Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Add mononews.gr on Google

Οι κάμερες ασφαλείας έχουν πάψει εδώ και χρόνια να αποτελούν προνόμιο επιχειρήσεων, τραπεζών ή μεγάλων κτιρίων. Με το κόστος αγοράς να έχει μειωθεί δραστικά και τις «έξυπνες» συσκευές να προσφέρουν ζωντανή παρακολούθηση μέσω κινητού τηλεφώνου, ολοένα και περισσότεροι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων επιλέγουν να εγκαταστήσουν συστήματα βιντεοεπιτήρησης για την προστασία της περιουσίας τους.

Ωστόσο, η επιθυμία για μεγαλύτερη ασφάλεια δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται η ανεξέλεγκτη παρακολούθηση γειτόνων, επισκεπτών και κοινόχρηστων χώρων, με την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) να δέχεται συνεχώς καταγγελίες από άλλους συνιδιοκτήτες πολυκατοικιών ή διπλανών οικοδομών για παράνομη χρήση καμερών.

1

Στις πολυκατοικίες, το δικαίωμα προστασίας της περιουσίας συγκρούεται σε μεγάλο βαθμό με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, κάτι που οδηγεί ουκ ολίγες φορές σε δικαστικές διαμάχες ή ακόμη και στην επιβολή κυρώσεων.

Το νομικό πλαίσιο διαμορφώνεται κυρίως από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR) και τις κατευθυντήριες οδηγίες της ΑΠΔΠΧ, οι οποίες θέτουν συγκεκριμένα όρια για το πού και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να λειτουργεί ένα σύστημα βιντεοεπιτήρησης.

Πού μπορεί να εγκαταστήσει κάμερα ένας ιδιοκτήτης χωρίς τη συναίνεση κανενός

Η βασική διάκριση γίνεται μεταξύ ιδιωτικών και κοινόχρηστων χώρων. Όταν η επιτήρηση περιορίζεται αποκλειστικά σε χώρο που ανήκει στον ίδιο τον ιδιοκτήτη και δεν καταγράφει πρόσωπα ή χώρους τρίτων, η εγκατάσταση κάμερας είναι καταρχήν επιτρεπτή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση κάμερας στο εσωτερικό του διαμερίσματος ή στο εσωτερικό μιας αποθήκης που ανήκει αποκλειστικά στον ιδιοκτήτη. Στις περιπτώσεις αυτές δεν τίθεται ζήτημα παρακολούθησης τρίτων προσώπων και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται κάποια προηγούμενη έγκριση από την πολυκατοικία.

Αντίστοιχα, σε έναν κλειστό ιδιωτικό χώρο στάθμευσης ή σε γκαράζ αποκλειστικής χρήσης, η εγκατάσταση κάμερας είναι συνήθως νόμιμη, εφόσον το πεδίο λήψης δεν επεκτείνεται σε κοινόχρηστους χώρους ή σε γειτονικές ιδιοκτησίες.

Μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, αποτελεί η περίπτωση του μπαλκονιού, όπου πολύ συχνά τοποθετούνται κάμερες, ειδικά στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο. Παρότι το μπαλκόνι αποτελεί τμήμα της οριζόντιας ιδιοκτησίας κάθε ιδιοκτήτη, μια κάμερα που τοποθετείται εκεί καταγράφει αναπόφευκτα ορισμένα τμήματα του δρόμου, την είσοδο της πολυκατοικίας ή ακόμη και γειτονικά μπαλκόνια. Σε αυτές τις περιπτώσεις ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας, καθώς η παρακολούθηση παύει να αφορά αποκλειστικά τον ιδιωτικό χώρο του ιδιοκτήτη.

Συνεπώς, εφόσον η κάμερα δεν είναι εντελώς στραμμένη προς την είσοδο του διαμερίσματος, αλλά καταγράφει χώρους όπου κινούνται τρίτοι, ισχύουν οι κανόνες που θα δούμε στη συνέχεια για τους κοινόχρηστους χώρους.

Είσοδος, πυλωτή και πάρκινγκ: Πότε επιτρέπονται κάμερες στους κοινόχρηστους χώρους

Οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας αντιμετωπίζονται προφανώς διαφορετικά, καθώς δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κάποιον ιδιοκτήτη, αλλά εξυπηρετούν όλους τους συνιδιοκτήτες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται συνήθως η είσοδος, το κλιμακοστάσιο, οι διάδρομοι, ο ανελκυστήρας, η πυλωτή και οι κοινόχρηστοι χώροι στάθμευσης.

Κατά συνέπεια, κανένας ιδιοκτήτης δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς ότι θα τοποθετήσει κάμερα που καταγράφει αυτούς τους χώρους.

Η εγκατάσταση συστήματος βιντεοεπιτήρησης σε κοινόχρηστο χώρο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για λόγους ασφαλείας και υπό την προϋπόθεση ότι η επιτήρηση περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία σημεία.

Η είσοδος της πολυκατοικίας αποτελεί το συνηθέστερο παράδειγμα. Μια κάμερα που εστιάζει αποκλειστικά στην πόρτα εισόδου και αποσκοπεί στην αποτροπή διαρρήξεων είναι πολύ πιο εύκολο να θεωρηθεί νόμιμη από μία κάμερα που καταγράφει συνεχώς ολόκληρο το πεζοδρόμιο ή τον δημόσιο δρόμο.

Αντίστοιχα, σε υπόγεια γκαράζ ή χώρους αποθηκών όπου έχουν σημειωθεί κλοπές ή βανδαλισμοί, η εγκατάσταση συστήματος επιτήρησης μπορεί να δικαιολογηθεί ευκολότερα, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση ότι η λήψη περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο.

Αντίθετα, η συνεχής παρακολούθηση διαδρόμων, κλιμακοστασίων ή σημείων όπου μπορεί να καταγράφεται συστηματικά η καθημερινότητα των ενοίκων θεωρείται πολύ πιο προβληματική. Ο λόγος είναι ότι μέσα από μια τέτοια επιτήρηση μπορεί να εξαχθούν συμπεράσματα για τις συνήθειες, τις επισκέψεις και τις κινήσεις των κατοίκων του κτιρίου.

Η απόφαση της γενικής συνέλευσης: Αρκεί πλειοψηφία ή απαιτείται ομοφωνία;

Εφόσον πρόκειται για κοινόχρηστο χώρο, η εγκατάσταση καμερών δεν μπορεί να αποφασιστεί ατομικά από έναν ιδιοκτήτη ή από τον διαχειριστή, αλλά απαιτείται προηγούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών.

Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν ο κανονισμός της πολυκατοικίας περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις για έργα ασφαλείας ή για παρεμβάσεις στους κοινόχρηστους χώρους. Αν υπάρχει σχετική πρόβλεψη, εφαρμόζεται η διαδικασία και η πλειοψηφία που ορίζει ο κανονισμός.

Όταν δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη, η κρατούσα άποψη είναι ότι η εγκατάσταση συστήματος ασφαλείας μπορεί να εγκριθεί με την πλειοψηφία που απαιτείται για τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων της πολυκατοικίας, εφόσον εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό ασφαλείας και δεν επιφέρει ουσιώδη μεταβολή του προορισμού του κοινόχρηστου χώρου.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια απόφαση της γενικής συνέλευσης αρκεί για να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε μορφή παρακολούθησης. Το δίκαιο προστασίας προσωπικών δεδομένων λειτουργεί αυτοτελώς και θέτει δικούς του περιορισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να παρακαμφθούν από μια απόφαση γενικής συνέλευσης ούτε κάποιο άλλο ιδιωτικό έγγραφο

Έτσι, ακόμη και αν όλοι οι συνιδιοκτήτες συμφωνήσουν, η εγκατάσταση πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της ελαχιστοποίησης των δεδομένων που επιβάλλει ο GDPR.

Πότε οι κάμερες παραμένουν παράνομες ακόμη και αν συμφωνήσουν όλοι οι ένοικοι

Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις που επικρατούν στις πολυκατοικίες. Η απόφαση των συνιδιοκτητών δεν αρκεί για να παρακαμφθεί η νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων.

Συνεπώς, μπορεί να παραμένει παράνομη μια κάμερα που καταγράφει συστηματικά τον δημόσιο δρόμο, το πεζοδρόμιο ή γειτονικές ιδιοκτησίες, ακόμη και αν η εγκατάστασή της έχει εγκριθεί από όλους τους ενοίκους.

Το ίδιο ισχύει όταν η επιτήρηση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ασφαλείας. Για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να δικαιολογηθεί η συνεχής παρακολούθηση ολόκληρου του κλιμακοστασίου ή όλων των εισόδων των διαμερισμάτων μιας πολυκατοικίας μόνο και μόνο επειδή κάποιος φοβάται μια πιθανή κλοπή.

Αντίστοιχα, προβλήματα νομιμότητας μπορεί να δημιουργηθούν όταν το καταγεγραμμένο υλικό διατηρείται για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα ή όταν αποκτούν πρόσβαση σε αυτό πρόσωπα που δεν έχουν σχετική αρμοδιότητα.

Καταγγελίες, αγωγές και πρόστιμα: Τι μπορεί να κάνει ο γείτονας που θεωρεί ότι παρακολουθείται

Όταν ένας ένοικος θεωρεί ότι παρακολουθείται παράνομα, δεν είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί την κατάσταση ούτε να αρκεστεί σε μια σύσταση προς τον γείτονά του που έχει εγκαταστήσει κάμερες.

Η πρώτη και συνηθέστερη επιλογή είναι η υποβολή καταγγελίας στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία μπορεί να διερευνήσει τη νομιμότητα του συστήματος και να διατάξει τη συμμόρφωση ή ακόμη και την αφαίρεσή του.

Παράλληλα, ο θιγόμενος μπορεί να προσφύγει με αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια ζητώντας την παύση της προσβολής της προσωπικότητάς του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, είναι δυνατό να ζητηθεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ώστε η κάμερα να απενεργοποιηθεί άμεσα μέχρι να εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση.

Επιπλέον, εφόσον αποδειχθεί ότι η παράνομη παρακολούθηση προκάλεσε ηθική βλάβη ή άλλη ζημία, μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση αποζημίωσης κατά του υπεύθυνου της επεξεργασίας.