Η μετοχή της Tιτάν άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα σημάδια κόπωσης από τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου, παρά το γεγονός ότι λίγες ημέρες νωρίτερα είχε καταγράψει ιστορικό υψηλό στα 59 ευρώ.

Η μεταστροφή της τάσης δεν ήταν μεμονωμένο φαινόμενο.

1

Την ίδια περίοδο άρχισαν να εμφανίζονται πιέσεις στο σύνολο σχεδόν των blue chips, με τον τραπεζικό κλάδο να δέχεται ιδιαίτερα ισχυρό πλήγμα.

Η αφετηρία των αναταράξεων αποδόθηκε σε δύο εξελίξεις που επηρέασαν άμεσα το επενδυτικό κλίμα. Από τη μία πλευρά, η απόφαση του Άρειου Πάγου σχετικά με τον εκτοκισμό των «κόκκινων» δανείων, επανέφερε ανησυχίες για τον τραπεζικό κλάδο.

Από την άλλη, η δημόσια διάψευση του επικεφαλής της UniCredit, Andrea Orcel, ότι δεν υπάρχει πρόθεση υποβολής δημόσιας πρότασης προς τους μετόχους της Alpha Bank έσβησε τις προσδοκίες για μια σημαντική εταιρική κίνηση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Alpha Bank εξακολουθεί να διαπραγματεύεται κάτω από τα επίπεδα με τα οποία ξεκίνησε το 2026, δηλαδή τα 3,58 ευρώ, ενώ η μετοχή της Titan Cement International έχει διολισθήσει περίπου 22% από τα υψηλά της.

Από την αρχή του έτους οι απώλειες προσεγγίζουν το 12%, με την κεφαλαιοποίηση να έχει περιοριστεί στα περίπου 3,6 δισ. ευρώ.

Ωστόσο, για την πορεία του ομίλου τσιμέντου οι αναλυτές επισημαίνουν και έναν ακόμα παράγοντα, αυτή τη φορά ευρωπαϊκό.

Δηλώσεις του καγκελάριου της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς, περί επανεξέτασης της ευρωπαϊκής πολιτικής για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα προκάλεσαν έντονες αναταράξεις στην αγορά δικαιωμάτων εκπομπών.

Η υποχώρηση των τιμών των δικαιωμάτων διοξειδίου άνθρακα επηρέασε άμεσα τα περιθώρια κέρδους των ευρωπαϊκών τσιμεντοβιομηχανιών, οδηγώντας τον κλάδο σε βραχυπρόθεσμη πίεση.

Στην περίπτωση της Tιτάν, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη.

Ο όμιλος διατηρεί την έδρα του στην Ευρώπη, όμως η παραγωγική του παρουσία εντός της European Union περιορίζεται ουσιαστικά στις μονάδες σε Ελλάδα και Βουλγαρία.

Οι ελληνικές εγκαταστάσεις, μάλιστα, διοχετεύουν διαχρονικά σημαντικό μέρος της παραγωγής τους προς τις United States, γεγονός που λειτουργεί ως αντιστάθμισμα στις πιέσεις που δέχεται η ευρωπαϊκή αγορά.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ισορροπία παίζει η θυγατρική Titan USA, η οποία διαθέτει ισχυρή θέση στην αμερικανική αγορά.

Έτσι, ο όμιλος έχει τη δυνατότητα να απορροφήσει μέρος των πιέσεων που δημιουργούνται στα ευρωπαϊκά περιθώρια κέρδους μέσω των εξαγωγών και της παρουσίας του στις ΗΠΑ.

Αντίθετα, η δραστηριότητα στη Boυλγαρία κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Παρά ταύτα, η συμβολή της συγκεκριμένης δραστηριότητας στην ενοποιημένη κερδοφορία του ομίλου παραμένει περιορισμένη, αντιπροσωπεύοντας περίπου 5% των συνολικών κερδών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και η αμερικανική θυγατρική δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη από τη συγκυρία, καταγράφοντας επίσης απώλειες.

Ωστόσο, η πτώση της τάξης του 16% παραμένει αισθητά μικρότερη σε σχέση με την υποχώρηση που έχει σημειώσει η εισηγμένη μετοχή τόσο στο Χ.Α., όσο και στην αγορά των Βρυξελλών.

Παράλληλα, στην αγορά διατυπώνονται και άλλες ερμηνείες για την πρόσφατη διόρθωση.

Ορισμένοι αναλυτές τη συνδέουν με την άνοδο του ενεργειακού κόστους που ακολούθησε την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, ενώ άλλοι κάνουν λόγο απλώς για κινήσεις κατοχύρωσης κερδών μετά το εντυπωσιακό ράλι που ξεκίνησε περίπου πριν από έναν χρόνο, όταν η μετοχή κινούνταν κοντά στα 34 ευρώ.

Την ίδια ώρα, οι μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις για την πορεία της εταιρείας παραμένουν αισιόδοξες.

Ορισμένοι οίκοι τοποθετούν την τιμή στόχο ακόμη και κοντά στα 70 ευρώ.

Η Citigroup, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι ο όμιλος περνά πλέον σε μια νέα φάση διαρθρωτικής ενίσχυσης της κερδοφορίας και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια κυκλική εταιρεία δομικών υλικών.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, στο θετικό σενάριο η αποτίμηση μπορεί να φτάσει τα 78,2 ευρώ, ενώ στο αρνητικό υποχωρεί στα 46,2 ευρώ.

Οι βασικοί μοχλοί για τη βελτίωση των περιθωρίων κέρδους εντοπίζονται στην ανάπτυξη εναλλακτικών τσιμεντοειδών υλικών και στην επιτάχυνση της ψηφιοποίησης των δραστηριοτήτων, παράγοντες που εκτιμάται ότι μπορούν να καλύψουν πάνω από το μισό του στόχου για αύξηση του λειτουργικού περιθωρίου κατά περίπου 300 μονάδες βάσης έως το 2029.

Διαβάστε επίσης

Το απόλυτο χάος στις αγορές πετρελαίου: Τι συνέβη στην πιο ασταθή ημέρα που έχει καταγραφεί ποτέ – «Έμοιαζε με videogame»

Goldman Sachs για ΟΤΕ: Τι ειπώθηκε στη συνάντηση με τη διοίκηση για ανάπτυξη και κόστος

Goldman Sachs: Τι συζήτησαν οι Έλληνες τραπεζίτες με την αμερικανική τράπεζα