ΑΓΟΡΕΣ

(Δεν) είναι η Fed, ηλίθιε!

  • Μαριάνα Φραντζή


Μέχρι πρόσφατα ο κόσμος απολάμβανε μια οικονομική επιτάχυνση που απλωνόταν γενναιόδωρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 2017, μεγεθύνθηκαν οι περισσότερες σημαντικές οικονομίες του πλανήτη, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, που έφερε το πολιτικό ρίσκο του Brexit, και ορισμένες αναδυόμενες αγορές. Τα χρηματιστήρια των ΗΠΑ και της Κίνας έχαιραν απόλυτης ανοδικής αρμονίας, με την αμερικανική οικονομία να βρίσκεται στα φόρτε της και τον κινέζικο αποπληθωρισμό να έχει τεθεί υπό έλεγχο. Ουδεμία σχέση, εν ολίγοις, με την εικόνα του 2018, οπότε και ξεκίνησε η απόκλιση των ΗΠΑ από τους υπόλοιπους παίκτες, με τις αφορμές να κινούνται γύρω από τον άξονα του γεωπολιτικού ρίσκου.

Οι εκτεταμένες φοροαπαλλαγές που εφάρμοσε ο Donald Trump προκάλεσαν την εντυπωσιακότατη κερδοφορία των εισηγμένων αμερικανικών εταιριών κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα, η οποία ήταν, φαινομενικά, το απόλυτο ζητούμενο για τους διψασμένους επενδυτές, το «growth». Κάθε φορά που μια εταιρία ανακοίνωνε τα αποτελέσματά της, οι αγορές χειροκροτούσαν σημειώνοντας ακούραστα νέα υψηλά.

Το σκηνικό ξεκίνησε να αλλάζει με τις ανακοινώσεις του τρίτου τριμήνου, οπότε συνέβησαν δύο αξιοσημείωτα γεγονότα: Η ανάπτυξη της κερδοφορίας ξεκίνησε να μειώνεται συγκριτικά με το πρώτο μισό του έτους και οι εταιρίες άρχισαν να εκδηλώνουν αδυναμίες σε σχέση με τις μελλοντικές τους προβλέψεις, σχολιάζοντας δειλά ότι το ισχυρό δολάριο, ο πληθωρισμός των εμπορευμάτων, τα εμπορικά ζητήματα και η διεθνής οικονομική αδυναμία εγείρουν ερωτηματικά για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Συνολικά, τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου παρουσίασαν έναν «πελώριο» ρυθμό ανάπτυξης, της τάξης του 20%, ένα ρυθμό που είχε να σημειωθεί από το 2010. Παρ’ όλα αυτά, το πρότερο χειροκρότημα μετετράπη σε γιουχάρισμα, καθώς κάθε φορά που κάποιο βαρύ «χαρτί» χαμήλωνε τις προβλέψεις του για το τέταρτο τρίμηνο και το 2019, οι δείκτες ροκάνιζαν σιγά-σιγά τα κέρδη τους.

Η αρχή είχε γίνει, καθώς η πληθώρα των καταστροφολόγων που περίμενε με το δάχτυλο στη σκανδάλη για σημάδια αδυναμίας ενίσχυσε την ψυχολογία των πωλητών, με αποτέλεσμα, δέκα χρόνια μετά την έναρξη του μακροβιότερου bull market των ΗΠΑ, να ακούμε λέξεις όπως “διόρθωση” (θεμιτό), “bear market” (όχι ακόμη), ακόμη και “ύφεση” (!) από αναλυτές που ενδεχομένως μπερδεύουν την πορεία των παραφουσκωμένων από valuations χρηματιστηριακών δεικτών, με τα θεμελιώδη οικονομικά στοιχεία.

Τον Οκτώβριο, λοιπόν, ξεκίνησε και η αναζήτηση των αιτιών για τη διόρθωση στο αμερικανικό χρηματιστήριο, καθώς ήταν πραγματικό αίνιγμα, δεδομένων των ισχυρότατων fundamentals.

Η ανεργία σε χαμηλά δεκαετιών, το GDP θετικό και σαφώς ανώτερο της αδερφής Ευρωζώνης και των αναδυόμενων αγορών και ο πληθωρισμός ελαφρώς αυξημένος, αλλά βαδίζοντας αργά στον πολυπόθητο στόχο του 2% που έχει θέσει η FED από το 2012.

Τι έφταιγε άρα; Να ήταν ο Πρόεδρος Trump και οι προστατευτικές του κινήσεις που κατέληξαν να δημιουργούν παγκόσμια οικονομική αστάθεια με την απειλή ενός εμπορικού πολέμου με την Κίνα;

Να ήταν οι προβλέψεις του IMF  για οικονομική επιβράδυνση σε όλες τις άλλες μεγάλες οικονομίες;

Να ήταν οι αναδυόμενες αγορές που έχουν πάρει την κατιούσα από τον Ιανουάριο;

Μήπως ήταν η Fed που προσπαθεί να βάλει φρένο στην ξέφρενη ανάπτυξη της οικονομίας, με 8 αυξήσεις επιτοκίων από τον Δεκέμβριο του 2016;

Η επίρριψη ευθυνών στη Fed είναι από τα πλέον κοντόφθαλμα επιχειρήματα αναλυτών τα τελευταία χρόνια. Ο λόγος είναι ότι η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ οφείλει να αφήσει περιθώρια χαλάρωσης για όταν τελικά έρθει η πολυσυζητημένη ύφεση, η οποία, ως γνωστόν, δεν αποφεύγεται καθότι η οικονομία είναι κυκλική.

Τα τελευταία 50 χρόνια, η Fed έχει μειώσει τα επιτόκια κατά 5% περίπου, κάθε φορά που  η οικονομία παίρνει καθοδική πορεία.

Επί της παρούσης, το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 2,50%, γεγονός που την περιορίζει απόλυτα στην περίπτωση που χρειαστεί να προβεί σε χαλάρωση. Και ορθώς δεν διατίθεται να χρησιμοποιήσει το μεγαλύτερό της όπλο για να “βοηθήσει” το χρηματιστήριο, παρά προτιμά να διατηρήσει τα πυρομαχικά της για όταν υπάρξει πραγματική ανάγκη.

Δεν είναι άλλωστε παράλογο να μειωθούν οι κεφαλαιοποιήσεις των δεικτών, μετά από δέκα συνεχόμενα έτη απρόσκοπτων κερδών, όσο και αν οι “χαϊδεμένοι” επενδυτές είχαν καλομάθει από τα helicopter money που λάμβαναν με ευχαρίστηση τόσο καιρό.

Εν ολίγοις, η Fed δεν έχει άλλη επιλογή, καθώς προέχει να προστατέψει την αμερικανική οικονομία από… υπερθέρμανση.

Και εδώ έρχεται η απόκλιση των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο πλανήτη.

Αν εξετάσουμε το παράδειγμα της ΕΕ, διαπιστώνουμε ότι ο αντίστοιχος φορέας χάραξης νομισματικής πολιτικής δεν έχει πλέον κανένα περιθώριο συνεισφοράς στην περίπτωση επιδείνωσης της οικονομίας στη Ευρωζώνη, γεγονός πολύ πιο πιθανό βάσει IMF (ΔΝΤ) αλλά και απλής λογικής.

Η ΕΚΤ έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει την οικονομία της ενωμένης πλην παραπαίουσας ηπείρου να συνέλθει από το σοκ του 2008. Και ενώ οι ΗΠΑ κατάφεραν να αποτινάξουν όλα τα σημάδια που άφησε η κρίση, η Ευρώπη είναι αντιμέτωπη με απανωτά χτυπήματα λαϊκιστικών κυβερνήσεων των μελών της, με ένα νόμισμα τραυματισμένο από την άνοδο του δολαρίου και με τις τράπεζές της να γλείφουν τις ακόμα αιμορραγούσες πληγές τους.

Σε ένα ενδεχόμενο πισωγύρισμα, η ΕΚΤ θα βρεθεί με υπέρογκο αριθμό δανεισμού στον ισολογισμό της συν τον περιορισμό 33% που αφορά στην αγορά δημόσιου κρατικού χρέους.

Η Κίνα βρίσκεται ακόμη σε χαλάρωση αλλά και σε ξεκάθαρα επεκτατική φάση της οικονομίας της, με τον μόνο κίνδυνο να έγκειται προς το παρόν στις απειλές εμπορικού πολέμου με της ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ, με το βαρύ ρόλο του οδηγού που έχουν αναλάβει, οφείλουν να φροντίσουν ώστε η επόμενη ύφεση να τις βρει έτοιμες να περιορίσουν όσο είναι δυνατόν τη ζημιά.

Η παγκόσμια οικονομία βαραίνει από τις πολιτικές πρακτικές και τις περιορισμένες κεντρικές τράπεζες και όχι από την αύξηση του στόχου στα βασικό επιτόκιο των ΗΠΑ. Η αγορά είναι πιο απρόβλεπτη. Χαρακτηριστικό είναι ότι πρώτα κινείται και μετά προσπαθεί να εξηγηθεί. Σίγουρα, την επηρεάζουν η επικαιρότητα, η κερδοφορία των εισηγμένων της αλλά και κάτι που όλοι παραβλέπουν: οι άγνωστες βουλές των “μεγάλων παικτών” οι οποίες και καθορίζουν τελικά την μακροχρόνια πορεία της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Κάνναβη: Η «αυτοκρατορία των παραισθήσεων» ως χρηματιστηριακή επένδυση – Το «who is who» μιας νέας παγκόσμιας βιομηχανίας