Είχα γράψει πρόσφατα ότι ως μάνα που έχασε το παιδί της σε ένα τραγικό δυστύχημα ή σε ένα έγκλημα όπως πιθανότατα είναι αυτό στα Τέμπη, η Μαρία Καρυστιανού έχει τον απόλυτο σεβασμό μου.
Αλλά είχα γράψει επίσης ότι πλέον θα πρέπει να κρίνεται και ως πολιτικός, για τις θέσεις της, την ιδεολογία της, την τοποθέτησή της σε θέματα που απασχολούν και την Ελλάδα και τον πλανήτη. Εφόσον διέβη τον Ρουβίκωνα θα πρέπει να βρεθεί και στη δύσκολη θέση να απαντά για όλα, όχι μόνο για χαμένα βαγόνια και ξυλόλια…
Και ξέρετε, όσο περισσότερο εκτίθεται στα μέσα ενημέρωσης, τόσο περισσότερο θα την μαθαίνουμε κι εμείς και θα την κρίνουμε αναλόγως.
Είχα αρχίσει να ψυλλιάζομαι τι πρεσβεύει όταν εμφανιζόταν σε ρόλο «μεσσία» που ήρθε να καθαρίσει τον τόπο από τη βρομιά.
Ο,τι έλεγε δηλαδή και η Χρυσή Αυγή με τα «καθαρά χέρια». Ο,τι λέει ο τηλεπωλητής κηραλοιφών και διάφοροι άλλοι άνοες.
Είχα αρχίσει να την καταλαβαίνω περισσότερο όταν επιβεβαιώθηκαν οι φήμες για βαθιά εξάρτησή της από γερόντισσες και πνευματικούς. Και όταν άρχισε να φωτογραφίζεται με εικόνες, να λέει κάτι παλαβά για «αποστολές» και συνομιλίες με αρχαγγέλους.
Όχι γιατί αμφισβητώ τη θρησκευτικότητά της, αυτό είναι δικαίωμα του καθενός. Αλλά γιατί όταν η θρησκευτικότητα γίνεται τρόπος ζωής και παράγων αποφάσεων που επηρεάζουν και τους άλλους, μετατρέπεται σε θρησκόληπτη ανοησία που φαντασιώνεται θείες δίκες, Αγγελους επί της Γης και άλλες τέτοιες οπισθοδρομικές απόψεις.
Την είδα και στη χθεσινή συνέντευξη την κ. Καρυστιανού και κατάλαβα ότι πλέον δεν είναι για να παίζουμε με τόσο επικίνδυνα παιχνίδια ασχετοσύνης σε συνδυασμό με αντιλήψεις άλλων εποχών, πασπαλισμένες με το δράμα της χαροκαμένης μάνας.
Κι εντάξει. Είναι γραφικό και αστείο όταν ερωτάται για το μείζον, παγκόσμιο θέμα, της προσπάθειας του Τραμπ να «αγοράσει» την Γροιλανδία και απαντά ότι θέλει «παγκόσμια ειρήνη».
Βέβαια, τότε καταλαβαίνει κανείς και τον πήχη που θα πρέπει να βάλει ο καθένας στις προσδοκίες του για την Καρυστιανού.
Όμως, ας πάμε στα πιο σοβαρά. Η ελληνική κοινωνία έχει πληρώσει ακριβά την ανοχή της στον λαϊκισμό, στον ανορθολογισμό και στους αυτοδιορισμένους «σωτήρες». Κάθε φορά που η πολιτική αντικαθίσταται από την ηθικολογία και ο θεσμικός λόγος από προσωπικές «αποστολές», το αποτέλεσμα δεν είναι η Δικαιοσύνη αλλά η διάβρωση της Δημοκρατίας.
Η δημόσια παρουσία και ρητορική της Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επικίνδυνης διολίσθησης.
Πίσω από βαρύγδουπες διακηρύξεις περί ηθικής, αλήθειας και δικαίωσης, αναδύεται μια σαφής πολιτική γραμμή: Συντηρητική, θρησκόληπτη, βαθιά αντιθεσμική και, σε κρίσιμα σημεία, ευθυγραμμισμένη με τις πιο ακραίες ακροδεξιές αφηγήσεις που γνωρίζουμε τόσο από την ελληνική όσο και από τη διεθνή εμπειρία.
Το πιο ανησυχητικό, και αποκαλυπτικό στοιχείο είναι η τοποθέτησή της στο ζήτημα των αμβλώσεων. Η ιδέα ότι ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα των γυναικών μπορεί να τεθεί εκ νέου σε «δημόσια διαβούλευση» δεν αποτελεί έκφραση δημοκρατικής ευαισθησίας. Είναι καθαρή πολιτική σκοπιμότητα.
Οι αμβλώσεις στην Ελλάδα έχουν ρυθμιστεί νομοθετικά εδώ και δεκαετίες, με βάση την επιστήμη, τη δημόσια υγεία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν είναι ανοιχτό πολιτικό ζήτημα. Δεν είναι θέμα «ηθικής άποψης».
Και σίγουρα δεν είναι πεδίο για να δοκιμάζονται τα αντανακλαστικά ενός συντηρητικού ακροατηρίου που νοσταλγεί την εποχή όπου το σώμα της γυναίκας ρυθμιζόταν από την Εκκλησία και το κράτος.
Όταν κάποιος παρουσιάζει ως «διάλογο» την αμφισβήτηση θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, δεν ανοίγει συζήτηση. Ανοίγει ένα βαθύ ρήγμα με την πρόοδο.
Δυστυχώς αυτό το ρήγμα το έχουμε δει αλλού: Στις ΗΠΑ, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία ακούμε για «κουβέντα», για διαβούλευση», μετά έρχεται η «επανεξέταση», στο τέλος η αφαίρεση δικαιωμάτων. Πάντα στο όνομα του «λαού», της «παράδοσης» και της «ηθικής».
Βεβαίως, η κυρία Καρυστιανού δεν είναι καθόλου αφελής. Πίσω από το συμπαθητικό πρόσωπο της χαροκαμένης μάνας, της επιστήμονα και παιδιάτρου, υπάρχει σκεπτικό.
Η ρητορική αυτή δεν απευθύνεται στην κοινωνική πλειοψηφία αλλά σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο από ακραίους συντηρητικούς, θρησκόληπτους κύκλους, ανθρώπους που πιστεύουν περισσότερο σε θεωρίες συνωμοσίας παρά στη συνταγματική τάξη και την επιστημονική γνώση.
Οι ψεκασμένες θεωρίες, η καχυποψία απέναντι στους θεσμούς, η υποκατάσταση της ανάλυσης από την αγανάκτηση και η μετατροπή της προσωπικής πίστης σε πολιτική πρόταση συνθέτουν ένα μείγμα επικίνδυνα γνώριμο. Ένα μείγμα που δεν λύνει προβλήματα, απλώς βρίσκει εχθρούς.
Και είμαι απολύτως σίγουρος ότι πίσω από την περσόνα «Καρυστιανού» βρίσκεται η πανέξυπνη δικηγόρος Μαρία Γρατσία.
Όμως, με την ακόμη πιο ανησυχητική μεσσιανική αυτοεικόνα που καλλιεργείται τι θα κάνουμε; Ποιος από τους προστάτες θα μας προστατέψει; Ποιος;
Η ιδέα ότι κάποιος έχει «αποστολή» να σώσει τη χώρα και να αποδώσει Δικαιοσύνη δεν ανήκει σε δημοκρατικό πολιτικό λόγο. Ανήκει σε αυταρχικές αφηγήσεις, όπου το άτομο υπερέχει των θεσμών και η «ηθική ανωτερότητα» υποκαθιστά το Σύνταγμα. Αν μάλιστα ακολουθείται από θρησκευτικές αντιλήψεις και θεωρίες όπως αυτή κατά των αμβλώσεων και της μη αυτοδιάθεσης της γυναίκας, τότε το επικίνδυνο παίρνει διαστάσεις.
Η Δικαιοσύνη σε μια δημοκρατία δεν απονέμεται από πρόσωπα, ούτε από προθέσεις. Αποδίδεται από ανεξάρτητους θεσμούς, με κανόνες, διαδικασίες και εγγυήσεις και κάθε φορά που αυτά αγνοούνται έχουμε συνειδητή περιφρόνηση της δημοκρατικής τάξης.
Όποιος σήμερα νομιμοποιεί τον σκοταδισμό για να κερδίσει χειροκρότημα από τα άκρα, αύριο θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις συνέπειες του. Γιατί η Δημοκρατία δεν καταρρέει απότομα. Διαβρώνεται σιγά-σιγά, όταν συνηθίζουμε να θεωρούμε «διάλογο» την αμφισβήτηση του αυτονόητου.
Και κάτι τελευταίο: Η εργαλειοποίηση του θυμού, της οργής και της πραγματικής κοινωνικής αγωνίας για μια σειρά από προβλήματα (διαλυμένο κράτος και υποδομές, χαλαροί ηθικοί κανόνες στην πολιτική, απουσία ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων, μοίρασμα του πλούτου στους λίγους κ.λπ.) προκειμένου να στηριχθούν ψεκασμένες θεωρίες, θρησκευτικά δόγματα και ακροδεξιά αφηγήματα είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Διότι είναι απλά νομιμοποίηση του ανορθολογισμού και κανονικοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας.