Ο καταναλωτής που ανοίγει τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος δεν ενδιαφέρεται για τη θεωρητική κομψότητα του ευρωπαϊκού μοντέλου ενέργειας, ούτε για τις τεχνικές εξηγήσεις των μηχανισμών τιμολόγησης.
Ενδιαφέρεται αν μπορεί να πληρώσει χωρίς να κόψει από το φαγητό, την υγεία, την παιδεία των παιδιών του. Όταν η απάντηση είναι διαρκώς αρνητική κι όταν, εξαιτίας της ακρίβειας, το εισόδημά του δεν επαρκεί για μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή ζωή, η αγανάκτηση γίνεται οργή και η οργή εξέγερση. Κι όταν η δημοκρατία εμφανίζεται ανίκανη να προσφέρει διέξοδο, η οργή στρέφεται εναντίον της.
Ο σημερινός καπιταλισμός αποτελεί κίνδυνο για τη δημοκρατία καθώς απαιτεί από την κοινωνία να προσαρμόζεται απεριόριστα στις αποδόσεις του κεφαλαίου, ενώ αντιμετωπίζει την προστασία της ως ανεπίτρεπτη διατάραξη της λογικής της ελεύθερης αγοράς. Η ενέργεια αποκαλύπτει το κοινωνικό και, κατ’ επέκταση, το πολιτικό πρόβλημα: ένα αγαθό απαραίτητο για την αξιοπρεπή διαβίωση τιμολογείται με μια οικονομική λογική που παράγει κοινωνικά αφόρητο αποτέλεσμα.
Στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού, η τελευταία και ακριβότερη αναγκαία προσφορά καθορίζει την τιμή εκκαθάρισης για τη συγκεκριμένη περίοδο. Έτσι, το ακριβό φυσικό αέριο μπορεί να ανεβάζει την τιμή ακόμη κι όταν μεγάλο μέρος του ρεύματος παράγεται φθηνότερα. Υπάρχουν συμβόλαια και συμψηφισμοί που περιορίζουν αυτήν την επίδραση. Το βασικό πρόβλημα παραμένει, όμως: η φθηνή παραγωγή δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε φθηνό λογαριασμό.
Ο καταναλωτής πληρώνει επίσης την αδυναμία του να μετακινήσει χρονικά την κατανάλωσή του, την ανεπαρκή προστασία από τις διακυμάνσεις και την καθυστερημένη μεταφορά των μειώσεων της χονδρικής στη λιανική. Δεν μπορεί να λειτουργεί ως χρηματιστής της ενέργειας, κυνηγώντας τις διακυμάνσεις μέσα από πολύχρωμα τιμολόγια—μία ακόμη …εφεύρεση που δεν ευνοεί τον πολίτη. Ούτε μπορεί κάθε οικογένεια να οργανώνει τη ζωή της σύμφωνα με τις χρηματιστηριακές ώρες του ηλεκτρισμού. Δεν μπορεί η ευθύνη να μεταφέρεται από τον σχεδιασμό της αγοράς στον άνθρωπο που προσπαθεί να επιβιώσει — με το κράτος να έχει υποβιβάσει τον ρυθμιστικό του ρόλο σε χορηγό επιδομάτων.
Και, φυσικά, δεν αναφέρομαι στην Ελλάδα και μόνο.
Απέναντι σ’ αυτήν την αντιστροφή ευθύνης, η ΕΕ οφείλει να παρέμβει συγκρουσιακά. Να διατηρήσει την οριακή τιμή ως εργαλείο λειτουργίας του συστήματος, διευρύνοντας όμως την παραγωγή που αμείβεται με συμφωνημένες τιμές και εξασφαλίζοντας ότι το καθαρό όφελος πραγματικά φτάνει στον καταναλωτή. Οι αμφίδρομες συμβάσεις υπάρχουν ήδη: με συμφωνημένη αμοιβή π.χ. 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα και τιμή αναφοράς της αγοράς 150, ο παραγωγός επιστρέφει 80. Αν η δεύτερη πέσει στα 40, ο αντισυμβαλλόμενος φορέας καλύπτει 30. Η ασφάλεια εσόδων ανταλλάσσεται έτσι με τον περιορισμό των έκτακτων αποδόσεων.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει τόσο τη δυνατότητα όσο και τα όρια του μηχανισμού. Οι Συμβάσεις Λειτουργικής Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης κάλυπταν στο τέλος του 2024 περίπου 6.294 MW, με ετήσια παραγωγή σχεδόν 11 TWh. Καταγράφηκαν επιστροφές 132,95 εκατ. ευρώ, αλλά και ενισχύσεις 144,11 εκατ. προς παραγωγούς. Ο Ειδικός Λογαριασμός ΑΠΕ, όπου εντάσσονται τα ποσά, χρηματοδοτεί συμβατικές υποχρεώσεις· δεν είναι αδιάθετος κουμπαράς. Έχει, πάντως, χρηματοδοτήσει και την ανακούφιση των καταναλωτών: το 2022 μεταφέρθηκαν από αυτόν 1,1 δισ. ευρώ στο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης.
Το πανευρωπαϊκό ζητούμενο είναι, επομένως, η επέκταση και η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση ενός υπαρκτού εργαλείου. Χρειάζονται άμεσα διαγωνισμοί για διαθέσιμες ποσότητες υφιστάμενης παραγωγής, διαφανείς συμβατικές τιμές και υποχρεωτική μεταφορά του πρόσθετου καθαρού οφέλους στους λογαριασμούς, με έλεγχο των προμηθευτών. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε την κατασκευή νέων μονάδων για να αρχίσει αυτή η διαδικασία.
Η πολιτική σύγκρουση βρίσκεται στην κατανομή του οφέλους και του κινδύνου. Κερδίζουν τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι συμμετέχοντες παραγωγοί εξασφαλίζουν σταθερότερα έσοδα, εγκαταλείποντας μέρος των δυνητικών έκτακτων αποδόσεων. Ο δημόσιος φορέας αναλαμβάνει τον κίνδυνο της εγγύησης. Όπου, όμως, αποδεδειγμένα υπερβάλλοντα έσοδα παραμένουν εκτός συμβατικών επιστροφών, χρειάζεται έκτακτη φορολόγηση, με τεκμηρίωση κόστους και συνυπολογισμό των υφιστάμενων δεσμεύσεων. Η άρνηση συμφωνίας από έναν παραγωγό δεν αποδεικνύει υποχρεωτικά υπερκέρδος, αλλά ούτε οφείλει να του εξασφαλίζει ασυλία.
Καμία μεταρρύθμιση δεν μοιράζει μόνο κέρδη. Η αποφυγή της σύγκρουσης, όμως, έχει επίσης κόστος — και σήμερα το πληρώνει η δημοκρατία. Κάθε μήνας κοινωνικής ασφυξίας ενισχύει όσους την παρουσιάζουν ως υπηρέτη οικονομικών συμφερόντων.. Η Ευρώπη γνωρίζει τα εργαλεία και οφείλει να αναλάβει την ευθύνη. Αν προστατεύσει ορισμένες αποδόσεις μέχρι τέλους, μπορεί να ανακαλύψει ότι δεν της απέμεινε δημοκρατία για να τις εγγυάται.
Διαβάστε επίσης
Η Ουάσιγκτον ψηφίζει, ο Ερντογάν υπολογίζει, η Αθήνα κινδυνεύει
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
- Θεόδωρος Τρύφων (ΠΕΦ): «Βλέπει» νέες εξαγορές και συγχωνεύσεις στην ελληνική φαρμακοβιομηχανία
- ΔΕΠΑ: Επιστροφή στα κέρδη το 2026 και σχέδια για εξαγορά 400 MW ΑΠΕ
- Θανάσης Μαρτίνος αποκλειστικά στο mononews: Τι λέει για ρωσικό πετρέλαιο, τις ευθύνες της ΕΕ και τον καταστροφικό πόλεμο
- Γραμμή 4: Η «δοκιμασμένη» λύση για την Κυψέλη, ο λόρδος και η συμφωνία για τον Ευαγγελισμό