Το πώς αναπτύσσεται μία χώρα και με βάση ποιους παράγοντες είναι ένα ερώτημα που απασχολεί τους οικονομολόγους εδώ και δεκαετίες, με εντυπωσιακές αλλαγές στην κατανόησή μας για τα αίτια και τις διαδικασίες της ανάπτυξης.
Η απόσταση που χωρίζει τις πρώτες προσεγγίσεις, όπου η ανάπτυξη ερμηνευόταν κυρίως μέσα από την παραγωγικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας, από τη σημερινή αναγνώριση της σημασίας της τεχνολογικής προόδου, του ανθρώπινου κεφαλαίου και του ρόλου των θεσμών είναι τεράστια.
Εδώ και περίπου 75 χρόνια οι οικονομολόγοι έχουν αποκτήσει εξαιρετικά μεγάλη επιρροή στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής — σε σημείο όπου δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο κατά πόσον οι πεποιθήσεις και οι προβλέψεις τους καταλήγουν να λειτουργούν αυτοεκπληρούμενα. Κι όταν η πραγματικότητα αποκλίνει από την ιδεολογία, το χάσμα μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις κρίσης — όπως συνέβη το 2008-2010.
Παρά τη βαθύτερη κατανόηση, όμως, της έννοιας και της διαδικασίας της ανάπτυξης, αλλά και παρά την αποδεδειγμένη αδυναμία των οικονομολόγων να κάνουν ακριβείς προβλέψεις, ιδιαίτερα στο μακροοικονομικό επίπεδο, πολλές κυβερνήσεις παραμένουν δέσμιες παρωχημένων αντιλήψεων. Εμμένουν, δηλαδή, σε πολιτικές ακόμη κι όταν αυτές δεν οδηγούν στα αποτελέσματα που οι ίδιες προσδοκούν.
Σ’ ένα παρόμοιο αδιέξοδο φαίνεται να έχει εμπλακεί και η χώρα μας, καθώς σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να σχεδιάζει πολιτικές που μπορεί να είναι τεχνικά ορθές, αλλά όχι κατ’ ανάγκην κοινωνικά αποδοτικές και —το κυριότερο— κοινωνικά αποδεκτές. Η εμμονή, π.χ., στις χορηγίες ως μέσο αύξησης του ονομαστικού εισοδήματος μπορεί να συμβαδίζει με την κρατούσα ευρωπαϊκή σκέψη, πλην όμως, όταν αποκτά μόνιμο χαρακτήρα, θίγει την αξιοπρέπεια και την αυτοεκτίμηση του πολίτη ως ατόμου.
Το εξίσου σοβαρό πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι η χώρα μας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ανάπτυξη ως ένα σχεδόν καθαρά «τεχνικό» θέμα: καθορισμός στόχων, κινήτρων και χρηματοδότησης. Παράλληλα, καθυστερεί στην υλοποίηση σημαντικών θεσμικών μέτρων —όπως, για παράδειγμα, η χωροταξία ανά δραστηριότητα—, αντιμετωπίζει άλλα θέματα αποσπασματικά —όπως η λειτουργία της Διυπουργικής Επιτροπής Στρατηγικών Επενδύσεων (Δ.Ε.Σ.Ε.) χωρίς πραγματική διατομεακή διασύνδεση— και αγνοεί σχεδόν παντελώς τον ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα.
Η αντιμετώπιση της αναπτυξιακής διαδικασίας χωρίς να δίνεται απόλυτη προτεραιότητα στο δίπολο «θεσμοί – παιδεία» είναι σήμερα εκτός πραγματικότητας. Και παιδεία δεν σημαίνει απλώς μόρφωση στο σχολείο. Σημαίνει επίσης —και ίσως κυρίως— απόκτηση δεξιοτήτων, προσαρμοστικότητα και διά βίου μάθηση. Οπότε επιστρέφουμε και πάλι στο θέμα των χορηγήσεων: πότε επιτέλους θα γίνει κατανοητή η εξαιρετικά περιορισμένη αναπτυξιακή αξία των vouchers όταν αυτά δεν εντάσσονται σε μία συνεκτική πολιτική πραγματικής αναβάθμισης δεξιοτήτων;
Ο Keynes είχε γράψει ότι οι οικονομολόγοι θα έπρεπε να είναι «ταπεινοί και ικανοί άνθρωποι, όπως οι οδοντίατροι, διορθώνοντας ό,τι χαλά και προσφέροντας μικρές αλλά ουσιαστικές βελτιώσεις στη ζωή των ανθρώπων.» Αντ’ αυτού, έχει δημιουργηθεί αυτό που η Diane Coyle έχει περιγράψει ως ένα «τέρας»: ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που σε σημαντικό βαθμό μπορεί να λειτουργεί σε βάρος της παραγωγικής ανάπτυξης, ευνοώντας τη δημιουργία χρηματοοικονομικού και συχνά εικονικού πλούτου.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι οι σύγχρονες θεωρίες της ανάπτυξης έχουν πλέον μετακινήσει το κέντρο βάρους πολύ πέρα από τη συσσώρευση κεφαλαίου και τη διανομή επιδοτήσεων. Η μακροχρόνια ευημερία συνδέεται με την ποιότητα των θεσμών, την παραγωγή και διάχυση γνώσης, την καινοτομία, το ανθρώπινο κεφάλαιο, την εμπιστοσύνη και την ικανότητα του κράτους να δημιουργεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο άνθρωποι και επιχειρήσεις μπορούν να επενδύουν, να πειραματίζονται και να παράγουν. Η κυβέρνηση μόλις τώρα μιλά γι αυτά. Η απόσταση από την πράξη και την απόδοση είναι μεγάλη.
Με αυτή την έννοια, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι π.χ. η έλλειψη χρηματοδοτικών εργαλείων. Είναι η αδυναμία να δοθεί στο περιβάλλον παραγωγική ικανότητα. Όσο η ανάπτυξη αντιμετωπίζεται ως άθροισμα επιδοτήσεων, φορολογικών κινήτρων και μεμονωμένων επενδυτικών σχεδίων, αντί ως αποτέλεσμα θεσμών, γνώσης, δεξιοτήτων και κοινωνικής εμπιστοσύνης, τόσο το αδιέξοδο θα αναπαράγεται.
Η σύγχρονη θεωρία της ανάπτυξης, άλλωστε, μας λέει κάτι πολύ απλό: οι οικονομίες δεν αναπτύσσονται επειδή διαθέτουν περισσότερα χρήματα. Αναπτύσσονται όταν αποκτούν μεγαλύτερη ικανότητα να τα μετατρέπουν σε γνώση, παραγωγικότητα και ευκαιρίες. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η πραγματική ελληνική πρόκληση.
Διαβάστε επίσης
Γιατί δεν λειτουργεί το ελληνικό κράτος;
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Στον MSCI Standard Greece εισέρχεται η Motor Oil – Στον Small Cap η Κρι Κρι
- Τράπεζες: 4 δισ ευρώ επενδύσεις σε Τεχνητή Νοημοσύνη
- Panerai Immersion: Μια νέα έκθεση διηγείται το ταξίδι από τη Φλωρεντία και το Πολεμικό Ναυτικό στα βάθη της θάλασσας
- Theon: Νέο ρεκόρ η μετοχή – Αγγίζει τα 3 €δισ. κεφαλαιοποίηση, το στοίχημα Χατζημηνά