Στον 21ο αιώνα η αβεβαιότητα αποτελεί την κανονικότητα. Οι εξελίξεις με τρία επίκεντρα —την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική κρίση και τη μεταμόρφωση του σύγχρονου καπιταλισμού— είναι τόσο ραγδαίες και τόσο εκτεταμένες, ώστε κάθε απόπειρα εκτίμησης των κοινωνικών και πολιτικών συνεπειών τους καλύπτει ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων: από την καθησυχαστική εθελοτυφλία έως τις πιο σκοτεινές εσχατολογικές προβλέψεις.
Η πίστη στην κανονικότητα έχει κλονιστεί. Η προσδοκία γραμμικών εξελίξεων έχει αποθεμελιωθεί. Κανένα έθνος, κανένα κράτος, καμία οικονομική ή πολιτική ελίτ δεν εξαιρείται από αυτή τη νέα πραγματικότητα– ούτε, φυσικά, η Ελλάδα.
Τρανό παράδειγμα αποτελούν οι πρόσφατες πυρκαγιές. Ποτέ άλλοτε η χώρα δεν υπήρξε τόσο καλά εξοπλισμένη, τόσο οργανωμένη και τόσο προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει μία τέτοια καταστροφή. Εις μάτην. Το δίδαγμα είναι αμείλικτο: το άριστο δεν εξαλείφει τη ζημία, απλώς περιορίζει το μέγεθός της. Στην αυγή της τρίτης δεκαετίας ενός αιώνα που χαρακτηρίζεται από ακραία αβεβαιότητα, η επιβίωση κρατών, οικονομιών και κοινωνιών θα κρίνεται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητά τους να διαχειρίζονται αλλεπάλληλες κρίσεις και όχι από την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να τις αποτρέψουν.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κέρδισε τη δεύτερη τετραετία της ακριβώς επειδή απέδειξε ότι διαθέτει αυτή την ικανότητα. Στην 2η τετραετία, όμως, εξάντλησε σημαντικό μέρος του πολιτικού της κεφαλαίου εξαιτίας μιας λανθασμένης ιεράρχησης προτεραιοτήτων. Επικεντρώθηκε κυρίως στη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, της οικονομικής προβλεψημότητας και της σχετικής αποτελεσματικότητας του κοινωνικού κράτους. Επρόκειτο για αναγκαίους όχι όμως για επαρκείς στόχους.
Αυτό που υποτιμήθηκε ήταν οι πολιτικές που η σύγχρονη κινεζική οικονομική σκέψη αποκαλεί cross–cyclical. Δηλαδή πολιτικές που δεν περιορίζονται στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της παρούσας συγκυρίας, αλλά σχεδιάζονται με ορίζοντα τις επερχόμενες ανισορροπίες. Πολιτικές που προετοιμάζουν την κοινωνία και την οικονομία για τους κύκλους που ήδη διαμορφώνονται στον ορίζοντα.
Στο πρόσφατο βιβλίο του Shared Prosperity in a Fractured World: A New Economics for the Middle Class, the Global Poor and Our Climate («Κοινή ευημερία σ’ έναν κατακερματισμένο κόσμο: Μια νέα οικονομική προσέγγιση για τη μεσαία τάξη, τους φτωχούς του πλανήτη και το κλίμα μας»), ο Dani Rodrik επισημαίνει ότι οι πραγματικές επενδύσεις του μέλλοντος είναι οι επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία, στην παιδεία, στην υγεία, στην κλιματική κρίση και, κυρίως, στη διατήρηση μιας ισχυρής και αισιόδοξης μεσαίας τάξης.
Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η σημερινή κυβέρνηση πέτυχε τις καλύτερες επιδόσεις της σ’ αυτούς τους τομείς. Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον εκείνο που κυριάρχησε στις δύο πρώτες κυβερνητικές θητείες. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα διαχειριστούμε ταυτόχρονα πολλαπλούς και αλληλοεπικαλυπτόμενους κύκλους —τον οικονομικό, τον χρηματοπιστωτικό, τον τεχνολογικό, τον δημογραφικό, τον γεωπολιτικό και τον κλιματικό— εντάσσοντάς τους σε ένα ενιαίο και συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο χωρίς να χάνεται η δημοκρατική νομιμοποίηση του καθεστώτος.
Αυτή η κρίσιμη διαφοροποίηση μας οδηγεί αναπόφευκτα στην επόμενη ημέρα των εκλογών.
Θα διακινδυνεύσω μία πρόβλεψη. Ακόμη και αν απαιτηθούν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, όπως το 1989-1990, θεωρώ πιθανότερο η Νέα Δημοκρατία, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να βρεθεί και πάλι στην κυβέρνηση. Όχι επειδή θα έχει πείσει την κοινωνία ότι αποτελεί την ιδανική επιλογή, αλλά επειδή το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν προσφέρει αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουμε first–best solution, τη βέλτιστη δυνατή λύση. Υποχρεώνει, αντίθετα, τους πολίτες να επιλέξουν την second–best solution, τη λιγότερο προβληματική από τις διαθέσιμες εναλλακτικές.
Εφόσον αυτή η εκτίμηση αποδειχθεί σωστή, το πραγματικό ερώτημα μετατοπίζεται. Δεν είναι πλέον ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά τι θα κάνει με τη νίκη του.
Η κυβέρνηση θα κληθεί να αποδείξει ότι έχει διδαχθεί από τις αδυναμίες της δεύτερης τετραετίας της. Ότι δεν θα επαναλάβει την εθελοτυφλία απέναντι σε υπαρκτές παθογένειες, τις αστοχίες στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και τις ανακολουθίες μεταξύ εξαγγελιών και πράξεων που τραυμάτισαν την εικόνα της. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η χαμένη ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης αποτελούν δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα όσων οφείλει να αποφύγει.
Το πολιτικό σκηνικό, άλλωστε, δείχνει ήδη σημάδια βαθιάς αναδιάταξης. Η παραδοσιακή αλλά και η άκρα Αριστερά φαίνεται να εξαντλούν τα ιστορικά τους αποθέματα. Τα προσωποπαγή ή συγκυριακά πολιτικά σχήματα (Καρυστιανού, Λατινοπούλου) ραγδαία χάνουν την εναπομείνασα αίγλη τους· όπως οι διάττοντες αστέρες, εντυπωσιάζουν για μια στιγμή, αλλά σύντομα χάνονται μέσα στο σκοτάδι. Τα κόμματα της διαμαρτυρίας (Βελόπουλος, Κωνσταντοπούλου) θα εξακολουθήσουν να παράγουν πολιτικό θόρυβο, χωρίς όμως να συγκροτούν πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ του Θυμωμένου Νίκου Ανδρουλάκη εξακολουθεί να αναζητά την ταυτότητά του, ενώ το ΚΚΕ παραμένει …αυτό που είναι.
Όλες αυτές οι εκτιμήσεις, βεβαίως, τελούν υπό τη μεγάλη επιφύλαξη του μόνιμου συνοδοιπόρου της πολιτικής και της οικονομίας—της αβεβαιότητας.
Από αυτή την ανάλυση, ωστόσο, δεν προκύπτει το εύκολο συμπέρασμα ότι προεξοφλείται η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα. Το μέλλον της ελληνικής πολιτικής δεν θα καθοριστεί από την ανασύνθεση της αντιπολίτευσης αλλά από την ποιότητα της επόμενης διακυβέρνησης.
Η επιστροφή στην πρώτη τετραετία του 2019-2023 δεν είναι πλέον εφικτή. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά. Η επανάληψη, όμως, της δεύτερης τετραετίας θα αποδειχθεί επικίνδυνη. Θα μεγαλώσει την απόσταση ανάμεσα σε μία οικονομική και κοινωνική ελίτ, ολοένα και περισσότερο αποκομμένη από την υπόλοιπη κοινωνία, και σε μία διευρυνόμενη μάζα πολιτών που θα αγωνίζεται καθημερινά για να διατηρήσει το βιοτικό της επίπεδο, την αξιοπρέπειά της και, τελικά, την ίδια της την αυτοεκτίμηση.
Μία κοινωνία που χάνει σταδιακά τη συνοχή της δεν παράγει μόνο οικονομικές ανισότητες. Παράγει διαλυμένες οικογένειες, εγκληματικότητα, εξαρτήσεις, μοναξιά, ψυχική εξουθένωση και, στις ακραίες περιπτώσεις, ακόμη και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Τα πρώτα σημάδια αυτής της εξέλιξης είναι ήδη ορατά. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν. Είναι αν έχουμε την βούληση να τα ανακόψουμε.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Τσίπρας» είναι, στην πραγματικότητα, παραπλανητικό. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία —και ακόμη περισσότερο το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα— δεν έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής μία συνεκτική, εφαρμόσιμη και πραγματικά καινοτόμο πρόταση απέναντι στα προβλήματα που δημιούργησαν ο νεοφιλελευθερισμός, η υπερπαγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική ανατροπή, η κλιματική κρίση.
Η πραγματική αναμέτρηση της τρίτης τετραετίας δεν θα είναι, έτσι, ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και την αντιπολίτευση. Θα είναι ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και την ίδια την ελληνική κοινωνία.
Η αντιπολίτευση μπορεί να δυσκολέψει την κυβέρνηση. Δύσκολα, όμως, μπορεί να της επιβάλει μια διαφορετική στρατηγική για τη χώρα. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η αναγνώριση της πραγματικότητας: η δημογραφική κατάρρευση, η τεχνητή νοημοσύνη, η παραγωγική υστέρηση, η κλιματική κρίση, η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και η σταδιακή αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης.
Ο κύκλος μιας ολόκληρης πολιτικής δεκαετίας κλείνει τόσο για τη Νέα Δημοκρατία όσο και για τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Στον τερματισμό αυτής της διαδρομής δεν θα κριθεί από το αν θα έχει νικήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Είναι πολύ πιθανό να τους έχει ήδη νικήσει. Θα κριθεί από κάτι πολύ δυσκολότερο: από το αν θα έχει το πολιτικό θάρρος να υπερβεί τις βεβαιότητες που τον οδήγησαν έως εδώ, να εγκαταλείψει τη λογική της διαχείρισης και να περάσει στη λογική του στρατηγικού μετασχηματισμού.
Αν το πετύχει, θα αφήσει πίσω του μια βαθιά μεταρρυθμισμένη κοινωνία, ένα σύγχρονο κυβερνών κόμμα και μια πολιτική παρακαταθήκη με ιστορικό αποτύπωμα. Αν όχι, ίσως κερδίσει ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση, αλλά θα έχει χάσει τη σημαντικότερη μάχη: τη μάχη απέναντι στην ίδια την εποχή του.
Διαβάστε επίσης
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Τράπεζα Κύπρου: «Χρυσή» επιστροφή στους μετόχους – Μέρισμα έως 90% των κερδών και στόχος το 100%
- A AND O Architects: Μάθημα αρχιτεκτονικής εγκράτειας
- ΔΕΘ: Η μεγάλη ανάπλαση και η διαδρομή προς τον διαγωνισμό των 205 εκατ. ευρώ
- Bancassurance: Η μεγάλη μάχη για τα τραπεζικά δίκτυα – Οι συμμαχίες και οι ασφαλιστικές που μένουν εκτός