Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης: Add mononews.gr on Google

Σήμερα το απόγευμα ή τη Δευτέρα το πρωί αναμένεται να ανακοινωθεί η εξαγορά ή μη του υπόλοιπου 80% της ACS από τη γερμανική GLS, με τη πλευρά του ομίλου Quest να τηρεί προς το παρόν σιγήν ιχθύος για την τελική απόφαση των Γερμανών.

Η προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς του εναπομείναντος ποσοστού της εταιρείας ταχυμεταφορών, έναντι τιμήματος 296 εκατ. ευρώ, εκπνέει σήμερα, με την αγορά να περιμένει με ενδιαφέρον την απάντηση της GLS.

1

Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία για τον όμιλο Quest και τον βασικό του μέτοχο και πρόεδρο, Θεόδωρο Φέσσα, καθώς το αποτέλεσμα της συμφωνίας θα καθορίσει εάν θα εισρεύσει στα ταμεία του ομίλου ένα πολύ μεγάλο ποσό ή εάν η ACS θα επιστρέψει εξ ολοκλήρου στον έλεγχο του ομίλου. Αποτέλεσμα που όμως, ανεξαρτήτως έκβασης, και βάσει όσων είναι γνωστά από τη προ διετίας συμφωνία, θα βρει ωφελημένη την Quest και κερδισμένο τον κ. Φέσσα.

Το deal και οι κινήσεις του Φέσσα

Εφόσον η GLS αποφασίσει να προχωρήσει στην εξαγορά του 80% της ACS, η Quest θα έχει εισπράξει συνολικά περίπου 370 εκατ. ευρώ από τη συμφωνία. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα 74 εκατ. ευρώ που κατέβαλαν οι Γερμανοί πριν από δύο χρόνια για την απόκτηση του αρχικού 20% της εταιρείας, καθώς και τα 296 εκατ. ευρώ που προβλέπονται για το υπόλοιπο ποσοστό.

Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελέσει ακόμη μία σημαντική συναλλαγή για τον Θεόδωρο Φέσσα, ο οποίος έχει συνδέσει την επιχειρηματική του πορεία με συμφωνίες που αποφέρουν υψηλές αποτιμήσεις και δημιουργούν νέα περιθώρια κινήσεων για τον όμιλο. Παράλληλα, η ολοκλήρωση του deal θα ενισχύσει σημαντικά τη ρευστότητα της Quest, προσφέροντάς της πρόσθετους πόρους για την αξιοποίηση νέων επενδυτικών ευκαιριών.

Ωστόσο, επίσης σημαντικό για τον κ. Φέσσα και τον όμιλο, είναι το σενάριο κατά το οποίο η GLS δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της για την απόκτηση του υπόλοιπου 80%.

Σε αυτή την περίπτωση, βάσει της αρχικής συμφωνίας, η Quest διατηρεί το δικαίωμα να επανακτήσει το 20% που είχε παραχωρήσει πριν από δύο χρόνια και μάλιστα με διψήφιο discount. Αυτό σημαίνει ότι η Quest θα αποκτήσει ξανά τον πλήρη έλεγχο της ACS, καταβάλλοντας τίμημα σημαντικά χαμηλότερο από τα 74 εκατ. ευρώ που είχε εισπράξει για το ίδιο ποσοστό.

Σε κάθε περίπτωση, ο Φέσσας και ο όμιλος Quest επωφελούνται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.

Η ACS διατηρεί πάνω από το 25% των μεριδίων της αγοράς ταχυμεταφορών. Κατά το α’ εξάμηνο του 2026 τα έσοδα της ACS διαμορφώθηκαν σε €83,1 εκατ., με αύξηση 8,4% σε σχέση με το α’ εξάμηνο 2025, τα κέρδη ΕΒΙΤDA διαμορφώθηκαν σε €15,9 εκατ. ενώ τα κέρδη προ φόρων (EBT) ανήλθαν σε €12,3  εκατ.

Το δίκτυο lockers ξεπέρασε το πρώτο εξάμηνο τα 1.500, ενώ για το σύνολο του 2026 εκτιμάται αύξηση των εσόδων και της κερδοφορίας σε σχέση με το 2025 προερχόμενη κυρίως από τις υπηρεσίες ταχυμεταφορών.

Η ανάπτυξη του δικτύου smart lockers παραμένει βασική προτεραιότητα, με την ACS να σχεδιάζει τη διεύρυνσή του προς τα 3.000 σημεία εξυπηρέτησης.

Τα σενάρια και οι επενδύσεις

Είναι αλήθεια πάντως ότι η Quest περιμένει πολλά από την θετική έκβαση του deal. Καθώς θα βρεθεί με 300 εκατ. ευρώ, τα οποία θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει για να δρομολογήσει τις επόμενες επενδυτικές της κινήσεις.

Μία από αυτές, αφορά το ποσοστό της στη Fourlis. Η Quest έχει ήδη ποσοστό λίγο πάνω από 13%, με τον μέτοχο να εξετάζει την συνέχιση των αγορών, σε περίπτωση φυσικά που υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια.

Ταυτόχρονα, όπως έχει τονίσει παλαιότερα ο Θεόδωρος Φέσσας, η Quest ανοίγει τον ορίζοντά της σε εισηγμένες εταιρείες με ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης. Μετά τη απόφαση για επένδυση στον όμιλο Fourlis, η Quest επαναπροσδιορίζει την επενδυτική της φιλοσοφία, με τη διοίκηση να σηματοδοτεί στροφή από το παραδοσιακό μοντέλο των πλειοψηφικών εξαγορών σε μια πιο ευέλικτη προσέγγιση που περιλαμβάνει και μειοψηφικές συμμετοχές, ακόμη και σε εισηγμένες εταιρείες. Καθώς, όπως έχει σημειώσει ο ίδιος, «στο παρελθόν χάθηκαν σημαντικές ευκαιρίες τοποθετήσεων σε ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις».

Όπως επισημαίνουν πηγές κοντά στον όμιλο, στο περιβάλλον του Χρηματιστηρίου, και η δυνατότητα ευκολότερης εισόδου και εξόδου από επενδύσεις, καθιστούν το συγκεκριμένο μοντέλο ιδιαίτερα ελκυστικό, προσφέροντας αυξημένη ευελιξία στη διαχείριση κεφαλαίων.

Η στροφή αυτή δεν αναιρεί τη μέχρι σήμερα φιλοσοφία ανάπτυξης μέσω εξαγορών και ενεργού management, αλλά την συμπληρώνει, ενσωματώνοντας ένα πιο «επενδυτικό» mindset, που εστιάζει και στην αξιοποίηση ευκαιριών της αγοράς χωρίς απαραίτητα την ανάληψη διοικητικού ελέγχου.

Σε κάθε περίπτωση, μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί απόφαση ούτε για αύξηση της συμμετοχής στη Fourlis ούτε για είσοδο σε άλλη εισηγμένη εταιρεία. Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο όμιλος εξετάζει διάφορες περιπτώσεις, και το επόμενο διάστημα, ανάλογα και με την έκβαση της υπόθεσης ACS, ίσως παρθούν αποφάσεις για νέες κινήσεις.

6 δις. ευρώ έσοδα η GLS

Η GLS (General Logistics Systems) συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους διεθνείς παρόχους υπηρεσιών ταχυμεταφορών και logistics, με ισχυρή παρουσία στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Οι ρίζες της βρίσκονται στη Γερμανία, όπου το 1989 ιδρύθηκε η German Parcel από 25 εταιρείες μεταφορών. Το 1999 εξαγοράστηκε από τη Royal Mail, με την οποία συνδέθηκε η δημιουργία της GLS, ενώ η εταιρεία έχει σήμερα την έδρα της στο Άμστερνταμ και αποτελεί μέρος του ομίλου International Distribution Services (IDS).

Στην οικονομική χρήση 2025/26, που ολοκληρώθηκε στις 29 Μαρτίου 2026, η GLS κατέγραψε έσοδα περίπου 6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 5,2% σε ετήσια βάση. Τα προσαρμοσμένα λειτουργικά κέρδη της διαμορφώθηκαν σε περίπου 275 εκατ. ευρώ, ενώ ο όμιλος διακίνησε 977 εκατομμύρια δέματα στη διάρκεια της χρήσης.

Απασχολεί περίπου 24.000 εργαζομένους και εξυπηρετεί 230.000 πελάτες, με το δίκτυό του να εκτείνεται σε περισσότερες από 50 χώρες, μέσω θυγατρικών και συνεργατών.

Διαβάστε επίσης:

Ebury για παραίτηση Λαγκάρντ: Σε δύσκολη συγκυρία η αλλαγή ηγεσίας στην ΕΚΤ – Τι σημαίνει για ευρώ και επιτόκια

Λαγκάρντ: Με τσιρότα στο πρόσωπο ανακοίνωσε την παραίτησή της από την ΕΚΤ (video)

Στουρνάρας στο mononews για Λαγκάρντ: Πέτυχε κάτι πολύ δύσκολο, να συγκλίνουν οι απόψεις μας στην ΕΚΤ