Ο θάνατος ενός (ακόμη) 15χρονου από μαχαίρι στην Καλλιθέα δεν είναι απλώς άλλο ένα τραγικό περιστατικό στο αστυνομικό δελτίο. Είναι μια στιγμή που θα έπρεπε να σταματά τον χρόνο. Να αναγκάζει μια ολόκληρη κοινωνία να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη και να αναρωτηθεί πώς έφτασε στο σημείο να θεωρεί σχεδόν αναμενόμενο ότι παιδιά σκοτώνουν παιδιά.
Κάθε φορά που συμβαίνει μια τέτοια δολοφονία, η δημόσια συζήτηση εκτροχιάζεται σχεδόν αμέσως.
Ήταν οπαδός; Κρατούσε κι εκείνος μαχαίρι; Προκάλεσε; Είχε παραβατική συμπεριφορά; Δεν ήταν «καλή» η οικογένειά του; «Αλήτευε»;
Σαν να αναζητούμε απεγνωσμένα μια λεπτομέρεια που θα μας επιτρέψει να νιώσουμε ότι το θύμα ήταν κάπως διαφορετικό από τα δικά μας παιδιά, άρα ότι η τραγωδία δεν μας αφορά πραγματικά.
Είναι ένας βολικός μηχανισμός άμυνας. Όμως δεν αλλάζει την ουσία: Ενας 15χρονος είναι νεκρός και ένας άλλος ανήλικος βρίσκεται στη θέση του δράστη, με άλλους 6 να κατηγορούνται για δολοφονία από δόλο.
Απίστευτα πράγματα. Να μιλάμε λες και είναι «κανονικό» ότι ένα παιδί 15 ετών δολοφονείται από άλλα παιδιά που δεν πρόλαβαν ούτε μουστάκι να ξυρίσουν.
Η κοινωνία έχει αποτύχει οικτρά. Ολοι μας, κι ας μην είναι το δικό μας παιδί. Κι ας «δείχνουμε» την οικογένεια του δράστη και αυτή του δολοφόνου λέγοντας: «Τα ήθελαν και τα έπαθαν».
Όχι, δεν πάει έτσι…
Η βία μεταξύ ανηλίκων δεν γεννιέται σε μία νύχτα. Καλλιεργείται μέσα από την ανοχή, την αδιαφορία, την έλλειψη ουσιαστικής πρόληψης και την κανονικοποίηση της επιθετικότητας.
Όταν οι απειλές αντιμετωπίζονται ως «παιδικά πράγματα», όταν η οπαδική τοξικότητα περνά από γενιά σε γενιά, όταν η επίδειξη δύναμης γίνεται στοιχείο ταυτότητας και όταν η κατοχή μαχαιριού θεωρείται μέσο προστασίας ή κύρους, τότε δεν μπορούμε να προσποιούμαστε ότι οι δολοφονίες πέφτουν από τον ουρανό.
Και φυσικά φταίνε και οι ενήλικες. Οι γονείς, οι οικογένειες που δεν διακρίνουν τα σημάδια, δεν «ακούνε» τα παιδιά τους, δεν βλέπουν τις δραστηριότητές τους, πνιγμένοι ίσως στα χίλια προβλήματα της καθημερινότητας και της επιβίωσης. Όχι ότι και εκείνοι που έχουν λύσει το οικονομικό πρόβλημα είναι καλύτεροι. Τουναντίον…
Εξίσου ανησυχητική είναι όμως, η αντίδραση της πολιτείας. Κάθε φορά ακολουθεί ο ίδιος κύκλος: Δηλώσεις, υποσχέσεις, αυστηρή ρητορική και λίγες ημέρες αργότερα όλα επιστρέφουν στην καθημερινότητα.
Οι πολιτικοί συνεχίζουν το πρόγραμμά τους, η δημόσια αντιπαράθεση επανέρχεται στα γνωστά μικροκομματικά θέματα και το τραγικό γεγονός χάνεται μέσα στον επόμενο κύκλο ειδήσεων.
Δεν είναι ζήτημα επικοινωνίας ούτε συμβολισμών.
Κανείς δεν περιμένει από έναν πρωθυπουργό ή έναν αρχηγό κόμματος να ακυρώσει κάθε δραστηριότητά του. Περιμένει, όμως, να υπάρξει η αίσθηση του κατεπείγοντος.
Να αντιμετωπιστεί η δολοφονική βία ανηλίκων ως εθνικό κοινωνικό πρόβλημα και όχι ως ακόμη μία αφορμή για πολιτικές ανακοινώσεις.
Δεν μπορώ να βλέπω για παράδειγμα τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, να συνεχίζει την προεκλογική του δραστηριότητα, να παίζει τάβλι και να αγκαλιάζει ψηφοφόρους.
Είναι πρωθυπουργός, θα έπρεπε να κινήσει γη και ουρανό για να δει τι πάει στραβά. Στο κάτω – κάτω δεν είναι όλοι ψήφοι, ούτε εξουσία.
Αλλά και οι άλλοι «σωτήρες» της χώρας, ζουν στην πολιτική τους νιρβάνα.
Ο Τσίπρας χασκογελάει γιατί οι δημοσκοπήσεις τον δείχνουν ανεβασμένο και κάνει συνεδριάσεις για να πει τα ίδια, τετριμμένα τσιτάτα που τα έχουμε ακούσει τόσες φορές.
Κουβέντα για το μείζον. Τη δολοφονία ενός παιδιού, αν και θα έπρεπε. Εχει και ο ίδιος παιδιά στην ηλικία αυτή.
Ομοίως και ο Ανδρουλάκης, μικρό παιδί έχει, πόσο χαρούμενος είναι να βλέπει μια κοινωνία κι ένα πολιτικό σύστημα να γυρνά την πλάτη σε μια τόσο τραγική στιγμή, και σε ένα γεγονός που αποδεικνύει την αποτυχία όλων μας.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο είναι ίσως αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν μυθριδατισμό: Η σταδιακή εξοικείωση με το δηλητήριο.
Συνηθίζουμε τις ειδήσεις για μαχαιρώματα, ξυλοδαρμούς, συμμορίες ανηλίκων. Σοκαριζόμαστε για λίγες ώρες και ύστερα προχωράμε.
Η κανονικοποίηση της βίας είναι η μεγαλύτερη ήττα μιας κοινωνίας, γιατί σημαίνει ότι παύει να αντιδρά ακόμη και όταν χάνει τα παιδιά της.
Και όχι απλά τα χάνει. Σε μια χώρα που έχει τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα κάθε παιδί που χάνεται είναι και μια απώλεια για το μέλλον της Ελλάδας.
Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Χρειάζονται καλύτερα σχολεία, ουσιαστική ψυχοκοινωνική υποστήριξη, παρέμβαση στις γειτονιές, ενίσχυση των οικογενειών, αντιμετώπιση της οπαδικής βίας από τη ρίζα της και αποτελεσματική αστυνόμευση όπου πραγματικά χρειάζεται.
Κυρίως, όμως, χρειάζεται η πολιτική βούληση να αναγνωριστεί ότι κάθε τέτοια δολοφονία δεν είναι μια μεμονωμένη εξαίρεση, αλλά το σύμπτωμα μιας βαθύτερης ασθένειας.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το παιδί ήταν οπαδός, αν ήταν «μάγκας» ή αν έκανε λάθη. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί στην Ελλάδα του σήμερα ένα παιδί 15 ετών μπορεί να βρεθεί νεκρό από το μαχαίρι ενός συνομηλίκου του.
Μέχρι να απαντήσουμε ειλικρινά σε αυτό, κάθε επόμενη τραγωδία θα μας βρίσκει να λέμε ακριβώς τα ίδια λόγια.
Και αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό από όλα.
Διαβάστε επίσης:
Δολοφονία 15χρονου στην Καλλιθέα: Βαρύ το κατηγορητήριο για τους 7 συλληφθέντες – Διώκονται και για ανθρωποκτονία με δόλο
Αλλάζουν τα κυκλώματα ναρκωτικών: Η κοκαΐνη και η κάνναβη κυριαρχούν, νέες ουσίες στο μικροσκόπιο των αρχών
Καλλιθέα: Ταυτοποιήθηκε ο νεκρός, ήταν μόλις 15 ετών – Στο μικροσκόπιο παλιότερη συμπλοκή στην περιοχή, τι εξετάζει η ΕΛΑΣ