Στις 19 Νοεμβρίου 1977, η διεθνής κοινότητα παρακολουθούσε εμβρόντητη την εξέλιξη μιας πρωτοφανούς και εξαιρετικά σημαντικής διπλωματικής πρωτοβουλίας.
Ο πρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ, πραγματοποιούσε μια αιφνιδιαστική επίσκεψη στα Ιεροσόλυμα και, από το βήμα της Κνέσετ, καθίστατο ο πρώτος ηγέτης του αραβικού κόσμου που προχωρούσε σε ουσιαστική διπλωματική αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ.
Η επίσκεψη του Σαντάτ άνοιξε τον δρόμο για τις Συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ το 1978 και για την επίσημη συμφωνία ειρήνευσης Ισραήλ-Αιγύπτου, η οποία τέθηκε σε ισχύ έναν χρόνο αργότερα.
Η Αίγυπτος ήταν και παραμένει το σημαντικότερο αραβικό κράτος και είχε διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην έντονη και βίαιη αντίδραση κατά της ίδρυσης του Ισραήλ.
Οι προθέσεις των Αράβων είχαν εκφραστεί ξεκάθαρα πριν ακόμη η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών εγκρίνει, στις 29 Νοεμβρίου 1947, το Ψήφισμα 181 για τη δημιουργία τόσο ενός αραβικού όσο και ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή που είχε περιέλθει υπό Βρετανική Εντολή μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Σε αντίθεση με τους Εβραίους, που είχαν αποδεχθεί την απόφαση, ο αραβικός κόσμος αρνήθηκε κατηγορηματικά την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ δίπλα σε ένα αραβικό παλαιστινιακό κράτος.
Καθώς ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα για τη λήξη της Βρετανικής Εντολής, η ένταση και οι αψιμαχίες κορυφώνονταν. Το απόγευμα της 14ης Μαΐου 1948, τη στιγμή που ο Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν προέβαινε στην ανακήρυξη του κράτους του Ισραήλ, οι στρατοί πέντε αραβικών κρατών εξαπέλυαν επίθεση με στόχο την κατάληψη ολόκληρης της ιστορικής περιοχής της Παλαιστίνης, από τον Ιορδάνη ποταμό μέχρι τη Μεσόγειο θάλασσα.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τις προσδοκίες των Αράβων και το αρχικά ευνοϊκό ισοζύγιο δυνάμεων, η πλευρά που τελικά επικράτησε στο πεδίο της μάχης ήταν το Ισραήλ, το οποίο διεύρυνε και παγίωσε την επικράτειά του στα σημερινά, διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα.
Βεβαίως, σημαντικές περιοχές παρέμειναν σε αραβικά χέρια, με την Αίγυπτο να κατέχει τη Λωρίδα της Γάζας και την Ιορδανία να ελέγχει τη Δυτική Όχθη. Η δυνατότητα ίδρυσης ενός αραβικού παλαιστινιακού κράτους δεν είχε χαθεί. Αντί, όμως, της επούλωσης των πληγών και της προοπτικής της ειρήνης –η οποία θα περνούσε μέσα από την ανακήρυξη κράτους στις περιοχές αυτές– οι Άραβες εξακολουθούσαν να προτάσσουν την κατάργηση της «Σιωνιστικής Οντότητας», όπως αποκαλούσαν το Ισραήλ.
Μάλιστα, μετά την ανάδειξη του Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ στην ηγεσία της Αιγύπτου και τη θετική για τον ίδιο έκβαση της Κρίσης του Σουέζ του 1956, ο παναραβικός εθνικισμός ενισχύθηκε περαιτέρω. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα ελήφθη η μοιραία απόφαση των Αράβων για νέα μετωπική σύγκρουση με το Ισραήλ, τον Ιούνιο του 1967.
Η σύγκρουση κατέληξε στην ταπεινωτική ήττα των στρατών της Αιγύπτου, της Συρίας και της Ιορδανίας και στην απώλεια ολόκληρης της Χερσονήσου του Σινά, της Δυτικής Όχθης, της Γάζας και των Υψωμάτων του Γκολάν.
Η επιτυχία των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων στον Πόλεμο των Έξι Ημερών διδάσκεται μέχρι σήμερα στις στρατιωτικές ακαδημίες. Εκείνο, όμως, που έκρινε ίσως την έκβαση του πολέμου ήταν η επίγνωση ολόκληρου του ισραηλινού πληθυσμού ότι μια ήττα στο πεδίο της μάχης θα ισοδυναμούσε με αφανισμό. Ήταν ζήτημα επιβίωσης.
Μπροστά σε αυτή την υπαρξιακή απειλή βρέθηκε το Ισραήλ και πάλι, τον Οκτώβριο του 1973, όταν δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από τους στρατούς της Αιγύπτου και της Συρίας κατά τη διάρκεια της εβραϊκής γιορτής του Γιομ Κιπούρ.
Η επίθεση είχε προετοιμαστεί συστηματικά και αθόρυβα από τον νέο ηγέτη της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ, και επί 48 ώρες διαφαινόταν ότι η άμυνα του Ισραήλ θα κατέρρεε.
Τελικά, το Ισραήλ κατάφερε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και, με μια τολμηρή κίνηση, να κυκλώσει τον αιγυπτιακό στρατό που είχε προωθηθεί στην ανατολική όχθη της Διώρυγας του Σουέζ απειλώντας τον με ολοκληρωτική καταστροφή. Με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων κατέστη δυνατή η κατάπαυση του πυρός.
Μέσα από τις στάχτες και τα αποκαΐδια του πολέμου άρχισε να διαμορφώνεται η ψύχραιμη και νηφάλια προσέγγιση του Σαντάτ. Έχοντας αποδείξει ότι το Ισραήλ δεν ήταν άτρωτο, αντιλήφθηκε ταυτόχρονα ότι οι συνεχείς πόλεμοι δεν συνιστούσαν βιώσιμη επιλογή και ότι έπρεπε να δοθεί χώρος στην ειρήνη.
Ο Σαντάτ επεδίωκε, επίσης, την προσέγγιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την απαγκίστρωση της Αιγύπτου από τη Σοβιετική Ένωση.
Με τη συστηματική διαμεσολάβηση των ΗΠΑ και την υπόσχεση αυξημένης οικονομικής βοήθειας, ο Σαντάτ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκιν, κατέληξαν σε μια ιστορική συμφωνία που προέβλεπε την πλήρη αποχώρηση των Ισραηλινών από το Σινά και την επιστροφή του στην Αίγυπτο, έναντι της αναγνώρισης του κράτους του Ισραήλ και της δέσμευσης σε διαρκή ειρήνη.
Ό,τι δεν κατάφερε να εξασφαλίσει με τη δύναμη των όπλων –την επανάκτηση του Σινά– ο Σαντάτ το πέτυχε με το πολιτικό του θάρρος και με την ετοιμότητά του να διαπραγματευτεί και να καταλήξει σε μια συμφωνία που μέχρι τότε θεωρείτο αδιανόητη. Για την τολμηρή του αυτή απόφαση πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή, καθώς το 1981 δολοφονήθηκε από ακραίους ισλαμιστές που δεν αποδέχτηκαν ποτέ την προοπτική ειρηνικής συνύπαρξης με το Ισραήλ.
Διασφάλισε, ωστόσο, την ειρήνη, την ασφάλεια και τα συμφέροντα του λαού και της χώρας του.
Παρά τις αρχικές αραβικές αντιδράσεις, τον δρόμο της αναγνώρισης και της ειρήνευσης με το Ισραήλ ακολούθησαν, μετά από χρόνια, η Ιορδανία και, πιο πρόσφατα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο και το Σουδάν. Μάλιστα, κατά τις πρόσφατες επιθέσεις του θεοκρατικού Ιράν κατά του Ισραήλ, η στάση αρκετών αραβικών κρατών υπήρξε εμπράκτως υποστηρικτική προς το Ισραήλ.
Η ειρηνική σχέση Ισραήλ-Αιγύπτου αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική, παρά τις επαναλαμβανόμενες περιφερειακές κρίσεις. Ενδεικτικά, τον Δεκέμβριο του 2025, λίγο μετά την κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, τα δύο κράτη κατέληξαν σε μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία πώλησης φυσικού αερίου από το κοίτασμα Λεβιάθαν του Ισραήλ στην Αίγυπτο, αξίας 35 δισ. δολαρίων.
Ποτέ, όμως, δεν αναδείχθηκε παλαιστινιακή ηγεσία με αντίστοιχη τόλμη και διορατικότητα. Μια ηγεσία που θα αναγνώριζε την ύπαρξη και υπόσταση του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους και θα άνοιγε έτσι τον δρόμο για τη δημιουργία ενός αραβικού κράτους της Παλαιστίνης, στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα.
Αυτή ήταν η ελπίδα και προοπτική που γεννήθηκε με τις Συμφωνίες του Όσλο στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Ούτε, όμως, ο Γιασέρ Αραφάτ το 2000 ούτε ο Μαχμούντ Αμπάς το 2008 αξιοποίησαν την ευκαιρία για τελική συμφωνία, παρά την ενεργό εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών και την ύπαρξη μετριοπαθών ηγεσιών στο Ισραήλ, πρόθυμων να αποσύρουν εποίκους και να αποδεχθούν λύση δύο κρατών.
Απορρίπτοντας τις προτάσεις, οι παλαιστινιακές ηγεσίες επέμειναν, πέραν της ίδρυσης κράτους στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, στο αίτημα της «επιστροφής» των αραβικών μουσουλμανικών πληθυσμών σε ολόκληρη την περιοχή, «από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα». Πρόκειται για ένα διαχρονικό και βαθιά χαραγμένο στην παλαιστινιακή συνείδηση αίτημα, που διδάσκεται στα παλαιστινιακά σχολεία, και επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα σε φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις.
Είναι η ίδια ιδεολογία που οδήγησε στην απόρριψη της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ του 1947 στην έναρξη διαδοχικών πολέμων, και που επέτρεψε στην τρομοκρατική Χαμάς να αποκτήσει λαϊκό έρεισμα.
Και είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο κάθε διπλωματική προσπάθεια λύσης δύο κρατών, οδηγήθηκε σε αποτυχία. Επειδή, πολύ απλά, η ικανοποίηση του αιτήματος για μαζική «επιστροφή» αραβικών μουσουλμανικών πληθυσμών σε ολόκληρη την περιοχή θα οδηγούσε στην κατάλυση του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους.
Πρόκειται για μια διεκδίκηση που δεν στηρίζεται ούτε από το διεθνές δίκαιο –δεδομένου ότι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης αναγνώριζε ρητά την ίδρυση του Ισραήλ ως πατρίδα των Εβραίων– ούτε από το ισοζύγιο δυνάμεων.
Το Ισραήλ έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι διαθέτει την ισχύ να αμυνθεί και να διασφαλίσει την ύπαρξή του, συχνά υπερβαίνοντας και τα αποδεκτά όρια.
Στην πράξη, τέτοιες παλαιστινιακές προσεγγίσεις εξυπηρετούν κυρίως τις σκληροπυρηνικές πολιτικές δυνάμεις στο Ισραήλ που απορρίπτουν τη λύση δύο κρατών και επιχειρούν να την ακυρώσουν μέσω του εβραϊκού εποικισμού σημαντικών περιοχών της Δυτικής Όχθης.
Εκείνοι που εξακολουθούν να πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα είναι οι ίδιοι οι Παλαιστίνιοι.
Μόνο μια διορατική ηγεσία, ένας Παλαιστίνιος Σαντάτ, που θα στεκόταν με τόλμη απέναντι στην ιστορία και τον λαό του και θα αναλάμβανε την ευθύνη της αναγνώρισης του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους, θα μπορούσε να καταστήσει εφικτή τη δημιουργία ενός πραγματικά ανεξάρτητου και ειρηνικού παλαιστινιακού κράτους.
Διαβάστε επίσης:
Χρυσός: Κοντά στα 5.100 δολάρια εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων ΗΠΑ–Ιράν
Λευκός Οίκος: Οι συνομιλίες με το Ιράν θα διεξαχθούν όπως είναι προγραμματισμένο
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Red Hills με την υπογραφή της Georges Batzios Architects
- Έβαλε μπροστά την κομματική μηχανή ο Κυριάκος Μητσοτάκης
- H επίθεση των αγοραστών στις τράπεζες, τα κέφια σε Optima και 3Ε, η 27χρονη «διάδοχος» του Βακάκη, η νέα super manager του ΔΕΣΦΑ, τι αγοράζει ο Πιστιόλης και ένα hot quiz με το εφοπλιστικό χαστούκι στις χιονισμένες Άλπεις
- Τραγωδία στα Τέμπη: Γκρίζο κενό η πυρασφάλεια των καθισμάτων – Η ΕΔΑΠΟ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου