Είναι περίπου βέβαιο ότι η περίοδος από τα τέλη Αυγούστου μέχρι τις εκλογές θα δοκιμάσει τα νεύρα ολόκληρου του πολιτικού κόσμου — με πιθανή εξαίρεση τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία μοιάζει να έχει μετατρέψει τα «νεύρα» από παροδική κατάσταση σε μόνιμο πολιτικό modus vivendi.
Αν, όμως, περιορίσουμε το βλέμμα στα τρία μεγάλα κόμματα, οι βαθμοί της αγωνίας διαφέρουν θεαματικά. Άλλος παίζει για την υστεροφημία του, άλλος μπορεί να περιμένει σχεδόν ατάραχος και άλλος γνωρίζει ότι η κάλπη ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από εκλογική δοκιμασία: μπορεί να γίνει η στιγμή της προσωπικής του πολιτικής κρίσης.
Για τη Ν.Δ. και τον Κυριάκο Μητσοτάκη η διακύβευση είναι προφανώς μεγάλη. Καμία κυβέρνηση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας δεν έχει καταφέρει να εγκατασταθεί στον προθάλαμο μιας τρίτης τετραετίας. Και πέρα από το αυτονόητο θέλγητρο της εξουσίας —η εξουσία, άλλωστε, είναι από εκείνες τις ουσίες από τις οποίες σπανίως αποτοξινώνεται κανείς οικειοθελώς— ο σημερινός πρωθυπουργός θέλει αναμφίβολα να αφήσει εποχή.
Δεν πρέπει, επίσης, να παραβλέπεται ότι ο Μητσοτάκης πιστεύει σταθερά στη θεωρία πως οι μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο για να ριζώσουν. Δεν αρκεί να ψηφιστούν — πρέπει να προλάβουν να αποκτήσουν βάθος, κοινωνικό έρεισμα και, κυρίως, αντοχή στην επόμενη πολιτική αλλαγή. Θέλει, επομένως, αυτή την πρόσθετη πίστωση χρόνου ώστε να αποφευχθούν πισωγυρίσματα όπως εκείνο του εξαιρετικού νομοσχεδίου για την Παιδεία της Άννας Διαμαντοπούλου, το οποίο, παρά την ποιότητά του και την σχεδόν καθολική αποδοχή του, κατέληξε τελικά στα πολιτικά αζήτητα.
Ο Αλέξης Τσίπρας, αντιθέτως, εικάζω ότι έχει το μικρότερο άγχος από όλους. Βρίσκεται ήδη στη δεύτερη θέση και, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι απειλείται άμεσα. Αλλά ακόμη κι αν βρεθεί τρίτος, τι ακριβώς θα έχει να χάσει; Πολύ λιγότερα από τους άλλους δύο.
Μπορεί, βεβαίως, να εκσφενδόνισε την πομφόλυγα ότι το κόμμα του θα μπορούσε να διεκδικήσει ακόμη και την πρώτη θέση στον δεύτερο γύρο των εκλογών, αλλά πολύ αμφιβάλλω αν το πιστεύει και ο ίδιος. Ο ισχυρισμός ανήκει περισσότερο στην κατηγορία των προεκλογικών χρησμών που εκφωνούνται επειδή πρέπει να εκφωνηθούν. Κάτι σαν τον άλλοτε διακηρυγμένο στόχο της πρωτιάς «έστω και με μία ψήφο» του Θυμωμένου Νίκου. Πού και πού, στην πολιτική λέμε και κανένα ανέκδοτό—όπως ο λαγός με την τίγρη.
Ακόμη και από την τρίτη θέση, άλλωστε, ο Τσίπρας μπορεί να καθίσει αναπαυτικά στην εξέδρα και να περιμένει. Να παρακολουθεί το ΠΑΣΟΚ να φθείρεται σε μια μακρά και ενδεχομένως μάταιη αναμέτρηση με τη Ν.Δ. κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης και, όταν έρθει η ώρα, να επιχειρήσει να μαζέψει τα κομμάτια ενός κατακερματισμένου χώρου. Να εμφανιστεί ξανά στη σκηνή όχι απέναντι σε μια πανίσχυρη αντιπολίτευση, αλλά απέναντι σε μια αντιπολίτευση κουρασμένη από τις δικές της εσωτερικές μάχες.
Η αναμονή είναι κι αυτή πολιτική στρατηγική. Και ο Τσίπρας γνωρίζει καλά ότι, μερικές φορές, η Ιστορία δεν ανταμείβει εκείνον που τρέχει πιο γρήγορα, αλλά εκείνον που κάθεται στην όχθη και περιμένει.
Αντίθετα, δύσκολα θα ζήλευε κανείς σήμερα τη θέση του Νίκου Ανδρουλάκη.
Η ηγεσία του δεν εξαρτάται απλώς από την κατάκτηση της δεύτερης θέσης. Χρειάζεται ταυτόχρονα να αυξήσει σε αξιοπρεπή βαθμό και τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ. Το ένα χωρίς το άλλο δεν αρκεί. Μια δεύτερη θέση με στάσιμα ή απογοητευτικά ποσοστά δύσκολα θα παρουσιαστεί ως θρίαμβος. Και μια εκλογική άνοδος που θα συνοδευτεί από απώλεια της δεύτερης θέσης επίσης δεν θα αρκέσει για να σιγήσουν οι αμφισβητήσεις.
Μόνο η ταυτόχρονη επίτευξη και των δύο στόχων αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη πολιτικής επιβίωσης του.
Και ακόμη κι αυτή, υπό αίρεση.
Διότι τα ρήγματα στο ΠΑΣΟΚ είναι βαθύτερα από ό,τι δείχνει η κομματική επιφάνεια. Η ιδεολογική του βάση παραμένει ασαφής. Η πρότασή του για την εξουσία δεν έχει κατορθώσει ακόμη να περάσει από τα ψιλά γράμματα στον κεντρικό τίτλο. Και η κομματική του οργάνωση —κάποτε αντικείμενο θαυμασμού ακόμη και από τους αντιπάλους του— μοιάζει ανεπαρκής για τις απαιτήσεις μιας εποχής στην οποία η πολιτική κινητοποίηση, η επικοινωνία και η κοινωνική διείσδυση λειτουργούν με εντελώς διαφορετικούς κανόνες.
Υπάρχει, βεβαίως, και το ζήτημα της ίδιας της ηγετικής εικόνας. Ο Ανδρουλάκης δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να μετατρέψει την παρουσία του από κομματική ιδιότητα σε πολιτικό γεγονός. Και στις σύγχρονες προσωποκεντρικές δημοκρατίες αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Μπορεί να είναι η μισή εκλογική μάχη.
Τα νεύρα, λοιπόν, πράγματι θα δοκιμαστούν. Και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό — αν και με πολύ διαφορετική προσωπική ένταση για τον καθένα.
Θα είχε, παρεμπιπτόντως, εξαιρετικό πολιτικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον να μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει, παράλληλα με τις δημοσκοπήσεις, και την καμπύλη της συνταγογράφησης ηρεμιστικών. Ίσως να μας έλεγε περισσότερα για το πραγματικό πολιτικό κλίμα από ορισμένα focus groups.
Ο Μητσοτάκης έχει να χάσει μια ιστορική ευκαιρία. Ο Ανδρουλάκης έχει να αποδείξει ότι υπάρχει πολιτικό αύριο. Ο Τσίπρας έχει κυρίως χρόνο να κερδίσει αλλά και να αποδείξει πως μπορεί να διαχειριστεί την εξουσία. Στο 2030 αυτό θα παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.
Γι’ αυτό και, όταν κλείσουν οι κάλπες, χάπια μπορεί να χρειαστούν όλοι, και όχι μόνο οι αρχηγοί.
Ταξί για να φύγει, όμως, πιθανότατα θα χρειαστεί μόνο ένας.
Κι αυτό για εκείνη την πολύ πιο σκληρή στιγμή της πολιτικής, όταν σβήνουν οι προβολείς, αδειάζουν τα γραφεία και η επόμενη διαδρομή δεν οδηγεί προς την εξουσία αλλά μακριά της.
Πάντα, βεβαίως, μιλώντας για τα τρία μεγάλα κόμματα. Στα υπόλοιπα απλώς θα γίνει χαμός.
Διαβάστε επίσης
Η ανάπτυξη που δεν μένει στην Ελλάδα
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Δύο Mercedes-Maybach, ένας LeBron James και οι συντεταγμένες του Akron
- Xclusiv: Οι Έλληνες εφοπλιστές αγόρασαν 66 φορτηγά πλοία και πούλησαν 100 πλοία
- Ιωάννης Ζαφειράκης: Σιβυλλική προειδοποίηση για τις μετοχές της Genco και για τη διοίκηση της
- Καστέλι: «Φουσκώνει» ο λογαριασμός του νέου αεροδρομίου – Στα 444 εκατ. ευρώ οι αποζημιώσεις