Ηλιούπολη 2026. Δύο κορίτσια μόλις 17 ετών, που έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους, πέφτουν στο κενό από την ταράτσα μιας πολυκατοικίας. Το ένα παιδί νεκρό, το άλλο χαροπαλεύει.
Όχι, δεν είναι μια είδηση για τα δελτία ειδήσεων και τα πρωτοσέλιδα των sites. Δεν ΠΡΕΠΕΙ να είναι ακόμη ένα τραγικό περιστατικό που θα καταναλωθεί για λίγες ώρες στα δελτία, στα timelines και στις συζητήσεις των social media πριν χαθεί μέσα στην επόμενη επικαιρότητα.
Είναι μια κραυγή. Είναι δύο παιδιά 17 χρονών που έφυγαν πιασμένα χέρι – χέρι από έναν κόσμο που εμείς χτίσαμε και τους ζητήσαμε να αντέξουν.
Είναι ρε γαμώτο τα δικά μας παιδιά, και πόσο να αντέξουμε όλοι τον πόνο;
Γιατί το πιο ανατριχιαστικό δεν είναι μόνο ο θάνατος που από χθες σκέπασε την πατρίδα μας, τις οικογένειές μας.
Είναι ότι χιλιάδες παιδιά σήμερα καταλαβαίνουν την απόγνωση που μπορεί να οδηγεί δύο εφήβους στο κενό.
Γιατί μεγαλώνουν μέσα σε μια κοινωνία που τους μαθαίνει από νωρίς ότι η αξία τους εξαρτάται από την επίδοσή τους. Από έναν βαθμό. Από μια σχολή. Από το αν θα «πετύχουν». Λες και στα 17 τους δικάζονται για το δικαίωμα να έχουν μέλλον.
Μεγαλώσαμε μια γενιά μέσα στον φόβο της αποτυχίας. Παιδιά που πριν καν προλάβουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους, κουβαλούν ήδη το βάρος των προσδοκιών μας. Να αριστεύσουν. Να ξεχωρίσουν. Να γίνουν ανταγωνιστικά.
Να μη μείνουν πίσω. Να αποκτήσουν πτυχία, δουλειές, χρήματα, κοινωνική επιβεβαίωση. Να αντέχουν συνεχώς.
Να αποδίδουν συνεχώς. Να αποδεικνύουν συνεχώς ότι αξίζουν. Να αποθεώνουν το σύνθημα της εποχής μας: «Ferto»!!!!
Κι όλα αυτά σε μια εποχή βαθιά άρρωστη. Και σε μια οικογένεια πιεσμένη, τσακισμένη, διαλυμένη, χαμένη σε έναν κυκεώνα προβλημάτων.
Αλλά είναι και τα παιδιά της πανδημίας. Τα παιδιά που έζησαν την πιο ευαίσθητη ηλικία τους μέσα σε δωμάτια, μπροστά σε οθόνες, μακριά από φίλους, αγγίγματα, φυσική παρουσία, κανονική εφηβεία.
Παιδιά που έμαθαν να ζουν απομονωμένα, να επικοινωνούν μέσα από κινητά, να καταπίνουν σιωπηλά το άγχος και τη μοναξιά τους. Και όταν ο κόσμος «άνοιξε» ξανά, δεν βρήκαν έναν πιο ανθρώπινο κόσμο να τα περιμένει.
Βρήκαν μια κοινωνία ακόμη πιο σκληρή, πιο απαιτητική, πιο ψυχρή. Και μια οθόνη του κινητού τους να «πουλάει» την επίπλαστη ευημερία που έχει φτιάξει ένας κόσμος άκαρδος, σκληρός, ωφελιμιστικός.
Μια κοινωνία που έχει κανονικοποιήσει την ψυχική εξάντληση των παιδιών. Που θεωρεί φυσιολογικό ένας έφηβος να διαλύεται από το άγχος για τις Πανελλαδικές. Που θεωρεί κανονικό οι γονείς να τσακίζονται για να βρουν λεφτά να πληρώνουν φροντιστήριο προκειμένου τα παιδιά τους να περάσουν σε… Πανεπιστήμια ανεργίας ή στην καλύτερη περίπτωση υπο – αμειβόμενης εργασίας.
Μια κοινωνία που αντιμετωπίζει την εφηβεία όχι σαν ηλικία ευαλωτότητας και αναζήτησης, αλλά σαν προθάλαμο παραγωγικότητας.
Που αφήνει τα παιδιά να παλεύουν μόνα τους με κρίσεις πανικού, με φόβο, με κατάθλιψη, με την αίσθηση ότι αν αποτύχουν σε μία εξέταση, απέτυχαν ως άνθρωποι.
Και που ενώ τα τρυφερά βλέμματά τους θα έπρεπε να βλέπουν χαρά, δημιουργία, έναν κόσμο καλύτερο να ανοίγεται μπροστά τους, με φιλίες, έρωτες, απογοητεύσεις, ήττες αλλά και νίκες, αυτά βλέπουν σκοτάδι.
Και την ίδια στιγμή, τα social media λειτουργούν σαν ένας ασταμάτητος μηχανισμός σύγκρισης και ακύρωσης. Τα παιδιά βομβαρδίζονται καθημερινά από ψεύτικες εικόνες επιτυχίας, ομορφιάς, τελειότητας.
Νιώθουν ότι πρέπει να είναι συνεχώς καλύτερα, πιο όμορφα, πιο δημοφιλή, πιο επιτυχημένα, πιο πλούσια. Δεν τους επιτρέπεται να λυγίσουν.
Δεν τους επιτρέπεται να χαθούν. Δεν τους επιτρέπεται καν να πουν «δεν είμαι καλά», γιατί έχουν μάθει ότι η αδυναμία είναι σχεδόν ντροπή.
Κι όμως, πίσω από επιδόσεις, χαμόγελα και φωτογραφίες, υπάρχει μια γενιά εξαντλημένη. Μια γενιά που μεγάλωσε πολύ γρήγορα και πολύ μόνη.
Το πιο επικίνδυνο είναι ότι έχουμε αρχίσει να το θεωρούμε όλο αυτό φυσιολογικό. Φυσιολογικό να κοιμούνται παιδιά τρεις ώρες για να προλάβουν σχολείο και φροντιστήρια και παρέες και τη ζωή στα social.
Φυσιολογικό να κλαίνε από πίεση στα 16 τους. Φυσιολογικό να φοβούνται ότι δεν θα τα καταφέρουν στη ζωή πριν καν προλάβουν να τη ζήσουν. Φυσιολογικό να μην υπάρχουν επαρκείς ψυχολόγοι στα σχολεία.
Φυσιολογικό οι γονείς να εξαντλούνται κι εκείνοι μέσα στην ανασφάλεια και τελικά να μεταφέρουν άθελά τους τον φόβο (και τις δικές τους αποτυχίες) στα παιδιά τους.
Αλλά δεν είναι φυσιολογικό. Δεν είναι φυσιολογικό να χάνουμε παιδιά και να συνεχίζουμε σαν να μη συνέβη τίποτα. Δεν είναι φυσιολογικό να αντιμετωπίζουμε την ψυχική υγεία σαν πολυτέλεια. Δεν είναι φυσιολογικό ένα παιδί να πιστεύει ότι ο θάνατος είναι πιο ανεκτός από μια πιθανή αποτυχία.
Η Ηλιούπολη και η Ελλάδα όλη δεν ζητά απλώς θλίψη. Ζητά αφύπνιση.
Να ξανασκεφτούμε τι κόσμο χτίζουμε και τι απαιτούμε από τα παιδιά μας. Να καταλάβουμε ότι δεν χρειάζονται μόνο φροντιστήρια, στόχους και βιογραφικά. Χρειάζονται χρόνο, ουσιαστική παρουσία, αποδοχή, ασφάλεια, ψυχική στήριξη. Χρειάζονται να ακούσουν ότι η αξία τους δεν καθορίζεται από κανέναν βαθμό και καμία σχολή και καμιά δουλειά.
Πρέπει να μάθουν από εμάς ότι μπορούν να αποτύχουν, να αλλάξουν δρόμο, να χαθούν προσωρινά και να ξαναβρούν τον εαυτό τους χωρίς να πάψουν ούτε στιγμή να αξίζουν.
Χρειάζονται αγκαλιές πολλές, άδολη και ανυπέρβλητη αγάπη.
Γιατί κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να μεγαλώνει με την αίσθηση ότι η αγάπη, η αποδοχή και το μέλλον του εξαρτώνται από μια επίδοση.
Κι αν δεν αλλάξουμε τώρα, αν συνεχίσουμε να ζητάμε από τα παιδιά να αντέχουν έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο αφόρητος, τότε δεν θα μπορούμε να λέμε πως «δεν καταλάβαμε».
Θα ξέρουμε. Και θα ευθυνόμαστε όλοι λίγο για τη σιωπή που αφήσαμε να μεγαλώσει μέσα τους.
Μας ράγισε την καρδιά το τραγικό γεγονός στην Ηλιούπολη. Μας τσάκισε το σημείωμα αυτοκτονίας του ενός κοριτσιού.
Και δεν ξέρω πώς αυτή η τραγωδία μπορεί να μας ξυπνήσει για τα καλά, ή απλά θα προστεθεί στις τόσες άλλες.
Αυτό που ξέρω είναι ότι βλέπω ανθρωποφάγους της τηλεόρασης, κατά κύριο λόγο, που έχουν κάνει φύλλο και φτερό τα τελευταία λόγια των 17χρονων. Ντροπή!!!
Υ.Γ.: Γράφοντας αυτό το ταπεινό σημείωμα θυμήθηκα ένα εκπληκτικό τραγούδι. Λέγεται «Μαμά, Μπαμπά», το τραγούδησε η Δήμητρα Σελεμίδου. Κυκλοφόρησε το 2017 σε μουσική του Σπύρου Παρασκευάκου και στίχους του Γιάννη Βασιλόπουλου.
Δεν το ξέρει ο πολύς κόσμος, γιατί δεν είναι σουξέ, δεν είναι πιασάρικο μπουζουκοτράγουδο.
Ακούστε το. Ίσως κάτι να καταλάβουμε όλοι μας…
Ειδικά εκεί που λέει:
«Θα ήσασταν περήφανοι που είμαι το παιδί σας.
Αν είχα για ζωή μου τη δική σας τη ζωή.
Το βλέμμα σας το κράτησα, αλλού όμως κοιτάζω
Μαμά, μπαμπά, λυπάμαι, δε σας μοιάζω.»