Τέσσερα εκατομμύρια ευρώ δαπανήθηκαν για ένα σύστημα που κρίθηκε παράνομο, μόνο και μόνο επειδή το κράτος δεν φρόντισε να νομοθετήσει πριν επενδύσει.

Το σύστημα Smart Policing σχεδιάστηκε ως το τεχνολογικό άλμα της ελληνικής αστυνομίας στην «έξυπνη» εποχή. Επρόκειτο για εύχρηστες φορητές συσκευές που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε επιτόπιους, κυρίως προληπτικούς ελέγχους πολιτών, ώστε να γίνεται άμεση ταυτοποίησή τους χωρίς ανάγκη προσαγωγής στο τμήμα.

1

Στην πράξη, όμως, έξι χρόνια μετά την υπογραφή της σύμβασης και αφού δαπανήθηκαν περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ, το σύστημα δεν χρησιμοποιείται, παραμένει σε αδράνεια και το κυριότερο δεν μπορεί να τεθεί σε παραγωγική λειτουργία χωρίς να παραβιαστεί ο νόμος.

Για ένα τόσο ακριβό έργο, ήρθε 6 χρόνια μετά την υπογραφή της σύμβασης η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) να επιβεβαιώσει ότι δεν έγινε καμία ουσιαστική προετοιμασία για την προστασία των βιομετρικών δεδομένων των πολιτών και επομένως το σύστημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Μια απόφαση που μας κάνει να αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν να σχεδιάζονται, χρηματοδοτούνται και υλοποιούνται μεγάλα δημόσια ψηφιακά έργα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη στοιχειώδεις υποχρεώσεις του κράτους δικαίου.

Ένα πανάκριβο έργο που θα μπορούσε να είναι νόμιμο

Το 2019, η Ελληνική Αστυνομία υπέγραψε σύμβαση με την Intracom Telecom για την υλοποίηση του προγράμματος Smart Policing, συνολικού ύψους περίπου 4 εκατομμυρίων ευρώ. Το 75% του ποσού προήλθε από ευρωπαϊκούς πόρους, μέσω του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας (Internal Security Fund – ISF). Το έργο προέβλεπε την προμήθεια 1.000 «έξυπνων» φορητών συσκευών, εξοπλισμένων με δυνατότητες αναγνώρισης προσώπου, λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων και σάρωσης εγγράφων και πινακίδων, με στόχο τη χρήση τους σε επιτόπιους αστυνομικούς ελέγχους, κατά βάση στον δρόμο.

Ήδη από το 2019, ωστόσο, τα πρώτα σοβαρά ερωτήματα είχαν τεθεί δημόσια. Η οργάνωση Homo Digitalis ανέδειξε την υπόθεση, επισημαίνοντας τους κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και την έλλειψη σαφούς νομικού πλαισίου ειδικά για τα βιομετρικά δεδομένα, τα οποία απαιτούν συγκεκριμένη μεταχείριση κατά τη συλλογή και επεξεργασία τους.

Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους υποβλήθηκαν αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα προς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, χωρίς ουσιαστικές απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα νομιμότητας και προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Τον Μάρτιο του 2020, η υπόθεση έφτασε θεσμικά στην ΑΠΔΠΧ με επίσημη καταγγελία από την οργάνωση Homo Digitalis, οπότε η Αρχή ξεκίνησε έρευνα το 2020.

Παρά ταύτα, το Δημόσιο κατέβαλε κανονικά το σύνολο του τιμήματος και οι συσκευές παραδόθηκαν στην ΕΛ.ΑΣ. τον Σεπτέμβριο του 2021. Έκτοτε, το σύστημα χρησιμοποιήθηκε μόνο πιλοτικά, χωρίς ποτέ να περάσει σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία.

Υπήρχε, δηλαδή, άπλετος χρόνος, ώστε το Υπουργείο να προβεί στα απαραίτητα βήματα νομοθετικού σχεδιασμού και εκτίμησης των επιπτώσεων από τη χρήση ενός τέτοιου συστήματος, ώστε να προλάβει την απόφαση της ΑΠΔΠΧ που εκδόθηκε με την εκπνοή του χρόνου και απαγορεύει το σύστημα smart policing για νομικά ζητήματα που θα μπορούσαν εύκολα να είχαν λυθεί εγκαίρως.

Η απόφαση της ΑΠΔΠΧ για τα βιομετρικά δεδομένα

Η έκδοση της Απόφασης 45/2025, στις 31 Δεκεμβρίου 2025, θέτει ένα αυστηρό πλαίσιο για τη νομιμότητα της επεξεργασίας βιομετρικών δεδομένων από τις αστυνομικές αρχές, αποσαφηνίζοντας ότι αυτή απαιτεί λήψη συγκεκριμένων νομοθετικών μέτρων, κάτι που άλλωστε είναι γνωστό και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και από τον ίδιο τον GDPR.

Το Smart Policing βασίζεται στη λήψη και επεξεργασία δακτυλικών αποτυπωμάτων και εικόνας προσώπου, δηλαδή βιομετρικών δεδομένων. Πρόκειται για ειδικές κατηγορίες δεδομένων, που, τόσο υπό τον GDPR όσο και υπό την Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 για την αστυνόμευση και τη δίωξη εγκλημάτων, επιτρέπεται να υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Η ΑΠΔΠΧ υπενθυμίζει ότι, για τις αρμόδιες αρχές όπως η ΕΛ.ΑΣ., δεν αρκεί μια γενική επίκληση αποστολής δημόσιας ασφάλειας. Η επεξεργασία πρέπει να προβλέπεται ρητά σε συγκεκριμένο τυπικό νόμο, ο οποίος να καθορίζει ειδικά και λεπτομερώς τον σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα που συλλέγονται, τον χρόνο τήρησης και διαγραφής, τις εγγυήσεις για τα δικαιώματα των πολιτών και τις αρμόδιες αρχές.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το αδιέξοδο. Η ΕΛ.ΑΣ. επικαλέστηκε διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος 342/1977 για την εγκληματολογική σήμανση, όμως η ΑΠΔΠΧ ήταν κατηγορηματική ότι πρόκειται για παρωχημένες ρυθμίσεις, που αφορούν συλληφθέντες, κατηγορούμενους ή άτομα αγνώστου ταυτότητας και δεν μπορούν να στηρίξουν μαζική ή προληπτική βιομετρική ταυτοποίηση πολιτών στον δρόμο. Πολύ περισσότερο, δεν καλύπτουν τη σύγχρονη έννοια της βιομετρικής επεξεργασίας υπό το ενωσιακό δίκαιο.

Ακόμη και η εκ των υστέρων εκπόνηση Εκτίμησης Αντικτύπου (DPIA) δεν σώζει την κατάσταση. Η Αρχή επισημαίνει ότι η DPIA όφειλε να έχει προηγηθεί της λειτουργίας του συστήματος και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανυπαρξία νόμιμης βάσης.

Ένα μάθημα με θεσμικό κόστος

Με απλά λόγια, η ΕΛ.ΑΣ. παρήγγειλε και παρέλαβε ένα δαπανηρό έργο εκατομμυρίων χωρίς να υπάρξει καμία μέριμνα από πλευράς Υπουργείου ούτε για τη νομοθέτηση ενός σύγχρονου πλαισίου που θα καλύπτει τις ανάγκες προστασίας βιομετρικών δεδομένων, αλλά ούτε καν για την εκπόνηση εκτίμησης αντικτύπου από τη χρήση ενός τέτοιου συστήματος. Η ΑΠΔΠΧ απλά επιβεβαίωσε αυτό που διαφαινόταν ήδη από το 2020.

Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση για το πώς η απουσία νομικού σχεδιασμού μπορεί να ακυρώσει στην πράξη ένα πολυδάπανο έργο, ακόμη κι αν αυτό έχει υλοποιηθεί τεχνικά και χρηματοδοτηθεί κανονικά.

Η καινοτομία, τελικά, δεν είναι πάντα πρόοδος. Είναι ρίσκο, και μάλιστα ακριβό, όταν δεν έχει προηγηθεί μια στοιχειώδης προετοιμασία.

Διαβάστε επίσης:

Ο Ιβάν Σαββίδης ίδρυσε την εταιρεία «Φωλιά Δικέφαλου Αετού» που θα κατασκευάσει τη «Νέα Τούμπα»