Μια αιφνιδιαστική εξέλιξη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο στην Ελλάδα, ανοίγοντας τον δρόμο για ευρωπαϊκό έλεγχο της ελληνικής ρύθμισης και ενδεχόμενες πιέσεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τα σημερινά δεδομένα για χιλιάδες δανειολήπτες και το τραπεζικό σύστημα.

Για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο αποτελούν μία από τις πιο σύνθετες και κοινωνικά φορτισμένες υποθέσεις της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Χιλιάδες δανειολήπτες στράφηκαν σε αυτά την περίοδο πριν από το 2008, δελεασμένοι από τα χαμηλά επιτόκια και τη σταθερότητα του ελβετικού νομίσματος. Όταν όμως το φράγκο ανατιμήθηκε απότομα μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το υπόλοιπο των δανείων αυξήθηκε δραματικά, παρά τις συνεχείς καταβολές των οφειλετών, με τους δανειολήπτες που πλήρωναν τακτικά επί χρόνια να βλέπουν το χρέος τους να παραμένει ίδιο ή και να αυξάνεται.

1

Το ζήτημα έχει αποκτήσει έντονη κοινωνική και νομική διάσταση, με μαζικές δικαστικές προσφυγές, αντικρουόμενες αποφάσεις και πολιτική πίεση για συνολική λύση. Τελικά, επιλέχθηκε από την κυβέρνηση μια ρυθμιστική παρέμβαση μέσω του ν. 5264/2025, επιχειρώντας να δώσει διέξοδο μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών. Ωστόσο, η λύση χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως περιορισμένη, καθώς δεν επιβάλλει οριζόντια διόρθωση των επιβαρύνσεων, αλλά βασίζεται σε εθελοντική ένταξη και μετατροπή της οφειλής σε ευρώ.

Μέσα σε αυτό το ήδη τεταμένο πλαίσιο, η πρόσφατη αποδοχή της αναφοράς των δανειοληπτών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επαναφέρει το ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη συνέχεια του ζητήματος.

Τι προβλέπει η πρόσφατη ρύθμιση και τι καταγγέλλουν οι οφειλέτες

Η διάταξη του άρθρου 128 του ν. 5264/2025 εισάγει έναν ειδικό μηχανισμό ρύθμισης για οφειλές από δάνεια σε ελβετικό φράγκο που βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών κατά την έναρξη ισχύος του νόμου. Οι οφειλέτες μπορούν να ενταχθούν στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του ν. 4738/2020, αξιοποιώντας τη διαδικασία αναδιάρθρωσης που ήδη εφαρμόζεται για ιδιωτικά χρέη.

Το πλέον κρίσιμο στοιχείο είναι ότι, όταν υποβάλλεται αίτηση στον μηχανισμό, τεκμαίρεται η συναίνεση του συνόλου των πιστωτών στην αντιπρόταση ρύθμισης, χωρίς να απαιτούνται εισοδηματικά ή περιουσιακά στοιχεία, όπως συμβαίνει με τις υπόλοιπες ρυθμίσεις του εξωδικαστικού.

Η συναίνεση αυτή καλύπτει, μάλιστα, όχι μόνο τους χρηματοδοτικούς φορείς αλλά και το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, επιταχύνοντας έτσι τη διαδικασία ρύθμισης και περιορίζοντας τον κίνδυνο αποτυχίας λόγω διαφωνιών μεταξύ πιστωτών.

Έτσι, με τη ρύθμιση αυτή το σύνολο της οφειλής σε ελβετικό φράγκο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την τρέχουσα ισοτιμία κατά τον χρόνο ρύθμισης.

Αυτή η μετατροπή της οφειλής με την τρέχουσα ισοτιμία είναι που έχει ξεσηκώσει αντιδράσεις από τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο, αφού υποστηρίζουν ότι μεταφέρει δυσανάλογο βάρος στους οφειλέτες, χωρίς αναδρομική διόρθωση της συναλλαγματικής επιβάρυνσης που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.

Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η ένταξη στη ρύθμιση συνεπάγεται αποδοχή της νέας οφειλής και περιορίζει τη δυνατότητα περαιτέρω δικαστικών διεκδικήσεων, κάτι που ουσιαστικά εγκλωβίζει τους δανειολήπτες σε ένα χρέος, το οποίο ναι μεν ρυθμίζεται μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, δεν παύει όμως να είναι υπέρογκο.

Σε αυτό το πλαίσιο, και με δεδομένο ότι σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη έχουν υιοθετηθεί οριζόντιες διορθώσεις των επιβαρύνσεων σε συμμόρφωση με αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι δανειολήπτες προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκκινώντας τη διαδικασία παράβασης του ενωσιακού δικαίου εκ μέρους της Ελλάδας.

Η προκαταρκτική εξέταση: Γιατί το Ευρωκοινοβούλιο έκανε δεκτή την αναφορά

Σε αυτό το πλαίσιο, το νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί και εκπροσωπεί τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο στην Ελλάδα προσέφυγε σε ευρωπαϊκό θεσμικό επίπεδο, καταθέτοντας αναφορά στην Επιτροπή Αναφορών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (PETI), τον μηχανισμό μέσω του οποίου πολίτες και συλλογικοί φορείς μπορούν να ζητούν την εξέταση πιθανών παραβιάσεων του ενωσιακού δικαίου από κράτη-μέλη. Η αναφορά αφορά το νέο ελληνικό καθεστώς ρύθμισης των δανείων σε ελβετικό φράγκο και υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του ενδέχεται να θίγει κανόνες προστασίας καταναλωτών και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που απορρέουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η αναφορά κρίθηκε παραδεκτή από την Επιτροπή Αναφορών και διαβιβάστηκε για προκαταρκτική εξέταση στην Κομισιόν, καθώς και στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές οικονομικής πολιτικής και προστασίας καταναλωτών.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ για τις καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις με καταναλωτές, καθώς και η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι εθνικές ρυθμίσεις δεν μπορούν να περιορίζουν την προστασία που παρέχει η Οδηγία ούτε να καθιστούν υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων του καταναλωτή. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι οι ρήτρες που μετακυλίουν συναλλαγματικό κίνδυνο στον δανειολήπτη πρέπει να είναι διατυπωμένες με πλήρη διαφάνεια, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες της σύμβασης.

Η ευρωπαϊκή νομολογία έχει επίσης καταστήσει σαφές ότι, όταν μια συμβατική ρήτρα κρίνεται καταχρηστική, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής δεν δεσμεύεται από αυτήν και ότι αποκαθίσταται η πραγματική ισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων. Παράλληλα, η αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου απαιτεί τα κράτη μέλη να μην θεσπίζουν διαδικαστικούς ή ουσιαστικούς κανόνες που αποθαρρύνουν ή περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ευρωπαϊκή έννομη τάξη.

Υπό αυτό το πρίσμα, η προκαταρκτική εξέταση που μόλις ξεκίνησε δεν προδικάζει παραβίαση εκ μέρους της Ελλάδας ούτε συνεπάγεται άμεσες νομικές συνέπειες για την ελληνική ρύθμιση. Σηματοδοτεί, ωστόσο, ότι το ζήτημα εγείρει ερωτήματα συμβατότητας με το ενωσιακό πλαίσιο προστασίας καταναλωτών και δικαστικής προστασίας. Εφόσον η Κομισιόν κρίνει ότι υπάρχουν ενδείξεις ασυμβατότητας, μπορεί να ασκήσει πολιτική πίεση για επανεξέταση της ρύθμισης ή ακόμη και να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη διαδικασία επί παραβάσει του ευρωπαϊκού δικαίου.

Πώς αντιμετώπισαν το ζήτημα άλλες ευρωπαϊκές χώρες

Ενώ η Ελλάδα επέλεξε μια συγκρατημένη, εθελοντική προσέγγιση μέσω μηχανισμού ρύθμισης, άλλες ευρωπαϊκές χώρες κινήθηκαν με σαφώς πιο αποφασιστικά και, σε πολλές περιπτώσεις, ριζοσπαστικά μέτρα για την προστασία των δανειοληπτών. Η διαφορετική αυτή στάση δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή, αλλά διαμορφώνει και το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κρίνονται σήμερα οι εθνικές λύσεις.

Στην Πολωνία, για παράδειγμα, τα εθνικά δικαστήρια, εφαρμόζοντας τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έκριναν σε μαζική κλίμακα καταχρηστικές τις ρήτρες συναλλαγματικού κινδύνου, οδηγώντας σε ακυρώσεις συμβάσεων και επιστροφές σημαντικών ποσών στους δανειολήπτες, ενώ στην Ουγγαρία ναι μεν το δάνειο μετατράπηκε στο εθνικό νόμισμα, όμως ακολούθησε γενναίο κούρεμα. Αντίστοιχη λογική με επιστροφή ποσών και κούρεμα ακολούθησε και η Κροατία.

Το θέμα, λοιπόν, είναι να διαπιστωθεί αν η επιλογή ανάμεσα σε μια πιο συντηρητική ή μια πιο τολμηρή προσέγγιση είναι πολιτικής υφής ή αν το ενωσιακό δίκαιο χαράσσει έναν συγκεκριμένο δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί από όλα τα κράτη-μέλη και συνεπώς από την Ελλάδα. Στο προσεχές διάστημα θα αποσαφηνιστεί αν  η ελληνική προσέγγιση θα αντέξει στον ευρωπαϊκό έλεγχο ή αν η χώρα κινδυνεύει να πληρώσει το τίμημα μιας λιγότερο προστατευτικής επιλογής.

Διαβάστε επίσης:

Δάνεια σε ελβετικό φράγκο: 25 ερωτήσεις και απαντήσεις για την πλατφόρμα που ανοίγει (πίνακες)
Δάνεια σε ελβετικό φράγκο: Ανοίγει η πλατφόρμα για «κούρεμα» έως 50% και σταθερά επιτόκια
Ελληνική Ένωση Τραπεζών: Κούρεμα 50% στη ρύθμιση των δανείων σε ελβετικό και για τα ΑμεΑ