Με την Πανδώρα Σταφυλά, ο Χ. Α. Χωμενίδης αποκρυσταλλώνει το πορτρέτο της σύγχρονης Ελληνίδας και μάλιστα στο άνθος της. Εκείνος νομίζει ότι η ηρωίδα του αντλεί την καταγωγή της από τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη και την Παράξενη κοπέλα του Χιώτη. Η Πανδώρα (εκδ. Πατάκη, 2025) ωστόσο αντανακλά ό,τι πιο ζωντανό, παλλόμενο και πονεμένο έχει να αναδείξει αυτή η γενιά. Το παράδοξο όσο και το γοητευτικό της ιστορίας προκύπτει από το γεγονός ότι και αυτή η φερώνυμη πρωταγωνίστρια πλάθεται μέσα από το βλέμμα ενός άνδρα. Μετά το Σοφό παιδί και τη Νίκη, ο Χρήστος Χωμενίδης αναδεικνύεται πιο δροσερός και ευαίσθητος από ποτέ.

«Δεν πρόκειται για φόβο εγκατάλειψης, για άρνηση να δεθεί ξανά με ανθρώπους. Αλλά για τον γνωστό της ίλιγγο εμπρός στην τυχαιότητα. Με το να μη μασάει η Πανδώρα με θρησκείες και ιδεολογίες, με το να μην πιστεύει σε κανενός είδους πεπρωμένο (θα το έβρισκε κατώτερο της ευφυΐας και του μαθηματικού μυαλού της), καταδικάζει τον εαυτό της να αιωρείται πάνω από την άβυσσο. “Όλοι πάνω από την άβυσσο αιωρούμαστε… Απλώς οι περισσότεροι δεν το συνειδητοποιούν ούτε για μια στιγμή…”».

1

Η Πανδώρα Σταφυλά μοιάζει απονευρωμένη. Μεγαλωμένη σε μικροαστικό περιβάλλον, αυτή η νυν φοιτήτρια Μηχανικός του Μετσόβειου Πολυτεχνείου παρουσιάζεται κάπως αδιάφορη και με μια τάση απομυθοποίησης των πάντων.

Ο πατέρας της ο Στέλιος από τη Σταφιδούπολη, (όπου και παραμένει), ένας τροτσκιστής με παρωπίδες και αιώνιος λογιστής σε εταιρεία για τη βολή του. Χωρισμένος από τη μητέρα της τη Δήμητρα. Εκείνη, πάλαι ποτέ γοητευτική, τώρα βρίσκεται έγκλειστη σε ψυχιατρείο όπου και την επισκέπτεται ενίοτε η Πανδώρα. Η λοξή μητέρα της όμως μέσα στην τρέλα της παραμένει για πάντα ο πιο φωτεινός της δεσμός. Και με ποιητική άδεια, ικανή να κρίνει με απαράμιλλη διαύγεια την πραγματικότητα.

Με τον Σταμάτη, τη σχέση της, με το τροφαντό «πουλί-ιππότη», καλλιτέχνη του δρόμου και στο τρίτο έτος Μεταλλειολόγων, η Πανδώρα συμπεριφέρεται διεκπεραιωτικά και το σεξ μοιάζει μάλλον φλατ. Με μια κάποια περιουσία, εκείνος τα έχει όλα τακτοποιημένα. Η συμφοιτήτριά της η Σάντρα, «παρά το μπαρουτοκαπνισμένο της ύφος στις πορείες, το ηδυπαθές -της μοιραίας γυναίκας- στα μπαρ και στις συναυλίες, η Σάντρα ήταν ένα νοικοκυροκόριτσο που έμενε με τους γονείς της στο Μαρούσι».

Όταν παρουσιάστηκε η ευκαιρία της ζωής της να  γυρίσει για πάντα σελίδα, η Πανδώρα δεν αμφιταλαντεύτηκε λεπτό. Ο βαθύπλουτος θείος του πατέρα της και άλλοτε πανίσχυρος βουλευτής της Σταφιδούπολης Λάκης Σταφυλάς απεβίωσε. Στη διαθήκη του υπόσχεται να της κληροδοτήσει το Selfridges της Αθήνας, ένα εμπορικό κάτω από την Ομόνοια, από όπου θα παίρνει ενοίκιο είκοσι έξι χιλιάδες ευρώ το μήνα. Η προυπόθεση: Να καταφέρει να εκπροσωπήσει τη Σταφυδούπολη στη Βουλή. Να μην σπάσει η παράδοση του γένους Σταφυλά.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί σαστισμένος καθώς ο Χρήστος Χωμενίδης περιγράφει μία φαινομενικά κυνική νεαρή φοιτήτρια που γλυκαίνεται από το χρήμα και την εξουσία. Επιστρέφοντας στη Σταφιδούπολη για να οργανωθεί, βυθίζεται στην πολιτική και τη λάσπη της χωρίς να ορρωδεί προ ουδενός.

Η Πανδώρα δημιουργεί εκεί μια νέα οικογένεια. Απαρτίζεται καταρχήν από τον campaign manager που της «φορούν»: Ο Παναγής Αρέστης (βουλευτής της περιοχής και πρώην υπουργός με τη Δεξιά) της ρίχνει περίπου σαράντα χρόνια. Παρά το ηλικιακό χάος, η ίδια δηλώνει κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Στον προεκλογικό αγώνα για τον οποίο την ντρεσάρει με εντατικούς ρυθμούς, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι βαδίζει πάνω σε αιχμηρά γυαλιά. Ότι ο Παναγής Αρέστης θα υποκύψει στο γόητρο της Λολίτας του. Ο Χρήστος Χωμενίδης δεν βιάζεται να τακτοποιήσει το ζήτημα ανάμεσά τους. Προτιμάει το λανθάνων, το κυματιστό, να υφίσταται υπόρρητα προετοιμάζοντας το έδαφος για τη φοβερή ανατροπή στην τρίτη πράξη.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Χρήστος Χωμενίδης πλάθει το υλικό του με αιθέρια πλαστικότητα. Προσαρμόζει το γλωσσικό του ύφος με ιδιαίτερη ευκολία ανάμεσα στην «Τζεν Ζι» («είναι μικρός ο κόσμος σλατίνα μου»), τη λάσπη της πολιτικής («σου εύχομαι κορίτσι μου να τον φας αυτόν τον πούστη! Να γίνεις σαν τον παππού σου. Πρώτη κυρία του νομού») και τον έρωτα («γονατίζει εμπρός του…»). Χωρίς λογοτεχνίζον ύφος, ο Χρήστος Χωμενίδης μοιάζει απατηλά απλός: Κατρακυλάει η ιστορία από τα δάχτυλά του στο χαρτί. Ίσως γράφει για δικά του φαντάσματα.

Παράλληλα, οι διαφορετικές διαδρομές της πλοκής συναντιούνται οργανικά στην τελική, φοβερή λύση (και παραφράζοντας τον ποιητή χωρίς εκρήξεις, αλλά με έναν λυγμό).

Εκεί που φαινόταν ότι θα παραμείνει μία απονευρωμένη νεαρή σαν πρωταγωνίστρια του Μπρεσόν, τα πάντα αναποδογυρίζουν. Πρώτα συμβαίνουν τα γεγονότα, και ύστερα εκείνη αντιδρά σε αυτά και αντιλαμβάνεται τι νιώθει. Ο συγγραφέας αναβιώνει έξοχα τη λειτουργία της κεντρικής συνείδησης. Ο θεατής ξαφνιάζεται με τη συνείδησή της όπως και η ίδια με τα συναισθήματά της. Με αυτόν τον άνδρα της και τη μυρωδιά του…

Ο Χρήστος Χωμενίδης πιθανώς εικάζει ότι η ομορφιά βρίσκεται σε αυτή την αιώρηση στο άγνωστο. Σε αυτό το απροσδιόριστο όριο ανάμεσα στις βεβαιότητες, εκεί που χρειάζεται κανείς να εξερευνήσει σχεδόν τυφλά, να αφεθεί στην ευαλωτότητα, και αίρει τη σιγουριά του. Αντιλαμβάνεται πάντως ότι η ζωή δεν βιώνεται με «πρότζεκτ».

Ζωή, θάνατος, έρωτας, αθώοι, θήτες μεταπλασμένα από έναν συγγραφέα που πιθανότατα αμφιβάλλει για όλα. Υπάρχει διάφανη αλήθεια; Ίσως. Διότι τελικά ο ρεαλισμός, η μελαγχολία, η αυτοκαταστροφικότητα της ηρωίδας του σβήνουν τελικά από ένα πέπλο μυστηρίου, το άγγιγμα του έρωτα.

Πληροφορίες

Χ. Α. Χωμενίδης

Πανδώρα

Εκδόσεις Πατάκη

Μάρτιος 2025

Σελ. 429