Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Με την αναδιάρθρωση της αγοράς, μετά την εξαγορά της Avramar από την καναδική Cooke, να δημιουργεί συνθήκες μεγαλύτερης σταθερότητας και να ενισχύει την επενδυτική εμπιστοσύνη, οι ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες βρίσκονται σε μια νέα φάση, με βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις, ισχυρή εξαγωγική δραστηριότητα και προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης.

Ωστόσο, παρά τη θετική εικόνα που διαμορφώθηκε το 2025, οι επιχειρήσεις του κλάδου βρίσκονται αντιμέτωπες με νέες προκλήσεις, καθώς η αύξηση του κόστους παραγωγής και οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές δημιουργούν αβεβαιότητα για την πορεία των επόμενων ετών.

1

Σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση Υδατοκαλλιέργειας 2026 της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), οι ανατιμήσεις στις ιχθυοτροφές έχουν ήδη αυξήσει το κόστος παραγωγής κατά 10% από τις αρχές του έτους, ενώ πρόσθετες επιβαρύνσεις αναμένονται το 2027. Την ίδια στιγμή, η άνοδος του ενεργειακού κόστους επιβαρύνει το σύνολο της παραγωγικής αλυσίδας, από τη λειτουργία των μονάδων έως τη συσκευασία, τη συντήρηση και τη μεταφορά των ψαριών, περιορίζοντας τα περιθώρια των επιχειρήσεων να απορροφήσουν τις αυξήσεις χωρίς αναπροσαρμογές στις τιμές πώλησης.

Παρά τις νέες πιέσεις, η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια διατηρεί τη θέση της ως δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός τσιπούρας και λαβρακιού παγκοσμίως, μετά την Τουρκία, και πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2025, έπειτα από δύο συνεχόμενες χρονιές υποχώρησης, η παραγωγή ανέκαμψε, με τη συνολική αξία των πωλήσεων να φθάνει τα 865 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά σχεδόν 16%.

Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων των ελληνικών επιχειρήσεων διαδραμάτισε η άνοδος των τιμών πώλησης, η οποία συνδέθηκε αφενός με τη μειωμένη προσφορά από την Τουρκία, τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή τους, και αφετέρου με τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις στις διεθνείς αγορές.

Η μειωμένη παραγωγή της βασικής ανταγωνίστριας χώρας

Η μειωμένη παραγωγή της Τουρκίας, η οποία παραμένει ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής της Ελλάδας στη διεθνή αγορά τσιπούρας και λαβρακιού, λειτούργησε ευνοϊκά για τις ελληνικές επιχειρήσεις το 2025, περιορίζοντας την προσφορά και δημιουργώντας περιθώρια για υψηλότερες τιμές πώλησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία με τα στοιχεία της έκθεσης που επιμελήθηκε ο  κ. Γιάννης Πελεκανάκης, Διευθυντής Ευρωπαϊκών Θεμάτων της ΕΛΟΠΥ, η παγκόσμια παραγωγή των δύο ειδών υποχώρησε κατά 7%, στους 600.485 τόνους, από 646.156 τόνους το 2024, με τη μεγαλύτερη μείωση να καταγράφεται στο λαβράκι. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τις πληθωριστικές πιέσεις, οδήγησε σε αύξηση των μέσων τιμών κατά 10% στην τσιπούρα και 11% στο λαβράκι. Έτσι, οι ελληνικές επιχειρήσεις κατάφεραν να ενισχύσουν σημαντικά την αξία των πωλήσεών τους, χωρίς αντίστοιχη αύξηση των παραγόμενων ποσοτήτων.

Η βελτίωση αποτυπώθηκε κυρίως στις εξαγωγές, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας. Το 2025 εξήχθησαν 97.384 τόνοι τσιπούρας και λαβρακιού, συνολικής αξίας 672 εκατ. ευρώ, με αύξηση 4% σε όγκο και 15% σε αξία. Συνολικά, το 82% της παραγωγής κατευθύνθηκε σε 40 αγορές του εξωτερικού, με την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία να απορροφούν το 71% των εξαγωγών. Παράλληλα, το Ισραήλ έχει αναδειχθεί τα τελευταία δύο χρόνια στην τέταρτη σημαντικότερη αγορά για τα ελληνικά ψάρια, εξέλιξη που συνδέεται με τις γεωπολιτικές συνθήκες και τη γεωγραφική εγγύτητα των δύο χωρών.

Η κυριαρχία της Τουρκίας και οι εισαγωγές μέσω Ελλάδας

Παρά τη συγκυριακή μείωση της προσφοράς, η Τουρκία εξακολουθεί να κυριαρχεί στη διεθνή αγορά τσιπούρας και λαβρακιού, με παραγωγή 268.600 τόνων το 2025, έναντι 119.000 τόνων της Ελλάδας. Οι δύο χώρες συγκεντρώνουν περίπου το 65% της παγκόσμιας παραγωγής, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία του ανταγωνισμού μεταξύ τους για τη διαμόρφωση των τιμών στις ευρωπαϊκές αγορές. Η παρουσία των τουρκικών ψαριών στην ευρωπαϊκή αγορά παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή, καθώς η Τουρκία καλύπτει σχεδόν το 98% των εισαγωγών τσιπούρας και λαβρακιού της ΕΕ από τρίτες χώρες. Μάλιστα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πύλη διακίνησης των τουρκικών προϊόντων προς την υπόλοιπη Ευρώπη. Το 2025 εισήχθησαν μέσω της χώρας μας 18.798 τόνοι τουρκικών ψαριών, μειωμένοι κατά 3,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Από αυτούς, 11.877 τόνοι αφορούσαν τσιπούρα και 6.921 τόνοι λαβράκι, με σχεδόν το σύνολο των ποσοτήτων να επανεξάγεται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές με δηλωμένη τουρκική προέλευση.

Επενδύσεις 131 εκατ. ευρώ και οι εκκρεμότητες στο χωροταξικό

Στο επενδυτικό μέτωπο, η σταθεροποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος συνοδεύεται από νέα σχέδια εκσυγχρονισμού των παραγωγικών μονάδων. Για το 2026 έχουν εγκριθεί 105 επενδυτικά σχέδια, συνολικού προϋπολογισμού 131 εκατ. ευρώ, με τη δημόσια χρηματοδότηση μέσω του προγράμματος «Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια και Θάλασσα» να ανέρχεται σε περίπου 87 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η ανάπτυξη του κλάδου εξακολουθεί να προσκρούει στις καθυστερήσεις του χωροταξικού σχεδιασμού. Από τις 23 αιτήσεις για τη θεσμοθέτηση Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών που είχαν υποβληθεί την περίοδο 2011–2025, μόλις επτά είχαν εγκριθεί, περιορίζοντας τη δυνατότητα επέκτασης των μονάδων και υλοποίησης μακροπρόθεσμων επενδυτικών σχεδίων.

Διαβάστε επίσης

Γιατί ο Θανάσης Παπανικολάου της Vivartia είπε «όχι» στην εξαγορά της Pizza Fan

Pizza Fan: Ο Γεωργάτος και άλλοι δύο επιχειρηματίες στο κάδρο της εξαγοράς – Ποια τα μεγάλα εμπόδια – Αποκάλυψη mononews

Heineken-Βεργίνα: Ο πόλεμος της μπίρας που κρατά 28 χρόνια και η αποζημίωση των 111 εκατ. ευρώ