array(0) {
}
        
    
Menu
0.08%
Τζίρος: 253.35 εκατ.

Πώς θα ρυθμίζονται τα παλιά χρέη σε 72 δόσεις – Τα κέρδη για 1,5 εκατ. φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις

Comments

Παραδοσιακά, η χρηματιστηριακή αγορά ήταν μηχανισμός προσδοκιών. Δεν αποτιμούσε μόνο τα σημερινά κέρδη των επιχειρήσεων, αλλά κυρίως το τι εκτιμούσε πως θα συνέβαινε αύριο: στα επιτόκια, στους φόρους, στη ζήτηση, στο εμπόριο, στις γεωπολιτικές ισορροπίες. Για μία μεγάλη περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό το περιβάλλον χαρακτηριζόταν από σχετική σταθερότητα. Οι προβλέψεις μπορούσαν να είναι ρεαλιστικές, οι επιχειρηματικές αποφάσεις είχαν ορίζοντα ετών και οι επενδύσεις μπορούσαν να σχεδιάζονται με βάση μια σχετικά προβλέψιμη οικονομική τάξη. Το γεγονός ότι οι εταιρείες δημοσίευαν ετήσια αποτελέσματα συνεισέφερε σ’ αυτήν τη σταθερότητα: ο χρόνος της αγοράς παρέμενε κοντά στον χρόνο της πραγματικής οικονομίας.

Η εικόνα άρχισε να αλλάζει σταδιακά. Από τον ετήσιο απολογισμό περάσαμε στον εξαμηνιαίο έλεγχο, και από εκεί, ιδίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και με μεγαλύτερη ένταση στον 21ο αιώνα, στην κυριαρχία των τριμηνιαίων οικονομικών καταστάσεων. Ο χρόνος της αγοράς συμπιέστηκε. Η επιχείρηση δεν κρινόταν πλέον κυρίως από την πορεία της μέσα σ’ έναν παραγωγικό κύκλο, αλλά από την ικανότητά της να ικανοποιεί τις προσδοκίες αναλυτών και επενδυτών κάθε τρεις μήνες. Το τρίμηνο έγινε η μονάδα μέτρησης της επιτυχίας.

1

Αυτή η μετάβαση δεν ήταν αθώα. Όταν οι αμοιβές των διοικήσεων συνδέθηκαν άμεσα με τη βραχυχρόνια απόδοση της μετοχής και την επίτευξη τριμηνιαίων στόχων, το κίνητρο μετατοπίστηκε. Η διοίκηση δεν ανταμειβόταν για τον μακροχρόνιο σχεδιασμό αλλά για την άμεση ικανοποίηση της αγοράς. Η επένδυση, η έρευνα, η καινοτομία και η ανθεκτικότητα έγιναν συχνά δευτερεύουσες μπροστά στην ανάγκη να «βγει το τρίμηνο». Έτσι, ο «βραχυπροθεσμισμός» (Short Termism) δεν ήταν απλώς συμπεριφορά των αγορών. Ενσωματώθηκε στη λειτουργία της ίδιας της επιχείρησης.

Σήμερα, όμως, έχει γίνει ένα ακόμη βήμα — και είναι ποιοτικά επικίνδυνο. Περάσαμε από τον τριμηνιαίο χρόνο στον χρόνο της στιγμής. Με τις ανακοινώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για δασμούς, εμπόριο και νομισματική πολιτική, η λειτουργία των αγορών έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο απότομο: οι αγορές δεν περιμένουν πια ούτε καν τα quarterly results. Αντιδρούν σε πραγματικό χρόνο σε κάθε πολιτική δήλωση, κάθε ανάρτηση, κάθε απειλή δασμών, κάθε διαπραγματευτική υπαναχώρηση που μπορεί να αλλάξει το πιθανό σενάριο της επόμενης ημέρας.

Έτσι, η χρηματιστηριακή αγορά δεν κινείται πλέον μόνο από την αξιολόγηση αποτελεσμάτων, αλλά από την αξιολόγηση ενδεχομένων. Δεν μετακινείται επειδή άλλαξε η πραγματικότητα, αλλά επειδή άλλαξε η πιθανότητα μιας μελλοντικής πραγματικότητας. Από τα ετήσια αποτελέσματα περάσαμε στα εξαμηνιαία, από τα εξαμηνιαία στα τριμηνιαία, και από τα τριμηνιαία στην αγορά της επόμενης δήλωσης. Αυτή είναι η νέα και πιο ανησυχητική συμπίεση του οικονομικού χρόνου.

Οι αγορές δεν προεξοφλούν πλέον απλώς το μέλλον, αλλά αντιδρούν σε πραγματικό χρόνο σε κάθε πολιτική δήλωση που μπορεί να μεταβάλει το πιθανό σενάριο της επόμενης ημέρας.

 Όταν ένας πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοινώνει δασμούς σε Κίνα, Καναδά, Μεξικό ή Ευρώπη, η αγορά δεν βλέπει μόνο μια πολιτική τοποθέτηση. Βλέπει υψηλότερο κόστος εισαγωγών, πιθανή αύξηση πληθωρισμού, πίεση στα περιθώρια κέρδους, αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και κίνδυνο αντιποίνων. Όταν, στη συνέχεια, η ίδια πολιτική αναστέλλεται, αναθεωρείται ή μετατίθεται, οι αγορές αντιδρούν πάλι, συχνά με την ίδια ένταση αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πρόκειται για μία πολλαπλή τραμπάλα, χωρίς ορατό τέλος πλέον.

Τα χρηματιστήρια δεν έχουν απλά γίνει ολοένα περισσότερο εξαρτημένα από τις βραχυπρόθεσμες προσδοκίες. Βιώνουμε, σήμερα, κάτι βαθύτερο από τον γνωστό βραχυπρόθεσμο ορίζοντα των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων. Ακόμα κι αυτά τα quarterly results τουλάχιστον βασίζονταν σε λογιστικά στοιχεία, πωλήσεις, κέρδη και ταμειακές ροές, έστω κι αν συχνά υπάκουαν σε λογιστικές και όχι σε πραγματικές οικονομικές επιταγές.  Αντίθετα, οι σημερινές κινήσεις, με εξαίρεση ίσως τον ευρύτερο τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε μια δήλωση, σε μια ανάρτηση, σε μια απειλή δασμών ή σε μια διαπραγματευτική υπαναχώρηση. Η αγορά μετακινείται όχι μόνο επειδή άλλαξε η πραγματικότητα, αλλά επειδή άλλαξε η πιθανότητα μιας μελλοντικής πραγματικότητας.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ότι οι αγορές έγιναν βραχυπρόθεσμες. Είναι ότι η ίδια η μονάδα χρόνου της οικονομικής αξιολόγησης εξαϋλώθηκε: από το έτος στο εξάμηνο, από το εξάμηνο στο τρίμηνο, από το τρίμηνο στην ημέρα, και από την ημέρα στην ανακοίνωση.

Οι συνέπειες για την οικονομική πολιτική είναι σοβαρές. Στις ΗΠΑ, η δασμολογική πολιτική επηρεάζει άμεσα τις προσδοκίες για πληθωρισμό και επιτόκια. Η Federal Reserve δεν μπορεί να αγνοήσει μια πολιτική που μπορεί να αυξήσει τις τιμές και ταυτόχρονα να περιορίσει την ανάπτυξη. Στην Ευρώπη, οι ανακοινώσεις δασμών οδηγούν την Ε.Ε. σε αντιμέτρα, διαπραγματεύσεις, προσωρινές αναστολές και προσπάθεια διατήρησης της ενότητας μεταξύ κρατών-μελών με διαφορετικά συμφέροντα. Έτσι, η πολιτική επικοινωνία γίνεται ουσιαστικά εργαλείο οικονομικής πολιτικής.

Για τις επιχειρήσεις, το κόστος είναι ακόμη πιο πρακτικό. Μια εταιρεία που σχεδιάζει επένδυση πέντε ή δέκα ετών δεν μπορεί εύκολα να αποφασίσει όταν οι κανόνες του διεθνούς εμπορίου αλλάζουν με ορίζοντα ημερών. Να επενδύσει σε νέο εργοστάσιο; Να αλλάξει προμηθευτές; Να απορροφήσει δασμούς ή να αυξήσει τιμές; Να μεταφέρει παραγωγή; Όσο μεγαλύτερη η αβεβαιότητα, τόσο μεγαλύτερη η αναβολή αποφάσεων. Και η αναβολή επενδύσεων σημαίνει χαμηλότερη κεφαλαιακή συσσώρευση, ασθενέστερη παραγωγικότητα και τελικά μικρότερη ανάπτυξη.

Οι μεγάλοι παίκτες των αγορών μπορούν να αντιδρούν ταχύτατα. Διαθέτουν αλγορίθμους, παράγωγα, στρατηγικές αντιστάθμισης και άμεση πρόσβαση στην πληροφορία. Οι μικρότεροι επενδυτές και οι μικρότερες επιχειρήσεις, όμως, συνήθως βιώνουν το αποτέλεσμα χωρίς να μπορούν να το διαχειριστούν. Δεν συναγωνίζονται στην ταχύτητα, ενώ εκτίθενται στη μεταβλητότητα.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι θεσμικό. Οι αγορές μπορούν να αντέξουν κακές ειδήσεις. Δυσκολεύονται πολύ περισσότερο με ασταθείς κανόνες. Όταν η οικονομική πολιτική παράγεται μέσα από αιφνιδιαστικές δηλώσεις, η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμο κόστος. Και τότε, πλήττονται οι επενδύσεις, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και τελικά η ίδια η δυνατότητα της οικονομίας να σχηματίζει κεφάλαιο και προσδοκίες με ορίζοντα μεγαλύτερο από την επόμενη συνεδρίαση.

Το πραγματικό κόστος της πολιτικής που σήμερα μπορούμε να αποκαλέσουμε «πολιτική Τραμπ» αλλά με ρίζες μερικών δεκαετιών ξεπερνά κατά πολύ αυτό που βλέπουμε και εκτιμούμε σήμερα. Το πραγματικό κόστος θα φανεί σε βάθος πενταετίας και θα είναι δύσκολα αντιστρέψιμο διότι μέχρι τότε θα έχει παγιωθεί στην οικονομική ζωή η απώλεια του μακροχρόνιου σχεδιασμού.

Διαβάστε επίσης

Τσίπρας χωρίς πρόγραμμα, ΠΑΣΟΚ χωρίς ηγέτη, Καρυστιανού χωρίς κυβερνησιμότητα

Comments
Ακολουθήστε το mononews.gr στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κέρδη που προσεγγίζουν το 1 δισ. δολάρια και τζίρο περί τα 2,5 δισ. δολάρια είχαν οι εισηγμένες ναυτιλιακές εταιρείες στο πρώτο τρίμηνο
Οι Έλληνες εφοπλιστές ναυπηγούν συνολικά 863 πλοία – Μέσα στον Απρίλιο παρήγγειλαν 25 επιπλέον πλοία
Κίνα: Θωρακίζεται απέναντι σε περιορισμούς στο εμπόριο – Νέοι κανόνες και αντίποινα

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Έφη Αχτσιόγλου: Ματαιώσεις και φιλοδοξίες
Τσίπρας χωρίς πρόγραμμα, ΠΑΣΟΚ χωρίς ηγέτη, Καρυστιανού χωρίς κυβερνησιμότητα
Η πικρή αλήθεια πίσω από τις εκλογικές αυταπάτες
Ferrari: Να γιατί μου αρέσει η Luce
Η έξοδος από τα μνημόνια: Μύθος και προειδοποίηση
Στο καθαριστήριο με τον Αλέξη Τσίπρα
Το 2030 αρχίζει σήμερα: Η στρατηγική επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα
Η Ευρώπη και τα σκουπίδια του Γκαίτε
Όταν ο Ανδρουλάκης χάνει τη μεγάλη εικόνα
Ραντεβού στα γουναράδικα Άρη Βελουχιώτη από τα… Lidl