Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του Ευάγγελου Βενιζέλου και του Νίκου Αλιβιζάτου, στην συνάντηση που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών για τη συνταγματική αναθεώρηση, είχε ενδιαφέρον όχι μόνο για όσα ειπώθηκαν αλλά και για όσα αποκαλύφθηκαν.
Διότι πίσω από τον νομικό λόγο, αναδείχθηκε μια βαθιά πολιτική στάση: η συστηματική προσπάθεια του Ευάγγελου Βενιζέλου να καταστήσει την αναθεώρηση θεσμικά επισφαλή και πολιτικά αμφίβολη. Είχε ήδη εκδηλώσει την πρόθεση του, εξάλλου, με το άρθρο του για «συνταγματικό λαϊκισμό».
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι νομικό αλλά πολιτικό: γιατί ο Βενιζέλος επιχειρεί, per mare per terra, να ναρκοθετήσει τη συνταγματική αναθεώρηση; Όχι να τη βελτιώσει ή να τη θωρακίσει, αλλά να την αναδείξει ως διαδικασία υψηλού ρίσκου, με σχεδόν βέβαιες πιθανότητες αποτυχίας.
Ο πυρήνας της θέσης του δεν αφορά το άρθρο 86 καθαυτό—όπου πέρα από την ιστορική του καταβολή και την ιστορική χρήση του φαίνεται να υπάρχει συμφωνία για την ουσιαστική κατάργηση του. Το άρθρο 86, εξάλλου, είναι στην πραγματικότητα το τελευταίο οχυρό μιας γενιάς πολιτικής εξουσίας που έμαθε να αυτοπροστατεύεται θεσμικά. Όχι να κρίνεται, αλλά να κρίνει. Όχι να λογοδοτεί, αλλά να ρυθμίζει τους όρους της λογοδοσίας της. Η κατάργησή του είναι πράξη στοιχειώδους δημοκρατικής κανονικότητας. Ευρύτερα, η στάση του Βενιζέλου, φαίνεται πως αφορά μια πάγια αντίληψη για το Σύνταγμα ως καθεστώς ισορροπιών που δεν πρέπει να μεταβάλλεται χωρίς συνθήκες υπερκομματικής συναίνεσης. Με απλά λόγια: καλύτερα καμία αναθεώρηση, παρά αναθεώρηση που θα φέρει σαφές πολιτικό αποτύπωμα μιας κυβέρνησης—και ειδικά του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Από αυτήν τη σκοπιά εξηγείται και η εμμονή του στη θέση ότι η αναθεωρητική αρμοδιότητα δεν μεταβιβάζεται αν η Βουλή που προκύπτει αμέσως μετά από εκείνη που έδωσε την έγκριση για την αναθεώρηση διαλυθεί — για οποιονδήποτε λόγο. Όχι επειδή δεν είναι «πολιτικά σταθερή», αλλά επειδή, κατά την ερμηνεία αυτή, η εντολή δεν επιβιώνει της διάλυσής της. Πρόκειται για μια ερμηνεία που νομικά μπορεί να θεωρηθεί ως υπεραυστηρή, πολιτικά, όμως, λειτουργεί ως μηχανισμός ακύρωσης της αναθεώρησης «εκ των υστέρων» — με την έννοια ότι, για «τεχνικούς λόγους» καταργεί αυτόματα τις αποφάσεις της προηγούμενης Βουλής. Η αναθεωρητική διαδικασία μηδενίζεται και απαιτείται εκ νέου κύκλος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται πολιτικά. Με βάση τις δημοσκοπικές προβλέψεις κατά τον Ευάγγελο Βενιζέλο έχει ήδη ακυρωθεί η συνταγματική μεταρρύθμιση Μητσοτάκη. Πολύ απλά δηλαδή, πίσω από τον νομικό λόγο, αναδύθηκε καθαρά μια πολιτική στρατηγική: η μετατροπή της αναθεώρησης σε θεσμικό ναρκοπέδιο, ώστε είτε να καθυστερήσει είτε να ακυρωθεί στην πράξη.
Επιπλέον: το Σύνταγμα προβλέπει ότι αν η πρώτη Βουλή εγκρίνει την ανάγκη αναθεώρησης με 180 ψήφους, η επόμενη αρκεί να εξειδικεύσει τις αλλαγές με 151. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται ο ανακριβής ισχυρισμός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «πρόδωσε» την εμπιστοσύνη της αντιπολίτευσης κατά την αναθεώρηση του άρθρου για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η Βουλή του 2019 έδωσε πράγματι με πλειοψηφία που υπερέβη τις 180 ψήφους την έγκριση για την αναθεώρηση, γεγονός που σήμαινε —ρητά και συνειδητά— ότι η επόμενη Βουλή του 2023 είχε ακριβώς την αρμοδιότητα να εξειδικεύσει το περιεχόμενο της αλλαγής και να πάρει την έγκριση με 151 ψήφους. Αυτό δεν είναι κατάχρηση εμπιστοσύνης. Είναι το νόημα της εντολής του συνταγματικού νομοθέτη.
Η Βουλή που εγκρίνει την ανάγκη αναθεώρησης δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει, το δικαίωμα να προκαθορίσει την τελική μορφή της. Αν το είχε, η διάκριση των δύο φάσεων θα ήταν κενή περιεχομένου. Η επίκληση, εκ των υστέρων, ηθικών ή πολιτικών δεσμεύσεων είναι απλώς ένας τρόπος αμφισβήτησης της ίδιας της αρχιτεκτονικής της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στη συζήτηση για τον δημοσιονομικό κόφτη. Εδώ, όμως, η εικόνα ήταν αποκαρδιωτική. Οι κατά τα άλλα εξαίρετοι συνταγματολόγοι εμφανίστηκαν αδιάβαστοι: δεν είχαν προφανώς δει τα σχετικά κείμενα του Γιώργου Αλογοσκούφη και του Τάσου Γιαννίτση, ούτε το σχετικό άρθρο αυτής της στήλης εδώ στο mononews («Κόφτης: ο εφιάλτης της αντιπολίτευσης», 5/2), δεν γνώριζαν τα μοντέλα της Σουηδίας και της Χιλής, και έμειναν καθηλωμένοι στο άκαμπτο γερμανικό μοντέλο, με πρόχειρες αναφορές στον αμερικανικό κόφτη που παραβιάζεται συστηματικά. Ούτε λέξη, δε, για τον κόφτη που ήδη επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το ουσιώδες, ωστόσο, αποσιωπήθηκε πλήρως: ο αποτελεσματικός δημοσιονομικός κόφτης λειτουργεί ex ante και όχι ex post. Δεν διορθώνει τις υπερβάσεις αφού συμβούν, τις αποτρέπει πριν συμβούν — εφόσον αποκλίνουν από τον προϋπολογισμό—κι αυτό είναι το Σουηδικό μοντέλο. Για μια χώρα όπως η δική μας, με ιστορική ροπή στο να παρακάμπτει τον προϋπολογισμό και να νομιμοποιεί εκ των υστέρων τις υπερβάσεις, αυτή η διάκριση είναι καθοριστική.
Η ex ante λειτουργία προϋποθέτει, βεβαίως, την ενίσχυση ενός θεσμού, όπως π.χ. το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, σε απολύτως ανεξάρτητη αρχή, με πραγματική δυνατότητα να μπλοκάρει αποκλίσεις, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων κρίσης — πανδημία, χρηματοπιστωτική κατάρρευση τύπου 2008–2010 κοκ.
Είτε πρόκειται για το άρθρο 86 είτε για τον δημοσιονομικό κόφτη, το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη νομικών επιχειρημάτων. Είναι η απροθυμία μεταφοράς πραγματικής εξουσίας εκτός πολιτικού ελέγχου. Όσο αυτό δεν λέγεται καθαρά, η θεσμική συζήτηση θα μεταμφιέζεται σε συνταγματική ευαισθησία ενώ στην πράξη θα λειτουργεί ως μηχανισμός ακινησίας. Και αυτή η ακινησία είναι η πιο ασφαλής συνταγή για να αποτύχει —ξανά— κάθε σοβαρή συνταγματική αναθεώρηση, απαραίτητη για τον 21ο αιώνα.
Διαβάστε επίσης
Το ΠΑΣΟΚ στο κενό: Διεύρυνση χωρίς σχέδιο εξουσίας
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- MSCI Greece Standard: Καμία νέα εισαγωγή – Στις 8 οι μετοχές του δείκτη
- Αλίκη Μαρτίνου: Η τέχνη ιστορικά συνδέεται με τη φιλανθρωπία
- Η μεθανόλη στη ναυτιλία: Aπό το FuelEU και το EU ETS στη στρατηγική τοποθέτηση κεφαλαίου
- Το ράλι της 3E, το νέο deal Εξάρχου και Aktor, το big short στην Bylot και ο Τράμπ, το beef Βαρδινογιάννη – Γκάλι, τι αγοράζει ο Προκοπίου, το χωριό του Πιερρ και ο λαμπερός γάμος Δασκαλάκη – Χασιώτη