Συνεντεύξεις

Π. Λιαργκόβας στο mononews: «Να καταργηθεί ο αντισυνταγματικός συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ»

  • Συνέντευξη στην Αργυρώ Μαυρούλη

Ο καθηγητής Οικονομικών και πρώην επικεφαλής του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής, Παναγιώτης Λιαργκόβας


Συνέντευξη του καθηγητή Οικονομικών στην έδρα Jean Monnet του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και πρώην επικεφαλής του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής, Παναγιώτη Λιαργκόβα

Η κυβέρνηση Τσίπρα στέρησε πάνω από 14 δισ. από παραγωγικούς πολίτες για να μοιράσει στο τέλος μόλις 3 δισ. με τη μορφή επιδομάτων υποστηρίζει, σε συνέντευξή του στο mononews.gr, ο καθηγητής Οικονομικών και πρώην επικεφαλής του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής, Παναγιώτης Λιαργκόβας.

«Το κυριότερο λάθος που έκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αγνόησε τη μεσαία τάξη και τους νέους, επιβάλλοντας ταυτόχρονα εξαντλητική φορολογία σε όσους σε ελεύθερους επαγγελματίες, γιατρούς, δικηγόρους και μικροεπιχειρηματίες», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο κ. Λιαργκόβας επιμένει ότι η φορολογία μπορεί να μειωθεί, εφόσον περιοριστούν οι δαπάνες μεταξύ άλλων σε κεντρικές υπηρεσίες του κράτους και μειωθεί η ο αριθμός των μετακλητών υπαλλήλων.

Όσον αφορά τις έκτακτες παροχές που δόθηκαν τον Μάιο, ο πρώην επικεφαλής του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση δεν έχει φροντίσει για την μελλοντική καταβολή τους.

Τι σηματοδοτούν για την οικονομία το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, η άμεση προσφυγή στις εθνικές κάλπες και η αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό της χώρας;

Η οικονομία έχει ανάγκη από σταθερότητα και ξεκάθαρο οδικό χάρτη. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών δείχνουν την ξεκάθαρη επικράτηση της ΝΔ και επομένως εξαλείφουν τις τυχόν αβεβαιότητες που θα επικρατούσαν με μια μικρή διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων.

Η προσφυγή στις εθνικές κάλπες σε σύντομο χρονικό διάστημα είναι ένα ακόμη θετικό γεγονός γιατί καθησυχάζει τις αγορές από μια επιβλαβή παρατεταμένη προεκλογική περίοδο όπου λόγω της πελατειακής πρακτικής και της παροχολογίας θα μπορούσε να ανατρέψει τη δημοσιονομική ισορροπία.

Η αναμενόμενη (με βάση το τρέχον αποτέλεσμα) αλλαγή του πολιτικού σκηνικού της χώρας από μία κυβέρνηση που εφαρμόζει μια βαριά φοροκεντρική λιτότητα σε μια νέα κυβέρνηση που στοχεύει σε λιγότερη λιτότητα και περισσότερη ανάπτυξη, δημιουργεί ήδη μια ευφορία στο χρηματιστήριο και στις αγορές ελληνικών ομολόγων.

Ποια κατά τη γνώμη ας ήταν τα μεγαλύτερα λάθη στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα και που θα πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή της η νέα κυβέρνηση;

Η κυβέρνηση Τσίπρα έκανε πολλά λάθη. Το κυριότερο είναι ότι αγνόησε τη μεσαία τάξη, τους ανθρώπους που μοχθούν και τους νέους. Επέβαλε εξαντλητική φορολογία σε ελεύθερους επαγγελματίες, γιατρούς, δικηγόρους, μικροεπιχειρηματίες και γενικά σε όλους τους συμπολίτες μας που είχαν και έχουν όρεξη για δουλειά. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός κατηγορούσε, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τους υψηλούς στόχους  πρωτογενών πλεονασμάτων της κυβέρνησης Σαμαρά. Μείωσε τους στόχους στα χαρτιά, αλλά όχι στην πράξη.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια,  ξεπέρασε κατά πολύ αυτούς τους στόχους στερώντας πάνω από 14 δις. ευρώ από τους παραγωγικούς συμπολίτες μας. Για να μοιράσει στο τέλος περίπου 3 δις. ευρώ με τη μορφή επιδομάτων.

Η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να έχει στρατηγική στόχευση στην οικονομικής της πολιτικής, όχι οικονομική πολιτική «εμβαλωματικού» τύπου, που είδαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να μειωθεί η υπερφορολόγηση καi να διαφοροποιηθεί το μέχρι τώρα εφαρμοζόμενο μίγμα λιτότητας;

Ο αντίλογος που συχνά προβάλλεται σε μια πρόταση μείωσης της υπερφορολόγησης είναι ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, λόγω των στόχων για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ότι δεν είναι οικονομικά εφικτό εξαιτίας της απώλειας εσόδων.

Προσωπικά πιστεύω ότι και τα δύο κωλύματα μπορούν να ξεπεραστούν.

Καταρχάς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πολιτική εφικτότητα συνδέεται με την οικονομική εφικτότητα. Δηλαδή, εάν το κόστος της μείωσης της φορολογίας μπορεί να καλυφθεί από άλλα ισοδύναμα, τότε ανοίγει ο δρόμος για την εφαρμογή της φορολογικής μεταρρύθμισης.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έχω κάνει με τους συνεργάτες μου, είναι εφικτό να αντισταθμιστεί η μείωση της φορολογίας με περικοπές στις (μη κοινωνικές) δαπάνες π.χ. επέκταση της επισκόπησης δαπανών στις κεντρικές υπηρεσίες του κράτους, μείωση του αριθμού των μετακλητών υπαλλήλων, αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας για τη στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου, αναδιοργάνωση του Δημοσίου, πλήρης κατάργηση του χαρτιού στη δημόσια διοίκηση, ενίσχυση των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Πέρασαν άραγε τα χειρότερα για την οικονομία; Η ακόμη η χώρα βρίσκεται σε μεταίχμιο;

Υπάρχουν καλά και κακά νέα. Τα καλά είναι ότι η χώρα δεν έχει τα προβλήματα των ελλειμμάτων που είχε στο παρελθόν. Εννοώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Επίσης, δεν υπάρχουν φόβοι για Grexit και δεν μειώνεται άλλο το ΑΕΠ. Όμως υπάρχουν και τα κακά νέα. Η χώρα είναι βαθιά λαβωμένη μετά την περιπέτεια που πέρασε. Χάσαμε το 25% της παραγωγής μας, διευρύναμε τις κοινωνικές ανισότητες την φτώχεια, την ανεργία, τον κοινωνικό αποκλεισμό και διώξαμε τους νέους μας. Οι τρέχοντες ρυθμοί ανάπτυξης του 1,5-2% είναι σαν «το μαρτύριο της σταγόνας». Δεν αρκούν. Η χώρα χρειάζεται υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, πάνω από 4% προκειμένου να επουλωθούν τα τραύματα που άφησε η κρίση.

Θεωρείτε ότι θα επηρεάσουν τον προϋπολογισμό οι παροχές που δόθηκαν τον Μάιο; Είναι εφικτό να συνεχιστεί η καταβολή της λεγόμενης 13ης σύνταξης;

Ναι, σίγουρα. Η τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού στη Βουλή που δόθηκε πρόσφατα στη δημοσιότητα επισημαίνει ότι ο δημοσιονομικός χώρος ουσιαστικά εξαντλήθηκε, αναλώνοντας πριν τα μέσα της χρονιάς το 0,55% από το 0,6% του ΑΕΠ που είναι ο ετήσιος στόχος.

Η έκθεση προειδοποιεί επίσης ότι τα μέτρα είναι και «μιας  χρήσης» και πρέπει να βρεθούν μέτρα που θα αντισταθμίσουν το κόστος τους, εφόσον ψηφίστηκαν για να θεωρούνται «μόνιμα» και στα επόμενα χρόνια.

Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει φροντίσει για την μελλοντική επιβίωση των μέτρων.

Συμμερίζεστε τις απόψεις για κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, την ανάγκη μείωσης των μεγάλων πλεονασμάτων που δεσμεύουν την χώρα και την αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου;

Πρέπει άμεσα να καταργηθεί ο αντισυνταγματικός συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ.

Ο συμπληρωματικός ανέρχεται στο 16% του κύριου ΕΝΦΙΑ, αλλά για μερικούς φορολογούμενους ο συμπληρωματικός είναι πολλαπλάσιος του κύριου φόρου, με αποτέλεσμα ο ΕΝΦΙΑ να γίνεται εργαλείο δήμευσης της περιουσίας τους. Οι θιγόμενοι προσφεύγουν στη δικαιοσύνη καταγγέλλοντας τον ΕΝΦΙΑ ως κατάφωρα αντισυνταγματικό, αλλά θα πάρει χρόνια να δικαιωθούν. Στο μεταξύ πολλοί έχουν παύσει να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ.

Η πλήρης κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ θα έχει θετική επίπτωση στο ΑΕΠ και στην απασχόληση, ενώ θα είναι δημοσιονομικά ουδέτερη. Η απώλεια εσόδων ύψους 382 εκατ. ευρ’ω το χρόνο αντισταθμίζεται σχεδόν πλήρως από πρόσθετα έσοδα από την αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας.

Μεσοπρόθεσμα, θα πρότεινα επίσης, η είσπραξη φόρου ακινήτων να μεταφερθεί στους Δήμους, με ταυτόχρονη κατάργηση των επιχορηγήσεων των δήμων από την κεντρική διοίκηση.

Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα είναι μηδενικό, καθώς τα έσοδα από τον ΕΝΦΙΑ είναι περίπου ίσα με τις επιχορηγήσεις προς τους Δήμους.

Σημειωτέον ότι η μεταφορά του φόρου των ακινήτων στους Δήμους είναι αδύνατη με συμπληρωματικό φόρο, καθώς ο φόρος αυτός δεν υπολογίζεται ανά ακίνητο αλλά στο σύνολο της ακίνητης περιουσίας, που μπορεί να βρίσκεται σε διαφορετικούς δήμους.