Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Τρίμηνο φωτιά αναμένεται να ακολουθήσει, για την εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των διαχειριστών.

Μία πρώτη γεύση πήραν οι συναλλασσόμενοι χθες σε μία συνεδρίαση που λειτούργησε σα να έγινε ένα ακόμα  rebalancing με τις συναλλαγές να τείνουν να σταθεροποιηθούν πάνω από τα 420 εκατ. ευρώ και ο γενικός δείκτης να πολιορκεί με προϋποθέσεις σταθεροποίησης πάνω από τις 2.700 μονάδες.

1

Στο πλαίσιο αυτό, τρία «καύσιμα» βλέπουν οι Έλληνες διαχειριστές πίσω από το σενάριο των 2.900 μονάδων για το Χρηματιστήριο Αθηνών έως το τέλος Ιανουαρίου.

Και τα τρία έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τις διεθνείς ροές κεφαλαίων, τις αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών και την αντοχή της Wall Street.

Το πρώτο —και ίσως σημαντικότερο— αφορά την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς και, κυρίως, αυτή που ακόμη δεν έχει έρθει.

Το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει περάσει εδώ και μία εβδομάδα στην κατηγορία των αναπτυγμένων αγορών από τρεις μεγάλους παρόχους δεικτών, FTSE Russell, STOXX και S&P Dow Jones Indices.

Παρ’ όλα αυτά, για ένα συντριπτικά μεγάλο κομμάτι της διεθνούς επενδυτικής βιομηχανίας η Αθήνα εξακολουθεί να βρίσκεται στον χάρτη των αναδυόμενων αγορών.

Ο λόγος ακούει στο όνομα MSCI.

Η κρίσιμη αναβάθμιση από τον αμερικανικό οίκο δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί και, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που έχει γνωστοποιήσει από τον περασμένο Μάρτιο, το επόμενο μεγάλο ορόσημο τοποθετείται στον Μάιο του 2027.

Εάν η σύγκριση γίνει με βάση τα κεφάλαια που χρησιμοποιούν τους συγκεκριμένους δείκτες ως benchmark —και όχι με βάση τη χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών που συμμετέχουν σε αυτούς— γίνεται αντιληπτό γιατί οι διαχειριστές αποδίδουν τόσο μεγάλη σημασία στην εκκρεμότητα του MSCI.

Με στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου 2025, περίπου 21 τρισ. δολάρια υπό διαχείριση είναι benchmarked σε δείκτες MSCI.

Από αυτά, περίπου 2,8 τρισ. δολάρια αφορούν equity ETFs συνδεδεμένα με δείκτες του οίκου.

Η FTSE Russell κινείται σε αντίστοιχη τάξη μεγέθους, με περίπου 20 τρισ. δολάρια παγκοσμίως να συνδέονται με τους δείκτες της, ενώ μόνο οι αμερικανικοί δείκτες Russell αντιστοιχούν σε περισσότερα από 12 τρισ. δολάρια.

Στην περίπτωση του STOXX η σύγκριση απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή, καθώς δεν δημοσιεύεται ένα ενιαίο μέγεθος υπό διαχείριση με μεθοδολογία απολύτως συγκρίσιμη με εκείνη των MSCI και FTSE Russell.

Για τον STOXX Europe 600, ωστόσο —τον δείκτη που έχει άμεσο ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά— καταγράφονταν στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 32,5 δισ. ευρώ σε passive ETFs και σχεδόν 17 δισ. ευρώ σε mutual funds που χρησιμοποιούσαν τον δείκτη ως benchmark.

Παράλληλα, η ονομαστική αξία των ανοικτών θέσεων σε futures και options στον STOXX Europe 600 και στα επιμέρους subsets του ανερχόταν στα 57,4 δισ. ευρώ.

Το δεύτερο μεγάλο στοίχημα είναι οι αποτιμήσεις — και πρωτίστως οι τράπεζες.

Παρά το ισχυρό rerating που έχει προηγηθεί, η εικόνα των ελληνικών μετοχών και ειδικά των τραπεζικών τίτλων εξακολουθεί, σύμφωνα με την αγορά, να εμφανίζει ελκυστικά χαρακτηριστικά έναντι των ευρωπαϊκών συγκρίσιμων εταιρειών.

Στην τελευταία ανάλυση της Axia Alpha Finance, η επενδυτική ιστορία των ελληνικών τραπεζών περιγράφεται πλέον ως διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων ετών.

Το βασικό αφήγημα δεν περιορίζεται πια στο valuation gap έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Το βάρος μεταφέρεται στην ίδια την ανάπτυξη των θεμελιωδών μεγεθών.

Με βάση τις εκτιμήσεις για το 2027, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος διαπραγματεύεται περίπου στις 1,50 φορές την ενσώματη λογιστική αξία (P/TBV) και στις 9,5 φορές τα κέρδη (P/E), με αναμενόμενο RoTE άνω του 16% και μέση ετήσια αύξηση των κερδών ανά μετοχή της τάξης του 11% για την περίοδο 2026-2028.

Ο συνδυασμός αυτός αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν μπαίνει δίπλα στις αποτιμήσεις των ανταγωνιστών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ευδιάκριτη από μία δεύτερη σύγκριση: οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες αποτιμώνται κατά μέσο όρο κοντά στις 1,6 φορές την ενσώματη λογιστική αξία, όταν για τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές τράπεζες ο πολλαπλασιαστής κινείται περίπου στις 2,3 φορές.

Αυτή η διαφορά αποτίμησης είναι, κατά τους διαχειριστές, ένας από τους λόγους που εξηγούν και την αντίδραση των τραπεζικών μετοχών στη συνεδρίαση της Πέμπτης, η οποία βρήκε συνέχεια και την Παρασκευή.

Και το τρίτο «κλειδί» βρίσκεται στη Wall Street.

Ο S&P 500, παρά το ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον, δεν έχασε την επαφή του με τα ιστορικά υψηλά των 7.816 μονάδων.

Κινήθηκε στην περιοχή των 7.600-7.700 μονάδων ακόμη και με το πετρέλαιο στα 105 δολάρια το βαρέλι και την απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς στο 5,19%.

Το μήνυμα που διαβάζουν οι αγορές είναι σαφές, μέχρι στιγμής, η Wall Street απορροφά πιέσεις οι οποίες, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη διόρθωση.

Οι εκτιμήσεις που βρίσκονται πλέον στα τραπέζια των διαχειριστών αφήνουν ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο προσέγγισης των 8.200 μονάδων από τον S&P 500.

Το αν αυτός ο στόχος θα επιβεβαιωθεί μένει, φυσικά, να φανεί.

Για την Αθήνα, όμως, η διατήρηση του θετικού διεθνούς κλίματος αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε το ανοδικό σενάριο να παραμείνει ζωντανό.

Διαβάστε επίσης

Sell off σε χρυσό και ασήμι – Ομόλογα, επιτόκια και Ιράν πιέζουν τα πολύτιμα μέταλλα

Metlen: Επαναγορά 35.000 ίδιων μετοχών αξίας πάνω από €1,67 εκατ.

Φυσικό αέριο: Σε επίπεδα 2022 οι τιμές στην Ευρώπη ενόψει του χειμώνα – Έντονος ανταγωνισμός στην αγορά LNG