Άρθρα

Παναγιώτης Λιαργκόβας: Ο καθηγητής καταγράφει δέκα χρόνια κρίσης και μία πανδημία

Παναγιώτης Λιαργκόβας

Παναγιώτης Λιαργκόβας


Κείμενο που αναπνέει, ασυνήθιστο για ακαδημαϊκό, το Δέκα χρόνια κρίση, τρία μνημόνια και μία πανδημία του Παναγιώτη Λιαργκόβα πλαγιοκοπεί αριστοτεχνικά τα αλλεπάλληλα δεινά της ελληνικής οικονομίας.

Εκεί που η χώρα πήγαινε να αναπνεύσει και η ύφεση να πάρει τη μορφή της μεγέθυνσης, το σχέδιο ανασυγκρότητσης δεν πρόφτασε ποτέ να υλοποιηθεί. Ήρθε η πανδημία να ανατρέψει της ελπίδες του ελληνικού λαού που μέσα στη δεκαετία γονάτισε με τις θυσίες του.

Ο καθηγητής στο τμήμα οικονομικών σπουδών του πανεπιστημίου Πελοποννήσου Παναγιώτης Λιαργκόβας εξ αρχής υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για κοινωνική συνοχή. Το πρόγραμμα ανόρθωσης θα υλοποιηθεί μόνο με τη συμφωνία όλων των πολιτικών δυνάμεων και των εταίρων. Οι χαράδρες και τα κενά της ελληνικής οικονομίας παραμένουν χαώδη.

Όταν οι φοιτητές του στο πανεπιστήμιο ψάχνουν για εύκολη απάντηση σχετικά με τις αιτίες της ύφεσης και των μνημονίων, εκείνος δωρικά απαντάει πως αυτή δεν υπάρχει.

«Ο δρόμος που κατέληξε στην κρίση αναχρηματοδότησης του Μαΐου 2010 και στον διεθνή έλεγχο ήταν μακρύς. Οι προϋποθέσεις είχαν διαμορφωθεί πολύ νωρίτερα. Η κρίση έφερε στην επιφάνεια με επώδυνο τρόπο στρεβλώσεις δεκαετιών και τα διαχρονικά διαρθρωτικά ελλείμματα της χώρας (σε έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα). Τα προβλήματα αυτά αντικατοπτρίζονταν (ανάμεσα σε άλλα) στη φθίνουσα ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας».

Επειδή καταρχάς πρόκειται για πανεπιστημιακό εγχειρίδιο, το βιβλίο Δέκα χρόνια κρίση εμπλουτίζεται με συνεχή διαγράμματα, πίνακες, καμπύλες, στήλες. Ωστόσο, με τη ρέουσα γραφή του καθηγητή μοιάζει περισσότερο με αφήγημα και ευσύνοπτη ιστορική αναδρομή σε ένα ζωντανό δράμα. Πρόκειται για το πρώτο ιδιαίτερα έγκυρο και πυκνό δοκίμιο για τα σύγχρονα πάθη του ελληνικού λαού. Με ορίζοντα πέραν του 2021, έτος κατά το οποίο γιορτάζει τα διακόσια χρόνια της ύπαρξης του κράτους.

Αγγίζει με εντυπωσιακή ενάργεια και θα υποστήριζε κανείς καινοφανή τρόπο τις βασικές παραμέτρους του ζητήματος, όπως δεν έχουν ίσως εξεταστεί ως τώρα.

Έχει πραγματικά πτωχεύσει η ελληνική οικονομία; Σε ποιους άξονες οφείλουμε να δομήσουμε τη συζήτηση για το δημόσιο χρέος; Υπάρχει σχέση ανάμεσα στο χρέος και στην ανάπτυξη; Γιατί είναι αναγκαίο να μειωθούν οι φόροι; Γιατί αποτυγχάνουν οι οικονομικές προβλέψεις; Γιατί είναι καλό να υπάρχουν υπερπλεονάσματα; Γιατί μια αριστερή κυβέρνηση χρησιμοποίησε νεοφιλελεύθερο εργαλείο οικονομικής πολιτικής; Ήταν ο προϋπολογισμός 2019 αναπτυξιακός; Γιατί αργήσαμε να βγούμε στις αγορές; Είναι το εργασιακό μοντέλο της Δανίας κατάλληλο για την Ελλάδα; Ωφελεί τους εργαζομένους η αύξηση του κατώτατου μισθού;

Προσεγγίζει το θέμα σφαιρικά, φωτίζοντας όλες τις περίπλοκες πτυχές του. Καθεμία αναλύεται με εξαιρετικά συνεκτικό και ευσύνοπτο τρόπο. Γράφει με νηφαλιότητα και διάθεση ομοψυχίας απέναντι σε όλες τις απόψεις, τους χρωματισμούς και τις προσεγγίσεις.

Η δημοσιονομική εξυγίανση (λιτότητα) που ως φιλοσοφία προκύπτει από τις μελέτες του καθηγητή στο Χάρβαρντ Αλμπέρτο Αλεσίνα, υιοθετήθηκε από τον πρώην πρόεδρο της ΕΚΤ Ζαν Κλοντ Τρισέ. Δηλαδή η οικονομική πολιτική λιτότητας (περικοπές δαπανών ή/και φορολογικές αυξήσεις) πρέπει να επιδιώκει την ταχεία εξάλειψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και την εφαρμογή αυστηρής πολιτικής εισοδήματος. Με αυτόν τον τρόπο κάθε χώρα αυξάνει τη φερεγγυότητά της.

Από την άλλη, όμως, σύμφωνα με το ανθεκτικό κεϋνσιανό μοντέλο η λιτότητα επιβραδύνει την ανάπτυξη. Οι περικοπές δαπανών ή οι αυξήσεις φόρων μειώνουν τη ζήτηση και τα δημόσια έσοδα και εγκαθιδρύουν τον φαύλο κύκλο στην οικονομία.

Όσον αφορά τα ελληνικά δεδομένα, ο ίδιος θεωρούσε πάντα τη φορολογική επιβάρυνση υπέρμετρη. Πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ βασισμένη σε οικονομετρικές εκτιμήσεις δείχνει ότι η δυνατότητα αύξησης των δημόσιων εσόδων περιορίζεται στην άντληση πόρων από μια στενή φορολογική βάση. «Η επιβάρυνση αυτής της βάσης περιορίζει και την πορεία των επενδύσεων σε κατοικίες και οχήματα ενώ οι οικονομετρικές εκτιμήσεις δεν επιβεβαιώνουν ότι η φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων στην Ελλάδα αποτέλεσε αποτελεσματικό μέσο μείωσης της ανισότητας και της φτώχειας».

Η επίτευξη των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων βασίστηκε στην υψηλή φορολόγηση. Ήταν αναπτυξιακός λοιπόν ο προϋπολογισμός του 2019;

Εκείνη τη χρονιά, «οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι διαμορφώθηκαν στα 46.5 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ από 45,5 που ήταν το 2018, με την αύξηση να προέρχεται κυρίως από τον ΦΠΑ και τον φόρο εισοδήματος». Οι φόροι από την παραγωγή και τις εισαγωγές αντιστοιχούσε στο 17,3% του ΑΕΠ (το υψηλότερο στην ΕΕ) ενώ παρέμεινε η χώρα με τη μεγαλύτερη διαφορά απόδοσης της έμμεσης και άμεσης φορολογίας με τη διαφορά να φτάνει το 6,8% το 2018 (η μεγαλύτερη στην ΕΕ).

Παράλληλα, η περικοπή των δημόσιων επενδύσεων εμπόδισαν την ανάπτυξη ενώ την επηρεάζουν κάθετα: «Αυξάνουν το απόθεμα κεφαλαίου στη χώρα, δημιουργούν δουλειές για νέους ανθρώπους, πληρώνουν αμοιβές και αυξάνουν την κατανάλωση. Από τον νέο πλούτο που θα παραγόταν μέσω των δημόσιων επενδύσεων, η κυβέρνηση θα μπορούσε να διανείμει πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό μέρισμα, όχι μόνο στο παρόν αλλά και στο μέλλον», σημειώνει ο Λιαργκόβας. Θυμάται κανείς το New Deal του Ρούσβελτ;

Πώς σχετίζει τη γήρανση, την ανεργία, το ασφαλιστικό; Το 2017 οι άνεργοι έφταναν τα 978.072 άτομα. Αν προστεθούν και συνταξιούχοι, ο αριθμός ανέργων συνταξιούχων φτάνει τα 3,6 εκατομμύρια άτομα ενώ αντίθετα το 2017 υπήρχαν μόνο 3,7 εργαζόμενοι. Σύμφωνα με τις ανεπτυγμένες χώρες, ένα σύστημα που εξασφαλίζει οριακή βιωσιμότητα αριθμεί τρεις εργαζομένους προς έναν συνταξιούχο.

«Για να συμβεί κάτι τέτοιο, η Ελλάδα πρέπει μέσα στα επόμενα, όχι πολλά, χρόνια να αυξήσει τον αριθμό των εργαζομένων τουλάχιστον στα 6.000.000 άτομα και ταυτόχρονα ο αριθμός των συνταξιούχων να μειωθεί στα 2.000.000 άτομα! Υπό τις παρούσες συνθήκες αυτό φαντάζει ως άπιαστο, καθώς, ακόμη και αν έβρισκαν δουλειά αύριο το πρωί 1.000.000 άνεργοι, το σύνολο των απασχολούμενων θα ανερχόταν το πολύ στα 4.800.000 άτομα. Η εξαιρετικά δραματική σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους οδηγεί σε αύξηση του εργάσιμου βίου προς τα 70 έτη {…} ενώ θα απαιτηθούν και προσαρμογές στο βάθος των επόμενων 30-40 ετών, ώστε το σύστημα να προσαρμοστεί και στην αύξηση προσδόκιμου ζωής!».

Παρακάτω ο Παναγιώτης Λιαργκόβας παρουσιάζει τις διάφορες παραμέτρους του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το προοδευτικό του πνεύμα αναδεικνύειται όταν αναλύει την κοινωνική οικονομία ως μύθο της αριστεράς ενώ από την άλλη παρουσιάζει την κοινωνική επιχειρηματικότητα (αλλά και την ενίσχυση των δεξιοτήτων) ως αντίδοτο της κρίσης. Παρουσιάζονται με σχολαστικότητα αλληλένδετα θέματα όπως «κοινωνική οικονομία και αυτοδίοικηση», «φορολογία και καινοτομία»…

Εντοπίζει ένα γνώριμο πρόβλημα, ύστερα και από έρευνα που πραγματοποίησε σε κοινωνικές επιχειρήσεις το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet (Ζαν Μονέ) του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου όπου διδάσκει. Τα στοιχεία της αποτυπώνουν διφορούμενη εικόνα σύμφωνα με την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Οι διάφορες χρηματοδοτικές πρωτοβουλίες περιορίζονται στην υλοποίηση του έργου και όχι στη βιωσιμότητά του. Κατά συνέπεια, οι κοινωνικές επιχειρήσεις σε βάθος χρόνου αδυνατούν «να σταθούν στα πόδια τους».

Γίγαντες με πήλινα πόδια δεν αποδεικνύονται διαχρονικά οι περισσότερες ελληνικές εταιρείες πλην ελαχίστων εξαιρέσεων;

Έτσι, και ως αποτέλεσμα της πανδημίας, «τα προβλήματα στις επιχειρήσεις θα οδηγήσουν και σε αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων». Εξακολουθούν να αποτελούν «μια από τις μείζονος σημασίας συνέπειες της μακροχρόνιας κρίσης της ελληνικής οικονομίας».

Η ύφεση θα παραμείνει μεγάλη. Θα εξαρτηθούν πολλά από την ευελιξία της εργασίας στο σπίτι, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από την πορεία άλλων κρατών μελών, από την παιδεία, την πράσινη οικονομία, τη δικαιοσύνη και τις μεταρρυθμίσεις που χρονίζουν. Το σκηνικό μετά την πανδημία θα μοιάζει με το τέλος ενός μεγάλου πολέμου. Θα αποτελέσει όμως και την αφορμή να ξεκινήσει η οικονομική ιστορία της χώρας σε νέα σελίδα. Η μελλοντική κάθαρση θα ξεκινήσει ως carte blanche.

Ο συγγραφέας

Ο συγγραφέας πήρε πτυχίο οικονομικών από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και αμέσως μετά ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή του στο πανεπιστήμιο Clark των ΗΠΑ.

Παράλληλα με τις πανεπιστημιακές του υποχρεώσεις, ο Παναγιώτης Λιαργκόβας κατάφερε να ολοκληρώσει την πενταετή του θητεία ως επικεφαλής στο νευραλγικό γραφείο προϋπολογισμού της Βουλής (2012-2017) και εν συνεχεία ανέλαβε την προεδρία του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών.

Το ιστορικό ινστιτούτο ΚΕΠΕ ιδρύθηκε το 1959 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή με εισήγηση του Ξενοφώντος Ζολώτα και πρώτο πρόεδρο τον Ανδρέα Παπανδρέου. Έχει διατελέσει έρευνες σε συνεργασία με διάσημους νομπελίστες καθηγητές από όλο τον κόσμο.

Εκεί θα νιώθει λιγότερη πίεση και λάμψη αλλά θα μπορέσει έτσι να επενδύσει στο έργο που του χάρισε αίγλη και φήμη: Τη μελέτη της μακροοικονομίας.

Πληροφορίες:

Παναγιώτης Λιαργκόβας

Δέκα χρόνια κρίση, τρία μνημόνια και μία πανδημία, Η Ελλάδα αναζητώντας διέξοδο

Εκδόσεις Πατάκη

σελ.278


ΣΧΟΛΙΑ