητά τους για το νέο ιό».

Ο κος Τσιόδρας επεσήμανε το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει πανάκεια, ούτε θαυματουργό φάρμακο, τονίζοντας ότι αναμένονται τα αποτελέσματα των μελετών, οι οποίες διεξάγονται υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση και βάσει των επιστημονικών κανόνων, καθώς τα φάρμακα αυτά μπορεί να έχουν σοβαρές παρενέργειες.

«Θα δούμε αν δουλεύει αυτό το φάρμακο καλύτερα από τη χλωροκίνη. Έχουν περίπου παρόμοιο μηχανισμό. Και θα προχωρήσουμε σε συνεργασία με τους επιστήμονες. Μιλάμε με όλα τα κέντρα του κόσμου και με συναδέλφους στο εξωτερικό για να έχουμε την όσο το δυνατόν καλύτερη προσέγγιση», σημείωσε ο κος Τσιόδρας

Και εμβόλιο από τη Ρωσία

Παράλληλα, στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας ήρθαν επιπλέον καλά νέα από τη Ρωσία, όπου φαίνεται ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στην ανάπτυξη ενός εμβολίου. Η επικεφαλής της FMBA, Veronika Skvortsova, ανακοίνωσε ότι αναμένεται να είναι διαθέσιμο πριν το τέλος του επόμενου χειμώνα.

«Η ανάπτυξη του εμβολίου έχει περάσει την πρώτη φάση και όλα τα στάδια των δοκιμών και της ανάπτυξης θα ολοκληρωθούν τον Ιούνιο, με την προετοιμασία του να ολοκληρώνεται γύρω στα μέσα του φθινοπώρου.

Αυτό είναι ένα ανασυνδυασμένο εμβόλιο, το οποίο προέρχεται όχι από έναν ζωντανό ιό, αλλά από πρωτεΐνες που διαθέτουν τους λεγόμενους «επίτοπους», ή τοποθεσίες δέσμευσης ιών. Ένας επίτοπος είναι το μέρος του μακρο-μορίου του αντιγόνου που αναγνωρίζεται από το ανοσοποιητικό σύστημα», δήλωσε η Skvortsova.

 


ΣΧΟΛΙΑ