Πολιτισμός

Η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει τον καθηγητή στη Ζυρίχη Γ. Ι. Γκέκο για την «Επιστροφή»

Γεώργιος Γκέκος


Η Ακαδημία Αθηνών βράβευσε το έργο του ιστοριοδίφη καθηγητή στο πολυτεχνείο της Ζυρίχης Γεώργιο Γκέκο για την πρωτότυπη μελέτη του Η Επιστροφή 1822-1823, Αγωνιστές του Α. Υψηλάντη στον δρόμο για την Ελλάδα (εκδ. Καπόν) -διάκριση που αποκτά ιδιαίτερη σημασία την αυγή του 2021 και την επέτειο διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Το βιβλίο του φωτίζει μια άγνωστη πτυχή στην κομβική στιγμή του απελευθερωτικού αγώνα, όταν αυτή βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.

Αφορά τα παρελκόμενα του επεισοδίου, που σηματοδότησε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης: Στις 6 Μαρτίου του 1821 φορώντας ρωσική στολή και συνοδευόμενος από μια χούφτα ακολούθους, ο (υποστράτηγος του αυτοκρατορικού στρατού) 28χρονος Αλέξανδρος Υψηλάντης μπήκε στην οθωμανική επικράτεια με βάρκα διασχίζοντας τον ποταμό Προύθο: Έφτασε στο Ιάσιο, πρωτεύουσα της Μολδαβίας όπου τον υποδέχτηκε ο φαναριώτης ηγεμόνας απορρίπτοντας έτσι τον μονάρχη σουλτάνο του.

Εκεί τυπώθηκε η διακήρυξη που σύντομα θα κυκλοφορούσε σε όλη την Ευρώπη. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι ο Υψηλάντης κατάφερε να συγκεντρώσει δύναμη περίπου οκτώ χιλιάδων ανδρών, οι περισσότεροι από τις ηγεμονίες της Μολβαδίας και της Βλαχίας. Λίγοι τον είχαν συνοδεύσει από τη Ρωσία. Η Φιλική Εταιρεία είχε ιδρυθεί με την εντύπωση ότι ο Υψηλάντης συμβόλιζε τη στήριξη της Ρωσίας. Όμως μόλις ο τσάρος ενημερώθηκε για την εξέγερση στη Μολδαβία, αμέσως απέταξε τον πρώην έμπιστό του υποστράτηγο. Ήθελε διατήρηση του status quo.

Παρά τις προσπάθειες του Υψηλάντη να κρατήσει τα προσχήματα στα μάτια των επαναστατών, η εξέγερση έχασε την ορμητικότητά της. Στη μάχη του Δραγατσανίου στη Βλαχία, τα στρατεύματα της Φιλικής Εταιρείας κατατροπώθηκαν από πολύ μικρότερη οθωμανική δύναμη. Μερικοί πολέμησαν μέχρι τέλους. Άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και εκτελέστηκαν και ο Υψηλάντης φυλακίστηκε από τους Αυστριακούς. Συντεντριμμένος, άφησε την τελική του πνοή σε ηλικία τριάντα πέντε ετών.

Ύστερα από την ατιμωτική αποτυχία

Η έρευνα του Γεώργιου Γκέγκου για τους αγωνιστές του Αλέξανδρου Υψηλάντη αφορά τα τεκταινόμενα μετά  από αυτήν την ατιμωτική αποτυχία στη Μολδοβλαχία.

Πολλοί εξ αυτών κατέφυγαν στην Οδησσό και ύστερα ακολούθησαν μακρά και εφιαλτική πορεία επιστροφής μέσα από την ανατολική και κεντρική Ευρώπη με στόχο να φτάσουν στη Μασσαλία. Από εκεί θα επιβιβάζονταν σε καράβια με προορισμό το Αιγαίο. Εξαθλιωμένοι, λαβωμένοι, πεινασμένοι, εκτεθειμένοι στον βαρύ χειμώνα, πολλοί εξ αυτών πέθαιναν καθ’ οδόν.

Η εξοντωτική οδύσσεια επιστροφής μέσα από τη Ρωσία, την Πολωνία και τη Γερμανία, κατέληξε στην Ελβετία. Εκεί καθηλώθηκαν για μερικους μήνες από τις Μεγάλες Δυνάμεις οι λίγοι στρατιώτες που απέμειναν ζωντανοί καθότι η Γαλλία είχε κλείσει για αυτούς τα σύνορά της (η Ιστορία επαναλαμβάνεται…).Από τους χίλιους που ξεκίνησαν την πορεία του νόστου, είχαν επιβιώσει λιγότεροι από διακόσοι.

Στην φτωχή ακόμη αλλά πάντα ουδέτερη Ελβετία λειτουργούσαν ήδη πάνω από εκατό φιλελληνικοί σύλλογοι που είχαν ιδρυθεί ύστερα από παρότρυνση και κινητοποίηση της πνευματικής ελίτ. Ανάμεσά τους, ο σύλλογος της Ζυρίχης ανέλαβε τον συντονιστικό ρόλο της περίθαλψης αυτών των προσφύγων και εμμέσως της στήριξης του επαναστατικού Αγώνα. Στα ταμεία του συλλόγου της Ζυρίχης από τον Νοέμβριο 1821 μέχρι τον Φεβρουάριο 1827 εισέρρευσαν σχεδόν εξήντα δύο χιλιάδες φιορίνια από εράνους, παρά το γεγονός ότι η χώρα ακόμη δεν είχε εξ ολοκλήρου αναβιώσει από έναν καταστροφικό λιμό λίγα χρόνια νωρίτερα.

Η κινητοποίηση της τοπικής κοινωνίας υπήρξε ακαριαία. Οι ελβετοί πολίτες, η εκκλησία και ο Τύπος αγκάλιασαν τους πολεμιστές ανεπιφύλακτα. Δεν συνέβαλαν μόνο στην επιβίωσή τους προσφέροντας φιλοξενία, φαγητό, ρούχα και ιατρική περίθαλψη. Αφιέρωσαν και χρόνο για να ακούσουν τις ηρωϊκές, συγκινητικές αφηγήσεις τους.

Εν συνεχεία κατέγραψαν την καθημερινότητα των φιλοξενούμενών τους, τις περιπέτειες, τα ονόματά τους, τις αφηγήσεις των πρώτων ημερών της Επανάστασης σε συγκινητικά συγγράμματα και εκδόσεις της εποχής. Αναφέρθηκαν στα προβλήματα συνεννόησης λόγω διαφορετικής γλώσσας και στις γέφυρες επικοινωνίας που δημιουργήθηκαν ανάμεσά τους. Τα αισθήματα ευγνωμοσύνης για τους σωτήρες τους εκφράζονταν με τα μάτια και τα χέρια. Η πρωτόφαντη ανθρωπιά στην Ελβετία «όπου πολλά μάτια βούρκωσαν» με την τραγωδία τους αναγνωρίστηκε από όλους.

Πάνω από όλα, εκτιμήθηκε ο πόθος του νόστου αυτών των κατατρεγμένων πολεμιστών. Μία σύγκαιρη εγκύλιος τους χαρακτηρίζει «ήσυχους και εσωστρεφείς, που δεν λαχταρούν τίποτε περισσότερο από την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού». Οι ιδιαίτερες φυσιογνωμίες τους («που πολλές εξεφραζαν δύναμη και αντοχή, άλλες καλοσύνη, μερικές αγριάδα και πονηριά»), απαθανατίστηκαν σε εντυπωσιακά πορτρέτα τα οποία παρατίθενται στο βιβλίο, μαζί με καταλόγους με τα ονόματα και τους τόπους καταγωγής τους.

Οι ευεργέτες τους βέβαια δεν έκρυψαν την αγανάκτησή τους όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την άρνηση των πολεμιστών να αποκτήσουν τεχνική εκπαίδευση… Ο Καποδίστριας διεμήνυε τότε ότι αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει θεμέλιο του νέου έθνους.

Η διεθνής διάσταση

Αποθησαυρίζοντας όλα αυτά τα ιστορικά τεκμήρια, ο Γεώργιος Γκέκος αναδεικνύει ακόμη μία ιστορία αγνού πατριωτισμού και φιλελληνισμού. Ο ομότιμος καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης έχει και στο παρελθόν ασχοληθεί με το ζήτημα με την επιμέλεια του συλλογικού τόμου Έλληνες στη Ζυρίχη και τη μονογραφία Η ελληνική παρουσία στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης.

Με την Επιστροφή 1822 – 1823, Αγωνιστές του Α. Υψηλάντη στον δρόμο για την Ελλάδα επανέρχεται ιδιαίτερα έντονα και πάλι ο ρόλος των ξένων δυνάμεων στην εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας. Φαναριώτες, λόγιοι, έμποροι, πλοιοκτήτες διεύρυναν τη σύγκρουση πέρα από τα τοπικά όρια. Η διεθνής διάσταση κατέστησε εφικτή την αποφασιστική έκβαση της Επανάστασης για ακόμη μια φόρα.

Από την άλλη, βαθύνει τη διαίρεση της εγχώριας κοινωνίας (η αντίθεση του εκσυγχρονιστών του Μαυροκορδάτου με τους τοπικιστές οπλαρχηγούς), που αποτελεί μέρος της κληρονομιάς της από τότε μέχρι σήμερα.

Την 11η Μαΐου 1823 η γαλλική κυβέρνηση υποχώρησε και έτσι άνοιξε ο δρόμος για τη διέλευση των προσφύγων. Τρία καράβια ναυλωμένα από τους φιλελληνικούς συλλόγους οδήγησαν εκατόν πενήντα οκτώ αγωνιστές στη Μασσαλία και την πολυπόθητη «ελληνική» γη. Από τότε, τα χνάρια τους χάνονται στο ρου της Ιστορίας.


ΣΧΟΛΙΑ