Η προστασία της εγκύου εργαζόμενης από απόλυση θεωρείται διαχρονικά μία από τις ισχυρότερες εκφράσεις του κοινωνικού και εργατικού δικαίου. Δεν πρόκειται φυσικά για ένα προνόμιο της γυναίκας, αλλά για θεμελιώδη εγγύηση ισότητας και υγείας, που συνδέεται άμεσα με την προστασία της οικογένειας και της εργασιακής ασφάλειας.

Στην πράξη, όμως, η αποτελεσματικότητα της προστασίας δεν κρίνεται μόνο από το αν ο νόμος απαγορεύει την απόλυση. Κρίνεται και από το αν η εργαζόμενη μπορεί ρεαλιστικά να προσφύγει στη Δικαιοσύνη όταν η απόλυση έχει ήδη συμβεί. Και ακριβώς εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο – και συχνά παραγνωρισμένο – ζήτημα: Τι γίνεται όταν η γυναίκα απολύεται χωρίς να γνωρίζει ακόμη ότι είναι έγκυος;

1

Πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αλλάζει τα δεδομένα σε αυτή τη «γκρίζα ζώνη», ερμηνεύοντας προς όφελος της γυναίκας το νομοθετικό πλαίσιο σε όλα τα κράτη-μέλη.

Πότε δεν επιτρέπεται η απόλυση εγκύου

Στο επίπεδο του ουσιαστικού δικαίου, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με την αυστηρότερη προστασία. Η απόλυση εγκύου είναι απόλυτα άκυρη, ανεξάρτητα από το αν ο εργοδότης γνώριζε ή όχι την εγκυμοσύνη. Αρκεί το αντικειμενικό γεγονός ότι, κατά τον χρόνο της καταγγελίας, η εγκυμοσύνη υπήρχε.

Παράλληλα, η εργαζόμενη καλύπτεται όχι μόνο κατά την κύηση, αλλά και για 18 μήνες μετά τον τοκετό. Το διάστημα προστασίας μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερο σε περίπτωση ασθένειας που συνδέεται με την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, οπότε η ακυρότητα απόλυσης ισχύει για όσο διαρκεί η ασθένεια.

Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει όταν περάσουμε από την ουσία στη διαδικασία. Εφόσον η έγκυος απολυθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, πρέπει να ασκήσει αγωγή εντός τριών μηνών από την απόλυση, ώστε αυτή να ακυρωθεί.

Αν αυτή η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η απόλυση καθίσταται έγκυρη ακόμη και αν ήταν παράνομη.

Και εδώ γεννάται το πρακτικό πρόβλημα: Αν μια γυναίκα μάθει ότι είναι έγκυος μετά την πάροδο του τριμήνου, χάνει οριστικά το δικαίωμα ακύρωσης της απόλυσής της;

Αν και πρόκειται για σπάνιες περιπτώσεις, είναι εντούτοις υπαρκτές, με την ιατρική ορολογία να μιλάει για τη λεγόμενη «κρυπτική» εγκυμοσύνη που δεν αποτελεί τόσο ακραίο φαινόμενο όσο ενδεχομένως ακούγεται.

Η υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση του ΔΕΕ

Το ζήτημα της καθυστερημένης έγερσης αγωγής λόγω άγνοιας της εγκυμοσύνης ξεκίνησε από τη Γερμανία, όπου εκεί η προθεσμία είναι μόλις 3 εβδομάδες μετά την απόλυση. Το πρόβλημα, λοιπόν, δημιουργήθηκε με μια εργαζόμενη που απολύθηκε και έμαθε ότι είναι έγκυος αργότερα και όχι εντός αυτών των 3 εβδομάδων.

Έτσι, τα γερμανικά δικαστήρια διατύπωσαν προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ σε σχέση με το αν μια τέτοια ασφυκτική προθεσμία συμβιβάζεται με την Οδηγία 92/85/ΕΟΚ, η οποία απαγορεύει την απόλυση εγκύου και επιβάλλει υψηλό επίπεδο προστασίας.

Διότι, ναι μεν κάθε κράτος-μέλος μπορεί να προσαρμόζει το δικό του νομοθετικό πλαίσιο, δεδομένου ότι πρόκειται για το χαλαρό καθεστώς της Οδηγίας, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να απέχει εντελώς από το πνεύμα της που κατοχυρώνει ουσιαστική προστασία της εγκύου χωρίς παραθυράκια.

Η κρίση του ΔΕΕ: Η ουσία υπερισχύει της διαδικασίας

Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τα κράτη-μέλη δικαιούνται να θέτουν προθεσμίες τέτοιου τύπου, ώστε να υπάρχει ασφάλεια δικαίου.

Όμως έθεσε ένα ξεκάθαρο όριο. Οι προθεσμίες δεν μπορούν να καθιστούν δυσανάλογα δύσκολη ή πρακτικά αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Με λίγα λόγια, δεν αρκεί η προστασία να υπάρχει θεωρητικά, πρέπει να μπορεί και να ασκηθεί στην πράξη. Και όταν η έγκυος απολύεται και μετά δεν μπορεί να ακυρώσει την απόλυσή της επειδή παρήλθε η προθεσμία, η προστασία καταλήγει κενό γράμμα.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα

Αν και η απόφαση αφορά τη Γερμανία, η σημασία της υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Το ΔΕΕ ερμηνεύει την Οδηγία 92/85/ΕΟΚ, άρα οι κατευθύνσεις του δεσμεύουν όλα τα κράτη-μέλη.

Στην Ελλάδα, η ουσιαστική προστασία είναι ισχυρή, όμως η αυστηρή αποσβεστική προθεσμία του τριμήνου μπορεί να δημιουργήσει παρόμοια προβλήματα όταν η εργαζόμενη αγνοούσε αντικειμενικά την εγκυμοσύνη της.

Επομένως, είναι πολύ πιθανό τα ελληνικά δικαστήρια να αρχίσουν να ερμηνεύουν τέτοιες περιπτώσεις με ευρύτητα και να επιτρέπουν την άσκηση αγωγής από την έγκυο, ακόμη και όταν έχει παρέλθει το τρίμηνο από την απόλυσή της.

Κάτι τέτοιο θα έχει άμεση επίπτωση και στην πρακτική των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, σε αρκετές περιπτώσεις, κατά την απόλυση γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, τους ζητείται να υπογράψουν ότι δεν είναι έγκυοι, ώστε να αποφύγουν μια πιθανή αγωγή.Top of Form

Ωστόσο, υπό το φως της ευρωπαϊκής απόφασης, μια τέτοια πρακτική καθίσταται άνευ νοήματος, με τον εργοδότη να μην έχει κάποιον τρόπο να προβλέψει απόλυτα το τι μέλλει γενέσθαι. Άλλωστε, έχει κριθεί ξεκάθαρα από νομοθεσία και νομολογία ότι το συμφέρον της εγκύου υπερισχύει αυτό του εργοδότη.

Bottom of Form