Πολλά έχουν γραφτεί τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες για την αμφισημία που χαρακτηρίζει τις θέσεις του νέου κόμματος ΕΛΑΣ.
Όχι λίγοι την αποδίδουν στην προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να ισορροπήσει ανάμεσα στον άκρατο λαϊκισμό της περιόδου 2010–2015, στο πολιτικό «σκωτσέζικο ντους» της διακυβέρνησης 2015–2019 και στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε στην ελληνική κοινωνία από το 2019 έως το 2026, στην οποία το νέο κόμμα όφειλε αναγκαστικά να προσαρμοστεί.
Η ερμηνεία αυτή είναι ορθή, χωρίς όμως να αγγίζει το βαθύτερο και ταυτόχρονα ευρύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει όχι μόνο η ΕΛΑΣ αλλά συνολικά η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Το εντυπωσιακό φαινόμενο της εποχής μας είναι ότι μεγάλες κοινωνικές ομάδες, αναζητώντας προστασία απέναντι στα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που δημιούργησαν η παγκοσμιοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός, στρέφονται στον λαϊκισμό και στα κόμματα που τον εκφράζουν και όχι στα παραδοσιακά κεντροαριστερά κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Πολλοί ακαδημαϊκοί, με αφετηρία τον Thomas Kuhn στο βιβλίο του The Structure of Scientific Revolutions (Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων) και, πιο πρόσφατα, τον ιστορικό Gary Gerstle στο έργο του The Rise and Fall of the Neoliberal Order: America and the World in the Free Market Era (Η Άνοδος και η Πτώση του Νεοφιλελεύθερου Καθεστώτος: Η Αμερική και ο Κόσμος στην Εποχή της Ελεύθερης Αγοράς), έχουν υποστηρίξει ότι ένα «πρότυπο σκέψης» (paradigm) κυριαρχεί πραγματικά όταν υιοθετείται ακόμη και από εκείνους που υποτίθεται ότι το αντιμάχονται. Η πραγματική νίκη μιας ιδεολογίας δεν συντελείται όταν επιβάλλεται στους οπαδούς της, αλλά όταν γίνεται κοινή γλώσσα και των αντιπάλων της.
Υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να ερμηνευθεί και η παρακμή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Πολιτικοί «αριστερής κοπής», όπως οι Tony Blair, Bill Clinton (στο πολιτικό πλαίσιο των ΗΠΑ) Gerhard Schröder και Lionel Jospin, υπερασπίστηκαν την παγκοσμιοποίηση, θεωρώντας –εσφαλμένα όπως αποδείχθηκε– ότι επρόκειτο για μια αναπόφευκτη, σχεδόν φυσική δύναμη που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της.
Ο Joseph Stiglitz μπορεί να προειδοποίησε ήδη με το βιβλίο του Globalization and Its Discontents (Η Παγκοσμιοποίηση και οι Δυσαρεστημένοι της) για τις στρεβλώσεις και τις κοινωνικές ανισότητες που αυτή θα προκαλούσε. Όμως ο Stiglitz είναι ακαδημαϊκός. Στην πολιτική, πολύ μεγαλύτερη επιρροή ασκούν οι ηγέτες που κυβερνούν παρά οι οικονομολόγοι που προειδοποιούν. Για τη γενιά των σοσιαλδημοκρατών ηγετών που προαναφέραμε, η παγκοσμιοποίηση είχε αποκτήσει σχεδόν τον χαρακτήρα ιστορικής νομοτέλειας. Και αποδεχόμενοι την αναπόφευκτη και αναπόδραστη (όπως νόμιζαν) φύση της, αποδέχθηκαν ταυτόχρονα και τους κανόνες, τις πρακτικές και, τελικά, τη λογική του νεοφιλελευθερισμού.
Η ιδεολογική διάβρωση της σοσιαλδημοκρατίας ξεκίνησε, επομένως, εκ των έσω και οδήγησε σταδιακά στην πολιτική της υποχώρηση. Κατά μία έννοια, η εξέλιξη αυτή θυμίζει το ιστορικό προηγούμενο κατά το οποίο ο Benjamin Disraeli κυριάρχησε πολιτικά υιοθετώντας μεγάλο μέρος της ατζέντας των Φιλελευθέρων του William Gladstone, μολονότι είχε προηγηθεί μια δεκαετία σκληρής ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Ή ακόμη την περίφημη φράση του Milton Friedman, «we are all Keynesians now», λίγο πριν το κεϋνσιανό παράδειγμα αρχίσει να υποχωρεί. Όπως θα έλεγε ο Kuhn, όταν ακόμη και οι αντίπαλοι μιλούν με το ίδιο λεξιλόγιο, το κυρίαρχο παράδειγμα έχει ήδη επικρατήσει.
Από εκεί και πέρα, οι σοσιαλδημοκράτες που αποδέχθηκαν την παγκοσμιοποίηση επιχείρησαν να συμβιβάσουν την πολιτική τους συνείδηση με τις κοινωνικές της συνέπειες. Αφού πείστηκαν ότι η δυναμική της δεν μπορούσε να ανακοπεί, επιδίωξαν απλώς να απαλύνουν τις αρνητικές επιπτώσεις της μέσω επιδομάτων, φορολογικών ελαφρύνσεων και περιορισμένων πολιτικών αναδιανομής. Παραδείγματα αποτελούν ο μάλλον αποτυχημένος παγκόσμιος εταιρικός φόρος, το Earned Income Tax Credit στις Ηνωμένες Πολιτείες ή η πάγια πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ των επιδομάτων.
Όλες αυτές οι πολιτικές έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: λειτουργούν εκ των υστέρων. Δεν μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο παράγεται και κατανέμεται εξαρχής το εισόδημα, αλλά προσπαθούν να διορθώσουν αργότερα τις ανισότητες που δημιουργεί η ίδια η αγορά. Όπως επισημαίνει ο Dani Rodrik, πρόκειται για «αδύναμες» πολιτικές αναδιανομής, οι οποίες θεραπεύουν τα συμπτώματα χωρίς να αγγίζουν τα αίτια. Υπό αυτή την έννοια, περισσότερο αποκαλύπτουν τα όρια του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος παρά την πρόθεση υπέρβασής του. Αποκαλύπτουν επίσης την ρηχότητα της αριστερής πολιτικής τάξης ως προς την παγκοσμιοποίηση.
Η ερμηνεία των εξελίξεων, όμως, μπορεί να προχωρήσει ακόμη βαθύτερα, εστιάζοντας πλέον όχι μόνο στις ιδέες αλλά και στην κοινωνική βάση της σοσιαλδημοκρατίας. Όπως έδειξαν οι A. Gethin, Clara Martinez-Toledano και Thomas Piketty στο άρθρο τους Brahmin Left versus Merchant Right: Changing Political Cleavages in 21 Western Democracies, 1948–2020 (Η Αριστερά των Βραχμάνων έναντι της Δεξιάς των Εμπόρων: Οι Μεταβαλλόμενες Πολιτικές Διαιρέσεις σε 21 Δυτικές Δημοκρατίες, 1948–2020), η παραδοσιακή κοινωνική βάση της σοσιαλδημοκρατίας έχει μετασχηματιστεί. Τη θέση της εργατικής τάξης, των συνδικάτων και των κοινωνικών στρωμάτων που συγκροτούσαν τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο μορφωμένα μεσαία και ανώτερα στρώματα, τα οποία, όπως παρατηρεί ο Dani Rodrik, τείνουν να είναι περισσότερο φιλικά προς την αγορά και περισσότερο επιφυλακτικά απέναντι στην κρατική παρέμβαση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος του Αλέξη Τσίπρα. Η αμφισημία των θέσεων της ΕΛΑΣ δεν αποτελεί απλώς προϊόν πολιτικού τακτικισμού ούτε μια απλή προσπάθεια εξισορρόπησης αντιφατικών πολιτικών διαδρομών. Αντανακλά μια βαθύτερη ιστορική αντίφαση: την αδυναμία της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας να εκφράσει ταυτόχρονα τη νέα μορφωμένη κοινωνική της βάση και τα κοινωνικά στρώματα που υπήρξαν οι ιστορικοί φορείς της.
Αυτός είναι και ο επώδυνος ρεαλισμός της αμφισημίας. Δεν πρόκειται για μια προσωπική αδυναμία του Αλέξη Τσίπρα, αλλά για την πολιτική έκφραση μιας εποχής που δεν έχει ακόμη αποκτήσει το δικό της σταθερό παράδειγμα. Το παλαιό έχει χάσει την ηγεμονία του, χωρίς όμως το νέο να έχει ακόμη γεννηθεί. Και, όπως θα υπενθύμιζε ο Antonio Gramsci, σ’ αυτές ακριβώς τις μεταβατικές περιόδους «το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί ακόμη να γεννηθεί». Η πολιτική τότε γίνεται αναγκαστικά πεδίο αμφισημιών, αντιφάσεων και εκκρεμοτήτων. Ίσως, τελικά, η αμφισημία να μην είναι το πρόβλημα του Τσίπρα, αλλά το σύμπτωμα μιας ιστορικής εποχής που αναζητεί ακόμη το επόμενο ιδεολογικό της παράδειγμα. Και, όπως συμβαίνει πάντοτε στις μεγάλες μεταβάσεις της ιστορίας, οι απαντήσεις δεν γεννιούνται από τη βεβαιότητα αλλά από τη σύγκρουση ανάμεσα σε κόσμους που δύουν και σε κόσμους που μόλις αρχίζουν να ανατέλλουν.
Διαβάστε επίσης
Ο πραγματικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη
Αλέξης Τσίπρας για φωτιές: Μία τραγωδία ανθρώπινη, περιβαλλοντική, εθνική είναι σε εξέλιξη
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Η απαγόρευση έφερε… συμφωνία-ρεκόρ με 23,4 εκατ. ευρώ στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ
- Deal 50 εκατομμυρίων στα ακίνητα για Eurobank – Prodea
- Coca-Cola HBC: Πού στηρίζεται η αύξηση του guidance και το επιθετικό επενδυτικό πρόγραμμα
- Καστέλι: Πέφτουν οι υπογραφές για τα «αυτιά» και τα «μάτια» του νέου αεροδρομίου