Πολιτισμός

Cy Twombly: Ένας ζωγράφος σε ρόλο (ακριβοθώρητου) γλύπτη

  • της Κατερίνας Δαφέρμου


«Την άσπρη μπογιά θεωρώ μάρμαρό μου και η Μεσόγειος είναι πάντα απλώς άσπρη, άσπρη, άσπρη»

Την ακριβοθώρητη πτυχή του σπουδαίου Αμερικάνου ζωγράφου Σάι Τουόμπλι ως γλύπτη παρουσιάζει εν πυκνώ με την έκθεση «Cy Twombly Sculptures» η γνωστή γκαλερί Gagosian στο Λονδίνο.

Η ενασχόληση του Τουόμπλι (1928-2011) με τη γλυπτική έχει έως σήμερα εκτεθεί κυρίως ως προσθήκη στις μεγάλες αναδρομικές των ζωγραφικών του έργων, όπως για παράδειγμα πιο πρόσφατα στην Tate Modern (το 2008) και το Μουσείο Ποπιντού στο Παρίσι (το 2016), αλλά ελάχιστες εκθέσεις έχουν αφιερωθεί αποκλειστικά σε αυτήν μέχρι σήμερα. Ακόμη και ο ίδιος εξάλλου δίσταζε να «ξεσκεπάζει» τα γλυπτά αυτά (ακόμη και στους οικείους του) που άρχισε σταδιακά να δημιουργεί τη δεκαετία του 1950 στη Νέα Υόρκη και ύστερα πάλι τη δεκαετία του 1970 έως το τέλος της ζωής του.

Η παιγνιώδης αθωότητα που διαπερνά τη ζωγραφική του (η πρώτη του ατομική έκθεση πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη το 1953), επανέρχεται εν πολλοίς και στα γλυπτά του τα οποία δημιουργούσε από χαρακτηριστικά κοινότοπα υλικά, όπως χαρτόνι, σπάγγο, πανί και ξύλο. Ως επί το πλείστον, τα περιέλουζε ύστερα με λευκή μπογιά προσδίδοντάς τους έτσι μια πιο ουδέτερη όψη, αμβλύνοντας ή σβήνοντας κατά κάποιο τρόπο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε μορφής.

Από τα πιο σπάνια εκθέματα, ένα παιδικό σκούτερ με μικρές μπλε σημαιούλες (1977) ή το λεγόμενο «Chariot of Fire» (της δεκαετίας του 1990): ένα εκ πρώτης όψεως τυπικό τρενάκι όπου το παιδικό σύμπαν ταυτίζεται με το επικό εφόσον το παιχνίδι παραπέμπει τεχνηέντως σε βαγόνι θριάμβου με αναφορές στον πολύπτυχο πίνακα Coronation of Sesostris (2000), στον οποίο ο Τουόμπλι απεικόνισε φανταστικά τις κατακτήσεις του φαραώ Σέσωστρις έτσι όπως της είχε αφηγηθεί ο Ηρόδοτος.

Αποκαλώντας το λευκό μάρμαρό του, ο Τουόμπλι (ο οποίος στην πραγματικότητα βαπτίστηκε Έντγουιν και μετονομάστηκε Σάι σε δεύτερο χρόνο από τον θρυλικό παίκτη του μπέιζμπολ Σάι Γιάνγκ) αναφέρεται στην αιγυπτιακή και ελληνορωμαϊκή γλυπτική παράδοση «τσαλακώνοντας» ωστόσο την απαστράπτουσα τελειότητά της με τα τραχιά υλικά και την προχειρότητα με την οποία τα έχει λούσει στο λευκό, υπογραμμίζοντας τη θνητότητά της.

Το πιο μεγάλο από τα έργα που παρουσιάζονται στην Gagosian (διότι τα περισσότερα παραμένουν σε διαστάσεις δωματίου), το τρίμετρο «A Time to Remain, A Time to Go Away» με τον ποιητικό του τίτλο κακογραμμένο με μολύβι σε ξύλινη πλάκα (όπως στους μεγάλους του καμβάδες), έχει κατασκευαστεί από κόντρα πλακέ, γύψο και σύρμα ενώ στην κορυφή του «καταρτιού» μια κατάμαυρη πλάκα παραπέμπει τραγικά σε ταφόπλακα. Το εν λόγω γλυπτό συνδέεται με την εμμονή του με το ταξίδι, το πέρασμα του χρόνου, την παραφθορά και την παρακμή (για παράδειγμα στον πίνακα του 1996 με δώδεκα πτυχές που τιτλοφορείται Lepanto εξιστορεί τη μεγάλη ναυμαχία του 16ου αιώνα ανάμεσα στον ευρωπαϊκό στόλο και την Οθωμανική αυτοκρατορία).

Υπάρχουν βέβαια και ορισμένα γλυπτά από μπρούτζο με τον οποίο καταπιάστηκε εν πρώτοις επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη από τα ταξίδια του στην Ευρώπη και τη Βόρειο Αφρική στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Θυμίζουν αντικείμενα φετιχισμού και κρυφής λατρείας, παρουσιάζονται σαν αρχαιολογικοί θησαυροί σε μικρό μέγεθος.

«Κατά τη γνώμη μου κανείς δεν τοποθετεί τον εαυτό του στο παρελθόν. Απλώς προσθέτει σε αυτό ακόμη ένα λινκ «, σημείωνε. Ο ιδιοσυγκρασιακός Τουόμπλι αναδύθηκε τη δεκαετία του 1950 (κυρίως) ως ανανεωτής της εξπρεσιονιστικής σχολής την οποία εμπλούτισε με το παιδικόμορφο ύφος των σχεδίων του και με χαρακτηριστικές πινελιές μεσογειακού κλασσικισμού.

Στα πρώτα του βήματα στη Νέα Υόρκη προσεταιρίστηκε τον Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ (στο στούντιο του οποίου αρχικά εργαζόταν) αλλά σύντομα έγινε φανερό ότι δεν χωρούσε ακριβώς στις στενές αισθητικές επιδιώξεις της μεταπολεμικής αφηρημένης τέχνης.

Παράλληλα ενώ άλλες κυρίαρχες τάσεις της εποχής με τις οποίες φλέρταρε, όπως ο μινιμαλισμός και η Pop Art, συντάσσονταν πίσω από την ανάγκη να καταργηθεί η αυστηρή αφηγηματικότητα και ειδικά η ιστορικότητα, ο Τουόμπλι αναζητούσε έμπνευση και αναφορές στην ποίηση της αρχαιότητας και του κλασσικισμού.

Όταν εγκαταστάθηκε στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του 1950, δημιούργησε έργα ευφορίας πλούσια σε χρώμα, χιούμορ και ερωτικές αναφορές όπως το Ode to Psyche (1960). Αυτή η περίοδος σύντομα αντικαταστάθηκε με τα μουντά γκρι και μπλε των μαυροπινάκων του, τους οποίους δημιούργησε με τόση ζωντάνια που αισθάνεται κανείς πλησιάζοντάς τους ότι θα λερωθεί με υπολείμματα κιμωλίας. Ασχολήθηκε ακόμη με κολάζ, φωτογραφία και νερομπογιές.

Επειδή ακριβώς παρέμενε πάντα ακατάταχτος και ακατάδεκτος (σχεδόν ποτέ δεν μίλησε για την τέχνη του), δεν απολάμβανε αδιάλειπτα την απόλυτη αποδοχή της αμερικανικής Κριτικής. Ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ να την απασχολεί.

Μεσουράνησε πάντως τη δεκαετία του 1980 επηρεάζοντας με τα γκραφίτι του τη νέα γενιά της νεοϋορκέζικης σκηνής όπως ο Μπασκιάτ, τους νέο εξπρεσιονιστές.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 2000, ο τότε διευθυντής του Λούβρου παρήγγειλε από τον Τουόμπλι να ζωγραφίσει ορισμένα από τα ταβάνια του εμβληματικού μουσείου, όπως ο Μπρακ πριν από αυτόν. Προέκυψε το κολοσσιαίων διαστάσεων έργο 3000 τμ με τίτλο Ceiling (2010), όπου ο ζωγράφος εξυμνεί τους γλύπτες Φειδία και Πραξιτέλη.

Ο επιμελητής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης με αφορμή μία αναδρομική έκθεση το 1994 τον είχε χαρακτηρίσει «επιδραστικό ανάμεσα στους καλλιτέχνες, ακατάληπτο για πολλούς κριτικούς, θηριωδώς δυσνόητο όχι μόνο για το ευρύ κοινό αλλά και για τους σοφιστικέ μυημένους της μεταπολεμικής τέχνης» ενώ ο κριτικός Ρόμπερτ Χιουζ τον αποκάλεσε «Τρίτο άνθρωπο» δίπλα στους Τζάσπερ Τζόουνς και Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ.

Μπρούτα σε παρουσιαστικό, τα γλυπτά του οδηγούν συνειρμικά σαν κιβωτοί στην απώλεια, σε πρόσωπα και πράγματα τεθνεώτα. Και ο ίδιος παρομοίαζε την γλυπτική του με την ποίηση του Όμηρου, που κατά την άποψή του ανήκε στους ηττημένους και τους νεκρούς αναζητώντας ίχνη και μνήμες από το παρελθόν.

Η έκθεση Cy Twombly Sculptures εγκαινιάζεται στις 30 Σεπτεμβρίου και θα διαρκέσει ως τις 21 Δεκεμβρίου.

Στην γκαλερί Gagosian Grosvenor Hill, Λονδίνο