Πολιτισμός

Νίκος Μπακουνάκης: Αναμνήσεις από το Συγκρότημα Λαμπράκη


Με το νέο του βιβλίο Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο (εκδ. Πόλις, 2021), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Μπακουνάκης προσφέρει μία προνομιούχο (παρασκηνιακή) ματιά στην πιο συναρπαστική πλευρά του επαγγέλματός του.

Αποτελεί ιδιότυπο κράμα αυτοβιογραφίας και ιστορικού, σχολιαστικού δοκιμίου.

Ξεκινώντας από το πώς διαμορφώθηκε η παράδοση του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ και της βιβλιοκρισίας στις ελληνικές εφημερίδες. Την οποία ο ίδιος ανέπτυξε (ίσως όσο κανείς άλλος σε ευρεία κλίμακα) διευθύνοντας το ένθετο Βιβλία στην εφημερίδα Το Βήμα (1997-2018). Απλώνεται ύστερα σε ανέκδοτα γεγονόταν γύρω από ιστορικές φιγούρες του πάλαι ποτέ Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη.

Πώς το περιγράφουν οι επιμελητές: «Καλύπτει μια περίοδο σαράντα ετών, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως σήμερα. Η Πάτρα, η Αθήνα, το Παρίσι είναι οι χώροι δράσης του ήρωα-αφηγητή.

Στο φόντο, εκδότες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, συναντήσεις με αξιομνημόνευτους ανθρώπους, εφημερίδες, βιβλιοπωλεία, μπαρ και εστιατόρια, διαμάχες και αντιπαραθέσεις, απογοητεύσεις και θρίαμβοι, διαψεύσεις και χρεοκοπίες.

Αλλά πάνω απ’ όλα, η ακατάλυτη σχέση γραφής και ανάγνωσης».

Άρχισε να γράφει το συγκεκριμένο βιβλίο εν έτει 2017, όταν το Συγκρότημα Λαμπράκη (ή απλώς το Συγκρότημα) απειλούταν με οριστικό κλείσιμο. Ταυτόχρονα, το ένθετο που ο ίδιος είχε δημιουργήσει συμπλήρωνε τότε είκοσι χρόνια ζωής.

Η πλευρά του βιβλίου που αφορά άγνωστες πληροφορίες για γνωστά πρόσωπα δεν θα αφήσει κανέναν αδιάφορο. Αποτελεί όμως μόνο ένα μέρος της σημασίας του πρωτότυπου αυτού μελανοδοχείου.

Το ένθετο Βιβλία έθεσε σε κίνηση σύσσωμη την οικονομία γύρω από τον εκδοτικό χώρο αλλά και τα πανεπιστήμια, τους φοιτητές, τις εκθέσεις, τους αναγνώστες. Η οικονομικές του συνδηλώσεις δηλαδή αποδείχθηκαν πολύ ευρύτερες από τον βασικό τους σκοπό.

Το Όταν έπεσα στο μελανοδοχείο, με τον ποιητικά ακριβή τίτλο, ξεκινάει από την εποχή που ο Νίκος Μπακουνάκης διαμορφώθηκε ως δημοσιογράφος υπό τη σκέπη του αείμνηστου Χρήστου Λαμπράκη.

Αποτελούσε τότε το μοναδικό αμιγώς δημοσιογραφικό «μαγαζί» της Ελλάδας. Ο ιστορικός εκδότης το στελέχωσε με ανθρώπους υψιπετούς παιδείας και κύρους, όπως ο διευθυντής Λεωνίδας Ζενάκος.

Την εποχή όπου η φενάκη της οικονομικής ευμάρειας συνοδευόταν από την επίπλαστη ανάγκη να ευφραίνει κανείς την ψυχή του με πολιτισμό και τέχνη.

Εκείνη την περίοδο, όποιος «έμπαινε» (παρουσιαζόταν) στα Βιβλία του Βήματος (εξίσου και στο έτερο τμήμα του Πολιτισμού), είχε περίπου εγγυημένη φήμη και κατά συνέπεια, χρήμα.

Αλλά για να εξασφαλίσει κανείς είσοδο στον απαιτητικό αυτό βωμό της διανόησης, έπρεπε πρώτα να αποδείξει τη σπουδαιότητά του…

Όπως χαρακτηριστικά διαπίστωσε ο Νίκος Μπακουνάκης συνομιλώντας με τον Γρηγόρη Μπέκο (από Το Βήμα): Πριν από την εμφάνιση του ενθέτου «το βιβλίο παρέμενε ένα σημείωμα ή μια σελίδα μέσα σε μια εφημερίδα, δεν είχε τη δική του αυτονομία».

Και συνεχίζει: «Το βιβλίο ήταν τότε ταυτισμένο με την ποίηση και την πεζογραφία. Δεν υπήρχε πουθενά το άλλο βιβλίο. Οπότε το ένθετο Βιβλία ήρθε και έδωσε χώρο σε όλα τα είδη βιβλίων, φέρνοντάς τα στο προσκήνιο».

Και όπως ήδη παρατηρήθηκε, το ένθετο «επέκτεινε επίσης την ορατότητα του βιβλίου ως πολιτιστικού προϊόντος. Μου έλεγε η αείμνηστη εκδότρια της Εστίας Μάνια Καραϊτίδη πως οτιδήποτε παρουσιαζόταν στο Βήμα άρχιζε την αμέσως επόμενη μέρα να έχει μεγαλύτερη ζήτηση. Δηλαδή το ένθετο αύξησε την εμπορικότητα του βιβλίου».

Εν κατακλείδι, «λειτούργησε ως μια μαρτυρία για το γεγονός ότι κάτι άλλαζε εντυπωσιακά στον εκδοτικό χώρο…την ωρίμανση ενός ολόκληρου επιχειρηματικού κλάδου».

Ο Νίκος Μπανουκάκης αναφέρεται και με το γνωστό του μπρίο στα πρώτα του βήματα, όταν ξαφνικά πέρασε από τα κόμικ στον Αλμπέρ Καμί όπως χαρακτηριστικά ομολογεί στην ίδια συνέντευξη.

Για να ομολογήσει ότι η είσοδός του στη δημοσιογραφία αποτέλεσε ένα μάλλον τυχαίο γεγονός. Αν και καθόλου τυχαία δεν υπήρξε εκείνος τόσο καθοριστικός στην ειδικότητά του.

Παράλληλα έγραφε ιστορικά μυθιστορήματα και δίδασκε Πρακτική της Δημοσιογραφίας και Τεχνικών Αφήγησης στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (αναφέρεται και σε αυτό).

Ο Χρήστος Λαμπράκης με τον οποίο συνεργάστηκαν στο Μέγαρο Μουσικής (στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής), απολαμβάνει ιδιαίτερη μνεία.

Όχι ως άνδρας που εμμέσως άσκησε πολιτική αλλά ως αναγεννησιακή προσωπικότητα. Με ανομολόγητη αποστολή τη μόρφωση και διαμόρφωση του έθνους.

Εκείνος εξάλλου έφερε στο φύλλο τα ιερά τέρατα (πλέον) Μαρωνίτη, Τερζάκη, Πλωρίτη, μεταξύ άλλων.

Η εφημερίδα συνομίλησε δημιουργικά με την κοινωνία. Η επιρροή της μετριόταν ανάλογα με τη διεισδυτικότητά της σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας.

Ο Νίκος Μπακουνάκης έγινε μέλος του συγκροτήματος το 1987 όταν μεσουρανούσε στον αντίποδα το Κλικ των Τερζόπουλου – Κωστόπουλου

Οπωσδήποτε η αυτοβιογραφική πλευρά του βιβλίου εμπλουτίζεται από πλήθος ανεκδοτολογικών στοιχείων από τον δημοσιογραφικό κλάδο.

Ωστόσο δεν θα αφήσουν αδιάφορο τον μέσο αναγνώστη αφού αποτυπώνουν με ενάργεια τη δύναμη του τύπου ή της τέταρτης εξουσίας στη κυρίαρχη κουλτούρα και πολιτική (εκείνης της εποχής).

Με αποκορύφωμα τον πανίσχυρο Σταύρο Ψυχάρη στα χέρια του οποίου το ιστορικό Συγκρότημα μετατράπηκε σε παρανάλωμα…

Σήμερα, ο αδίστακτος τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε την εξουσία προκαλεί δέος. Ίσως και θαυμασμό. Με την πτώση του Σταύρου Ψυχάρη, τα ελληνικά ΜΜΕ άλλαξαν σελίδα.

Ο Νίκος Μπακουνάκης τον χαρακτηρίζει «μοιραίο άνθρωπο» αφού ήταν υπεύθυνος για την εξάλειψη της «αιωνόβιας δημοσιογραφικής κουλτούρας» του Συγκροτήματος Λαμπράκη (όπως παρατήρησε σε  συνέντευξή του στη Lifo με την οποία τώρα συνεργάζεται διατηρώντας, μεταξύ άλλων, και podcast).

«Ο Ψυχάρης συνέβαλε καταλυτικά στην ανανέωση της εφημερίδας και ως διευθυντής ήταν εξαιρετικός. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 κανείς δεν περίμενε ότι μετά τον θάνατο του Χρήστου Λαμπράκη, το 2009, θα γινόταν εκδότης».

Και πρόσθεσε με δέουσα αξιοπρέπεια: «Έγινε, όμως, ο μοιραίος εκδότης, αφού οδήγησε τον οργανισμό στη χρεοκοπία, με αποτέλεσμα να είναι ο υπεύθυνος για την εξάλειψη μιας σχεδόν αιωνόβιας δημοσιογραφικής κουλτούρας, της «δημοσιογραφικής κουλτούρας Λαμπράκη». Γενικά, είχαμε πολύ καλές σχέσεις αλλά και στιγμές έντασης, οι οποίες εκτονώνονταν κυρίως με σημειώματα».

Το επάγγελμα που ο Νίκος Μπακουνάκης ξεκίνησε στα πρώτα νεανικά του χρόνια έχει αλλάξει άρδην. Αλλά όχι και στον βασικό του συστατικό πυρήνα, την πρωτογενή ενημέρωση και την επικοινωνία.

Το βιβλίο του αναφέρεται στα περάσματα από τη γραφομηχανή, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και σήμερα στην εικονική εργασία μέσα από τις οθόνες -αλλά χωρίς τόνο νοσταλγίας.

Όπως ομολογεί στο Βήμα, «από την άλλη μεριά δεν έχω και κάποιον ιδιαίτερο θαυμασμό για ό,τι συμβαίνει σήμερα. Σκέφτομαι τα φυσικά γραφεία των εφημερίδων ως ένα απαραίτητο πεδίο κοινωνικότητας, ανταλλαγής και δημιουργικής ζύμωσης που αν χαθεί στο εγγύς μέλλον, θα στοιχίσει πολύ, πιστεύω, και στο περιεχόμενο του ίδιου του επαγγέλματος».

Όλοι όσοι συνεργάστηκαν με τον Νίκο Μπακουνάκη τον θυμούνται ως «εμπνευστικό» αρχισυντάκτη. Έχει αφήσει και εκείνος εποχή…


ΣΧΟΛΙΑ